Image default
Πρώτο Θέμα

Ανησυχία και σύγχυση στη Γερμανία

Ανησυχία και σύγχυση στη Γερμανία

Με την ανάπτυξη να επιβραδύνεται, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η οικονομία της Γερμανίας –από την κρίση στην Ουκρανία μέχρι το αυξανόμενο κόστος της ενέργειας– θα έχουν συνέπειες πέρα από τα σύνορά της.

Οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν το 50 τοις εκατό του ΑΕΠ σε σχέση με περίπου το 30% στο Ην. Βασίλειο, στη Γαλλία και στην Ιταλία. Μία εκτίμηση υποδεικνύει ότι η Γερμανία υποφέρει από συνολικό χάσμα επενδύσεων της τάξης του 3% του ΑΕΠ, ή €80 δισ. ετησίως. Με τη μεγαλύτερη μέση ηλικία της ΕΕ, η Γερμανία αντιμετωπίζει μία επιταχυνόμενη μείωση του πληθυσμού που είναι σε εργάσιμη ηλικία. Ο ΔΟΕ (Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας) υπολογίζει ότι οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας για τη γερμανική βιομηχανία έχουν τριπλασιαστεί από το 2000.

Η τεχνική εταιρεία Trumpf είναι τόσο περήφανη για τις εργαλειομηχανές της που της εκθέτει μόνιμα σε ένα εκθεσιακό κέντρο προϊόντων υψηλής τεχνολογίας στην έδρα της στη νότια Γερμανία.

Το μηχάνημα κοπής-λέιζερ, το μηχάνημα διάτρησης και το state-of-the-art μηχάνημα που συνδυάσει κοπή λέιζερ με διάτρηση, είναι κάποια από τα παραδείγματα που μαγεύουν τους επισκέπτες του κέντρου με την αλάνθαστη ακρίβειά τους –επεξεργάζονται τα πάντα, από κοσμήματα μέχρι εξαρτήματα πορτών αυτοκινήτων. Το φύλλο χάλυβα μετατρέπεται στα συστατικά του μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Τα παλιοσίδερα εξαφανίζονται εν ριπή οφθαλμού.

Φαινομενικά, θα πίστευε κανείς ότι όλα πηγαίνουν καλά με αυτή την οικογενειακή επιχείρηση, η οποία δημοσίευσε ετήσιες πωλήσεις €2,6 δισ. μέχρι τον Ιούνιο, τις υψηλότερες στην ιστορία της των 90 χρόνων. Αλλά, η κρίση στην Ουκρανία υπονομεύει ακόμη και τις προοπτικές της Trumpf.

«Οι πελάτες μας εξακολουθούν να επενδύουν», λέει ο Mathias Kammüller, εκτελεστικός αντιπρόεδρος, «αλλά είναι όλοι πολύ προσεκτικοί μετά την κρίση της Lehman το 2008. Και, η Ουκρανία έχει κάνει τους ανθρώπους [ακόμη] πιο προσεκτικούς».

Αυτή η επιφυλακτικότητα εξαπλώνεται σε όλη τη Γερμανία, καθοδηγούμενη από την επιδείνωση των συγκρούσεων στην ανατολική Ευρώπη και την πρόσφατη επιβολή των οικονομικών κυρώσεων στη Ρωσία, οι οποίες επιδεινώνουν τα εσωτερικά προβλήματα. Όπως δηλώνει και ο Joe Kaeser, διευθύνων σύμβουλος της Siemens, οι γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν τώρα «σοβαρούς κινδύνους» για την ανάπτυξη της Ευρώπης για αυτό το έτος και για το επόμενο.

Το 2014, ένα έτος που αναμενόταν να είναι πολύ ισχυρό για τη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης –αντιπροσωπεύει σχεδόν το 30 τοις εκατό του ΑΕΠ της ευρωζώνης– μοιάζει πλέον στην καλύτερη περίπτωση μέτριο. Η ανάπτυξη στο τρίμηνο μέχρι το τέλος τους Ιουνίου υποχώρησε κατά 0,2 τοις εκατό, μία μείωση διπλάσια από τις προβλέψεις, προτρέποντας τους οικονομολόγους να μειώσουν τις προβλέψεις τους για το 2014 από το 2 σε περίπου 1,5 τοις εκατό.

