Image default
Πρώτο Θέμα

Η Ουκρανία είναι μία δοκιμασία για την αμερικανική δύναμη

Η Ουκρανία είναι μία δοκιμασία για την αμερικανική δύναμη

Μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες, ακόμη και οι Ευρωπαίοι δεν έδιναν ιδιαίτερη σημασία στα γεγονότα στην Ουκρανία.

Τώρα, όλος ο πλανήτης παρακολουθεί τις εξελίξεις. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία θεωρείται ευρέως ως μία άμεση πρόκληση για την παγκόσμια τάξη που συνήθως καθοδηγείται από τις ΗΠΑ. Αν ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν «τη γλιτώσει», τότε μπορεί άλλες κυβερνήσεις, όπως της Κίνας ή του Ιράν, να αποφασίσουν να αψηφήσουν την Αμερική, θεωρώντας ότι δεν είναι το ίδιο επικίνδυνο με παλιά.

Οι αντίπαλοι του Μπαράκ Ομπάμα στην Ουάσιγκτον υποστηρίζουν ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ αποδοκίμασε τη χρήση βίας στη Συρία, και έχει δείξει αδυναμία στις σχέσεις της χώρας με το Ιράν και την Κίνα. Ο γερουσιαστής Τζον Μακέιν, ο χαμένος αντίπαλος του Ομπάμα στις εκλογές του 2008, υποστηρίζει ότι η ουκρανική κρίση είναι «το τελικό αποτέλεσμα μίας αβάσιμης εξωτερικής πολιτικής, όπου κανείς δεν πιστεύει πια στη δύναμη της Αμερικής».

Ωστόσο, το όλο επιχείρημα περί «αδύναμου Ομπάμα» χάνει το νόημα. Δεν διανύουμε τον ψυχρό πόλεμο, κατά τον οποίο οι πρόεδροι των ΗΠΑ κλήθηκαν να δείξουν ακλόνητη αποφασιστικότητα σε έναν παγκόσμιο αγώνα με τον αμείλικτο Σοβιετικό εχθρό. Αντ’ αυτού, η κρίση στην Ουκρανία είναι μία σημαντική δοκιμασία για τους κανόνες εξωτερικής πολιτικής μίας νέας εποχής –της εποχής της παγκοσμιοποίησης, στην οποία οι πιο επικίνδυνοι αντίπαλοι της Δύσης είναι συχνά και οι βασικοί της εμπορικοί εταίροι.

Το ένα κοινό στοιχείο με τον ψυχρό πόλεμο είναι ότι στην Ουκρανία το 2014, όπως και στην Ουγγαρία το 1956, οι ΗΠΑ γνωρίζουν ότι δε μπορούν να κάνουν χρήση βίας. Το γεγονός ότι ο κ. Ομπάμα φαίνεται να έχει αποκλείσει μία στρατιωτική απάντηση είναι απόδειξη όχι ότι είναι αδύναμος, αλλά ότι έχει σώας τας φρένας.

Ωστόσο, η καθοριστική διαφορά με τις κρίσεις του ψυχρού πολέμου είναι ότι στις μέρες μας, μία αντιπαράθεση με τη Ρωσία, και ενδεχομένως μία ημέρα με την Κίνα, περιλαμβάνει οικονομικές σχέσεις οι οποίες δεν υπήρχαν όταν ο πλανήτης ήταν χωρισμένος σε αντίπαλα πολιτικά και οικονομικά μπλοκ. Αυτό που δεν είναι ακόμη σαφές είναι αν η Δύση έχει αποφασίσει πως θα παίξει τα χαρτιά που της έχει μοιράσει η παγκοσμιοποίηση.

Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ οι δυτικές δυνάμεις γνωρίζουν ότι θα μπορούσαν να βλάψουν οικονομικά τη Ρωσία, γνωρίζουν επίσης ότι βλάπτοντας τη Ρωσία θα προκαλούσαν και πολλές παράπλευρες απώλειες στις δικές τους οικονομίες. Είναι άραγε διατεθειμένοι οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικάνοι να το αποδεχθούν αυτό;

Η πίστη στη δυνητική δύναμη των οικονομικών κυρώσεων έχει ενισχυθεί από την αναπάντεχη ζημιά που έχουν κάνει στο Ιράν, αποκόπτοντας τη χώρα από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό και εμπορικό σύστημα. Ωστόσο, η οικονομική πίεση στο Ιράν λειτούργησε εν μέρει επειδή η χώρα δεν διέθετε τίποτα που η Δύση δε μπορούσε να βρει αλλού: το ιρανικό φυσικό αέριο, κατά ειρωνεία της τύχης, μπορούσε να αντικατασταθεί με το ρωσικό φυσικό αέριο.

Η Ρωσία είναι μία πολύ πιο σκληρή πρόκληση. Οι φορείς χάραξης πολιτικής της Δύσης γνωρίζουν ότι είναι αδύνατο να προκαλέσουν πραγματική ζημιά χωρίς να εκθέσουν τα δικά τους τρωτά σημεία, είτε αυτά είναι η γερμανική εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, ή ο ρόλος της Βρετανίας ως χρηματοοικονομικό κέντρο, ή η σύμβαση €1,2 δισ. της Γαλλίας για τον εφοδιασμό πλοίων στο ρωσικό πολεμικό ναυτικό. Η Αμερική κάνει λιγότερο εμπόριο με τη Ρωσία –αλλά γνωρίζει ότι οι αμερικανικές κυρώσεις θα ήταν πολύ λιγότερο αποτελεσματικές χωρίς την ευρωπαϊκή συμμετοχή.

Η αγώνας με τη Ρωσία έχει παγκόσμιες επιπτώσεις διότι, δυνητικά, αποτελεί μία δοκιμή για μία ακόμη μεγαλύτερη αντιπαράθεση που μπορεί μια μέρα να λάβει χώρα με την Κίνα. Όπως και με τη Ρωσία, οι ΗΠΑ έχουν περιέλθει σε μία όλο και πιο ανταγωνιστική σχέση, από στρατηγική και πολιτική άποψη, με μία χώρα η οποία είναι επίσης ζωτικής σημασίας για την παγκόσμια οικονομία. Αν η ηγεσία των Κινέζων αποφασίσει κάποια στιγμή να κάνει ένα «κόλπο» παρόμοιο με αυτά του Πούτιν, και να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία για να στηρίξει τις διαφορές της με την Ιαπωνία σχετικά με τα διαφιλονικούμενα νησιά Σενκάκου – Ντιάοου, τότε πως θα αντιδρούσαν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους; Σε αντίθεση με τους Ουκρανούς, οι Ιάπωνες έχουν την προστασία μίας συνθήκης ασφαλείας με τις ΗΠΑ. Αλλά, η Κίνα, όπως και η Ρωσία, μπορεί να υπολογίσει ότι η Αμερική δεν θα ρισκάρει να πάει σε πόλεμο με μία άλλη πυρηνική δύναμη –ιδιαίτερα εξαιτίας ορισμένων ακατοίκητων βραχονησίδων στην άλλη πλευρά του πλανήτη.

Σε αυτή την περίπτωση θα εξετάζονταν οι οικονομικές κυρώσεις. Αλλά, το διακύβευμα θα ήταν ακόμη υψηλότερο από ό,τι με τη Ρωσία, διότι η Κίνα είναι πλέον η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη. Στη θεωρία, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να περιορίσουν τις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων –ή ακόμα, σε ακραίες περιπτώσεις, και να χρησιμοποιήσουν το ναυτικό των ΗΠΑ για να μπλοκάρουν τις εισαγωγές ενέργειας της Κίνας. Αλλά, όπως και οι Ρώσοι, οι Κινέζοι έχουν αρκετά οικονομικά όπλα με τα οποία θα προβούν σε αντίποινα, από τη διακοπή των αλυσίδων εφοδιασμού των αμερικανικών εταιρειών μέχρι την άρνηση να αγοράσουν έντοκα γραμμάτια των ΗΠΑ.

Η γνώση ότι οι Κινέζοι –όπως και οι Ιρανοί, οι Σύριοι και οι άλλοι- παρακολουθούν τις εξελίξεις, αυξάνει το κίνητρο για την Αμερική να δράσει στην Ουκρανία. Το επιχείρημα του «αδύναμου Ομπάμα», αν και άδικο και υπεραπλουστευμένο, έχει κερδίσει έδαφος σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αν ο πρόεδρος απειλήσει ότι «θα υπάρξουν κυρώσεις» για τις ενέργειες της Ρωσίας στην Ουκρανία, αλλά μετά δεν κρατήσει το λόγο του, θα φανεί ανόητος. Οι πιθανοί αντίπαλοι της Αμερικής μπορεί επίσης να συμπεράνουν ότι η παγκόσμια οικονομική αλληλεξάρτηση δεν έχει ενισχύσει πολιτικά τη Δύση αλλά, αντ’ αυτού, την έχει αποδυναμώσει.

Αυτό μπορεί να είναι σωστό βραχυπρόθεσμα: θα δούμε. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η παγκοσμιοποίηση εξακολουθεί να λειτουργεί προς όφελος της Δύσης, ακόμη και σε πολιτικό επίπεδο. Μπορεί να έχει μειώσει την ικανότητα της Δύσης να «τιμωρεί», αλλά έχει αυξήσει την δύναμή της να προσελκύει. Τελικά, η τιμωρία που θα πλήγωνε περισσότερο τον Πούτιν θα ήταν να «χάσει» την Ουκρανία. Αλλά, με την κατάληψη της Κριμαίας και την απειλή στην ανατολική Ουκρανία, η Ρωσία είναι πιθανό να αποξενώσει μόνιμα τον ουκρανικό πληθυσμό. Την ίδια στιγμή, υπογραμμίζει το σημείο ότι η Δύση είναι περισσότερο οικονομικά και πολιτικά ελκυστική από τη ρωσική εναλλακτική λύση. Ακόμη και αν η κρίση στην Ουκρανία κάνει τη Δύση να φαίνεται προσωρινά αδύναμη, οι μακροχρόνιες τάσεις εξακολουθούν να είναι πολύ πιο ευνοϊκές για τις ΗΠΑ και την ΕΕ από ό,τι για τη Ρωσία. 

Σχετικα αρθρα

Στο απόγειο η δημοτικότητά της Μέι

admin

Τα μεγάλα αστέρια των hedge funds που έπεσαν

admin

Ο κορονοϊός αποκάλυψε ανάγλυφα την παρακμή της Αμερικής

admin

Μεταναστευτική κρίση ΕΕ: γεγονότα, αριθμοί και απογοητεύσεις

admin

Ως πότε φτάνουν τα λεφτά;

admin

Η άσωτη Βαρσοβία δοκιμάζει την εμπιστοσύνη των Βρυξελλών

admin

Γαλλική λύση για το ελληνικό χρέος

admin

Stress Test: Οι επίσημες ανακοινώσεις των 4 τραπεζών

admin

Πως η ΕΕ πέρασε τα 7 δισ. € μέσα από παραθυράκι του ΕΜΣ

admin

Bruegel : Μόνο με βιώσιμη «ισχυρή» ανάπτυξη θα σταθεί η Ελλάδα στα πόδια της

admin

Τι συμβαίνει με την δόση ;

admin

Γιατί η ΕΚΤ δεν πρέπει ακόμη να επιβραδύνει τα προγράμματα στήριξης

admin

Ο χρόνος τελειώνει για την Ελλάδα… ξανά

admin

Οι «μαύροι κύκνοι» που απειλούν τις αγορές

admin

Tα αρνητικά επιτόκια του Trump βλάπτουν τις τράπεζες της Ευρώπης

admin

Ντράγκι: η ΕΚΤ μπορεί να κάνει περισσότερα

admin

Trump:Σίγουρος ότι ο Covid-19 προήλθε από το εργαστήριο Wuhan στην Κίνα

admin

Η παραπομπή Τραμπ βάζει “φωτιά” στον προεκλογικό αγώνα

admin