Η οικονομία της Γερμανίας, που είναι προσανατολισμένη προς τις εξαγωγές, έχει υπάρξει εδώ και καιρό το μοντέλο για την υπόλοιπη Ευρώπη. Ωστόσο, η φαινομενική της δύναμη κρύβει μακροπρόθεσμες ευπάθειες οι οποίες απειλούν να μειώσουν τη δυναμικότητά της.

Οι επιπτώσεις της επιβράδυνσης στη Γερμανία εκτείνονται πέρα από τα σύνορά της. Η ταχύτερη ανάπτυξη θα προσέφερε περισσότερο χρόνο στα πιο αδύναμα κράτη-μέλη της ευρωζώνης για να προχωρήσουν σε αναδιάρθρωση, ενώ μία επιβράδυνση θα καθυστερούσε την ανάκαμψη της ευρωζώνης και θα προσέθετε πίεση στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να επεκτείνει την υπερ-χαλαρή νομισματική πολιτική της.

Τον Αύγουστο, η ΕΚΤ αποφάσισε να αναβάλει την εκκίνηση των νέων πρωτοβουλιών της σε σχέση με την τόνωση της οικονομίας, παρά το γεγονός ότι η αύξηση της παραγωγής της ευρωζώνης μειώθηκε στο μηδέν στους τρεις μήνες έως τον Ιούνιο, εν μέρει εξαιτίας της αρνητικής συνεισφοράς της Γερμανίας. Η ΕΚΤ συνεδριάζει και πάλι την Πέμπτη, αντιμέτωπη με τις εκκλήσεις –έπειτα από τα υποτονικά στοιχεία του πληθωρισμού της ευρωζώνης την περασμένη εβδομάδα– για περισσότερη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.

«Η ξαφνική πτώση κατά το δεύτερο τρίμηνο στην στασιμότητα ήρθε από του πουθενά», λέει ο Holger Schmieding, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg. «Μπορεί να εξυπηρετήσει το ρόλο του να θυμίσει στους πάντες, συμπεριλαμβανομένου του Βερολίνου, ότι η γερμανική οικονομία δεν είναι άτρωτη».

«[Είναι επίσης] ένας ξεκάθαρος λόγος για την ΕΚΤ να σκεφτεί το ενδεχόμενο να κάνει περισσότερα».

Η επιβράδυνση στη Γερμανία δεν έχει να κάνει μόνο με την Ουκρανία. Οι ανησυχίες των γερμανικών ανώτατων στελεχών λαμβάνουν επίσης υπόψη τις αδυναμίες των αναδυόμενων αγορών σε χώρες όπως η Βραζιλία, σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες απειλές του ανταγωνισμού από την Κίνα και τη βιομηχανική αναζωπύρωση των ΗΠΑ.

Στην πατρίδα τους, ανησυχούν για το υψηλό κόστος της ενέργειας, για τις ελλείψεις ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, για την κατάρρευση των υποδομών και τα εμπόδια της γραφειοκρατίας.

Μικρότερες εταιρείες από τη δική μας βρίσκονται ήδη σε δύσκολη θέση. Πρέπει να δείξουμε στους νέους ότι οι θέσεις εργασίας στα εργοστάσια είναι ελκυστικές.

Στις επιχειρήσεις δεν αρέσει και η πιο πρόσφατη οικονομική πολιτική της κας Μέρκελ, ιδίως όσον αφορά τον υποχρεωτικό κατώτατο μισθό και τη δαπανηρή αύξηση των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων. Το DIHK, το εθνικό εμπορικό επιμελητήριο, έχει καταφερθεί εναντίον των κινήσεων πολιτικής, οι οποίες φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με τα όσα έχει ζητήσει η Γερμανία από τους νότιους γείτονές της.

Η Γερμανία εξακολουθεί να τα πηγαίνει καλά. Με τις προβλέψεις να δείχνουν ανάπτυξη 1,5 τοις εκατό για φέτος, το γερμανικό ΑΕΠ αναμένεται στο τέλος του 2014 να είναι κατά 10 τοις εκατό υψηλότερο από ό,τι πριν την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-9. Ο δείκτης αυτός είναι μικρότερος μεν από των ΗΠΑ (13 τοις εκατό), αλλά μίλια μπροστά από την υπόλοιπη ΕΕ, όπου η παραγωγή θα κυμανθεί σε επίπεδα κάτω από τα αντίστοιχα του 2008.

Η πανίσχυρη γερμανική «μηχανή» εξαγωγών ξεπέρασε το προ-2009 ρεκόρ της το 2011 και συνεχίζει ακάθεκτη στο €1,1 τρισ., τρίτη στον κόσμο μετά την Κίνα και τις ΗΠΑ. Τα οικονομικά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης είναι σταθερά, ενώ ο προγραμματισμένος δανεισμός αναμένεται να μειωθεί στο μηδέν κατά το επόμενο έτος. Ενώ το χρέος των νοικοκυριών έχει μειωθεί, η κατανάλωση αυξάνεται, έστω και με αργούς ρυθμούς. Η ανεργία είναι κάτω από το 7 τοις εκατό, σε σύγκριση με το σχεδόν 13 τοις εκατό στην υπόλοιπη ευρωζώνη.

Αλλά, η αργή ανάπτυξη θα καταστήσει δυσκολότερη τη χρηματοδότηση του νέου καθεστώτος της πρόωρης χρηματοδότησης, της αύξησης των μισθών του δημοσίου και των πρόσθετων δαπανών για υποδομές. Θα ενδυναμώσει επίσης τις απαιτήσεις των μεταρρυθμίσεων που αφορούν την ενίσχυση των επιχειρήσεων.

«Η Γερμανία είναι τώρα σε μία πολύ καλή θέση», λέει ο Markus Kerber, διευθύνων σύμβουλος της BDI, της γερμανικής ένωσης βιομηχανίας. «Αλλά, μέσα στα επόμενα 10 χρόνια, κάθε οικονομία στον ανεπτυγμένο κόσμο θα χρειαστεί να αλλάξει. …[Στη Γερμανία] το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα δεν σημειώνει την πρόοδο που σημείωνε τα προηγούμενα χρόνια».

Εκ πρώτης όψεως, δεν είναι ξεκάθαρο γιατί ακριβώς η κρίση στην Ουκρανία κάνει τόση ζημιά στη γερμανική επιχειρηματική εμπιστοσύνη, από τη στιγμή που η Ρωσία αντιπροσωπεύει μόλις το 3 τοις εκατό των γερμανικών εξαγωγών, και το Κίεβο μόλις το 1 τοις εκατό.

Αλλά, οι 6.000 γερμανικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη Ρωσία έχουν σημαντικούς δεσμούς με την υπόλοιπη οικονομία. Οι κυρώσεις της ΕΕ που αφορούν την άμυνα, τη χρηματοδότηση και τον εξοπλισμό του πετρελαίου έχουν επιδεινωθεί από τα ρωσικά αντίποινα στον τομέα της γεωργίας, γεγονός που έχει πλήξει τους Γερμανούς αγρότες.

Εντωμεταξύ, ο ρόλος των υπόλοιπων εξαγωγικών αγορών παραμένει αποσπασματικός. Τον Αύγουστο, το εμπορικό επιμελητήριο DIHK μείωσε την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη των εξαγωγών σε 3 τοις εκατό, σε σύγκριση με την αρχική του πρόβλεψη για 4,5 τοις εκατό. Η Henkel, η εταιρεία καταναλωτικών προϊόντων, δήλωσε ότι οι αναταραχές στη Μέση Ανατολή, καθώς και η κρίση στην Ουκρανία, θα έχουν ενδεχομένως «αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον της αγοράς».

Οι ασθενείς εξαγωγές έχουν μεγαλύτερη επίδραση στην ψυχολογία της χώρας από ό,τι οπουδήποτε αλλού στον ανεπτυγμένο κόσμο, διότι η Γερμανία εξαρτάται ιδιαίτερα από το εμπόριο.

Οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν το 50 τοις εκατό του ΑΕΠ, σε σύγκριση με το περίπου 30 τοις εκατό στο Ην. Βασίλειο, τη Γαλλία και την Ιταλία, και το περίπου 15 τοις εκατό στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία.

Ο φόβος είναι ότι ενώ οι εταιρείες θα πραγματοποιούν τις υποχωρήσεις τους, η μείωση των εξαγωγών θα επηρεάσει τις επενδύσεις. Στην WSM, μία ένωση 5.000 επιχειρήσεων επεξεργασίας μετάλλων, ο Christian Vietmeyer, διευθύνων σύμβουλος, λέει: «Το πρώτο μισό του έτους ήταν καλό, με αύξηση της παραγωγής 6,1 τοις εκατό. Αλλά, σε μία δημοσκόπηση τον Ιούλιο, τα μέλη μας είπαν ότι η προοπτικές επιδεινώνονται».

Οι χαμηλές επενδύσεις αποτελούν μία μακροχρόνια αδυναμία της γερμανικής οικονομίας. Το μερίδιο των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου στο ΑΕΠ είναι μόλις 17 τοις εκατό, πολύ κάτω από τον μέσο όρο του 21 τοις εκατό για τις βιομηχανικές χώρες.

Τόσο οι δημόσιες, όσο και οι ιδιωτικές επενδύσεις μειώθηκαν κατά τη δεκαετία του 2000 –ως αντίδραση στη δεκαετία του 1990 και της έκρηξης των επενδύσεων που ακολούθησαν τη γερμανική επανένωση. Αλλά, οι οικονομολόγοι λένε ότι τα επίπεδα των επενδύσεων είναι πλέον σε πολύ χαμηλά επίπεδα εδώ και πολύ καιρό. Μία μελέτη του DIHK λέει ότι το συνολικό χάσμα των επενδύσεων ανέρχεται σε 3 τοις εκατό του ΑΕΠ, ή αλλιώς €80 δισ. ετησίως.

Στο δημόσιο τομέα, οι διαφορές είναι ακόμη πιο ορατές, για παράδειγμα στις παλιωμένες γέφυρες κατά μήκος του Ρήνου, στη δυτική Γερμανία. Στο Λεβερκούζεν, για παράδειγμα, η πρόσβαση στα φορτηγά άνω των 3,5 τόνων στη γέφυρα του αυτοκινητόδρομου Α1 έχει απαγορευτεί –και πρόκειται για μία βασική συνδετική γέφυρα ανατολής-δύσης. Η αντικατάστασή της δεν προβλέπεται να δρομολογηθεί για τουλάχιστον έξι χρόνια.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει ανταποκριθεί με επιπλέον €10 δισ. στο σχέδιο του προϋπολογισμού για την περίοδο 2014-17, ωστόσο τα χρήματα αυτά υπολείπονται κατά πολύ της εκτίμησης του ΔΝΤ νωρίτερα φέτος. Το ΔΝΤ προέτρεψε το Βερολίνο να ξοδέψει €50 δισ.

Στον ιδιωτικό τομέα, οι εγχώριες επενδύσεις σε μηχανήματα βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό του 6,2 τοις εκατό του ΑΕΠ. Είναι γεγονός ότι οι γερμανικές εταιρείες επενδύουν σε μεγάλο βαθμό στο εξωτερικό, κυρίως στην ανατολική Ευρώπη και την Κίνα. Ωστόσο, οι άμεσες ξένες επενδύσεις αντιστοιχούν σε περίπου 1 τοις εκατό του ΑΕΠ, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, έτσι αυτό από μόνο του δεν εξηγεί το εγχώριο χάσμα των επενδύσεων.

Η άμεση απειλή είναι η ενεργειακή πολιτική. Υπάρχει ανησυχία στη βιομηχανία σχετικέ με το κόστος της πίεσης της κυβέρνησης για ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ παράλληλα καταργείται σταδιακά η πυρηνική ενέργεια έως το 2022.

Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας της γερμανικής βιομηχανίας έχουν τριπλασιαστεί από το 2000, σκαρφαλώνοντας από τον πάτο στην κορυφή της ΕΕ.

Η κυβέρνηση στοιχηματίζει ότι η εναλλακτική ενέργεια θα κάνει βιώσιμη τη βιομηχανία και θα δημιουργήσει εξαγώγιμες τεχνολογίες. Ο κ. Kammüller της Trumpf στηρίζει το Βερολίνο: «Δεν βλέπουμε ως απειλή την ενεργειακή μεταρρύθμιση. Η Γερμανία είναι μπροστά, διότι οι γερμανικές εταιρείες κάνουν επενδύσεις εξοικονόμησης ενέργειας που οι άλλοι ακόμη δεν έχουν κάνει».

Αλλά, η βαριά βιομηχανία εμφανίζει λιγότερη αισιοδοξία. Η BASF, ο όμιλος χημικών, ανακοίνωσε σχέδια αυτό το έτος για μετατόπιση ενός εργοστασίου πλαστικών στις ΗΠΑ, εξαιτίας του χαμηλού κόστους ενέργειας.

Στην ένωση των εργαζομένων μετάλλων, ο κ. Vietmeyer λέει: «Δεν μπορούμε να μετρήσουμε αυτό το ενδιαφέρον σε επενδύσεις εκτός Γερμανίας. Αλλά, μέχρι να φανεί στις στατιστικές σε 10-15 χρόνια, θα είναι πολύ αργά για να κάνουμε το παραμικρό».

Με τον μεγαλύτερο μέσο όρο ηλικίας στην ΕΕ, η Γερμανία αντιμετωπίζει επίσης μία επιτάχυνση της μείωσης του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, ακόμη νωρίτερα από τους Ευρωπαίους εταίρους της.

Την τελευταία δεκαετία, τα αποτελέσματα έχουν συγκαλυφθεί από τις απότομες αυξήσεις στο ποσοστό των εργαζομένων γυναικών, και των αντρών άνω των 55. Αλλά, καθώς η γενιά αυτή συνταξιοδοτείται, ο πληθυσμός που είναι σε ηλικία εργασίας θα σημειώσει πτώση περίπου μεταξύ 6 και 42 εκατ. μέχρι το 2030, σύμφωνα με τις προβλέψεις.

Οι εργοδότες αγωνίζονται για να καλύψουν τις ελλείψεις, ιδίως όσον αφορά τα πόστα των ειδικευμένων εργατών. Για παράδειγμα, στη βιομηχανική περιοχή γύρω από το Hof, στη βόρεια Βαυαρία, οι επιχειρηματίες πραγματοποιούν «ημερίδες για κορίτσια» ώστε να ενθαρρύνουν τις γυναίκες να εξετάσουν θέσεις εργασίας που ήταν κάποτε αντρικό προνόμιο, οργανώνοντας προγράμματα πρακτικής άσκησης για μαθητές σχολίων, και πραγματοποιώντας επισκέψεις σε σχολεία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για την προώθηση της εργασίας στο εργοστάσιο.

Ο Maximilian Waldenfels,  διευθύνων σύμβουλος της Scherdel, μίας οικογενειακής επιχείρησης ανταλλακτικών αυτοκινήτων, λέει: «Οι μικρότερες επιχειρήσεις από τη δικιά μας αντιμετωπίζουν ήδη δυσκολίες. Πρέπει να δείξουν στους νέους ότι οι θέσεις εργασίας στο εργοστάσιο είναι ελκυστικές».

Οι επιχειρήσεις παραπονιούνται επίσης για τη γραφειοκρατία, ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών. Για παράδειγμα, τα περισσότερα μαγαζιά εξακολουθούν να είναι κλειστά τις Κυριακές, βάσει μίας πολιτικής που προστατεύει τα μικρά καταστήματα ενάντια στα σούπερ μάρκετ. Οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να μετακινηθούν ελεύθερα, διότι το καθένα από τα 16 ομοσπονδιακά κρατίδια έχει τις δικές του προϋποθέσεις. Στην κατασκευή, τα μεγάλα προγράμματα πολλές φορές καθυστερούν ακόμη και δεκαετίες λόγω των πολιτικών διενέξεων.

Παρά τις ανησυχίες των εγχώριων επιχειρήσεων, η χώρα παραμένει ο τέταρτος πιο ελκυστικός επενδυτικός προορισμός σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ. Οι επιδόσεις της χώρας είναι πολύ καλές όσον αφορά τους ειδικευμένους εργαζομένους, το ιστορικό καινοτομίας και τα υπερ-αποδοτικά διεταιρικά δίκτυα. Στο 3 τοις εκατό του ΑΕΠ, οι δαπάνες για την έρευνα και την ανάπτυξη είναι μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ.

Ωστόσο, η χώρα είναι αντιμέτωπη με τεράστιο διεθνή ανταγωνισμό. Ενώ η Κίνα είναι μία τεράστια αγορά, είναι επίσης και μία πηγή αυξανόμενης αντιπαλότητας. Εντωμεταξύ, οι ΗΠΑ θέτουν άλλου είδους προκλήσεις με τη μορφή της Google και άλλων εταιρειών που έχουν τη βάση τους στο διαδίκτυο, οι οποίες ψάχνουν να επωφεληθούν από την κυριαρχία τους στις παγκόσμιες ροές δεδομένων.

Η επιβράδυνση της ανάπτυξης καθιστά δυσκολότερο το να επικεντρωθεί η χώρα σε αυτές τις προκλήσεις, ακόμη και καθώς γίνονται όλο και πιο επιτακτικές.

Πριν από μία δεκαετία, η Γερμανία πέρασε μία περίοδο δύσκολων οικονομικών μεταρρυθμίσεων προκειμένου να αναζωογονήσει την ανάπτυξή της. Είναι σίγουρο ότι δεν θα ήθελαν να ξαναζήσουν αυτή την εμπειρία.

Σχετικα αρθρα

FDP: «Είμαστε διατεθειμένοι να συζητήσουμε ελαφρύνσεις του ελληνικού χρέους-Αδικαιολόγητοι οι φόβοι για Grexit»

admin

XA:Διόρθωση πριν την νέα άνοδο- Ο ΟΠΑΠ στο επίκεντρο

admin

Προς χρεοκοπία το Πουέρτο Ρίκο εντός του Σαββατοκύριακου

admin

Tα μέτρα για ιδιοκτήτες ακινήτων και οφειλέτες της εφορίας

admin

Tι θα γίνει με τη Cyta Hellas;

admin

Η τακτική του Σόιμπλε για το ΔΝΤ και η φαινομενική ψυχραιμία του Γερμανού υπουργού

admin

Oι μνηστήρες για τη «μικρή» ΔΕΗ

admin

«Sell – off» στο Χ.Α. με-3,80%-Πτώση 8,15% στις Τράπεζες…

admin

Έρχεται διεθνής καταιγίδα, η Ελλάδα… χωρίς ομπρέλα

admin

Κύπρος:Το δίκιο του ισχυρού

admin

Bloomberg: «Η Ελλάδα βγαίνει από την τιμωρία» – Ωφελήθηκε από την πολιτική του Ντράγκι

admin

Αναβρασμός σε SPD και CDU

admin

Όσο πιο δύσκολο γίνεται το Brexit, τόσο πιο απαραίτητο φαίνεται

admin

Στασιμότητα στο Λονδίνο ενώ η οικονομία πιέζει

admin

Ο κινέζικος «δράκος» προβληματίζει…

admin

Το παιχνίδι στη Μέση Ανατολή είναι πολύ μεγαλύτερο από την Τουρκία

admin

Commerzbank: Μονόδρομος για την Τουρκία τα capital controls

admin

Ποιος είναι ο νέος Γερμανός ΥΠΟΙΚ Όλαφ Σολτς

admin