Image default
Πρώτο Θέμα

Το σύνδρομο του Ταρτούφου του Φρανσουά Ολλάντ

Το σύνδρομο του Ταρτούφου του Φρανσουά Ολλάντ

Στην κλασσική κωμωδία «Ταρτούφος», ο Μολιέρος δείχνει πως το να επιτρέπει κανείς στην περηφάνια, αντί της λογικής,  να καθορίζει τις πράξεις του, αναπόφευκτα δεν τελειώνει καλά.

Ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολλάντ δείχνει να έχει σε προχωρημένο στάδιο την ασθένεια του Ταρτούφου, κάνοντας επανειλημμένα πολιτικές δηλώσεις τις οποίες δεν μπορεί να κάνει πράξη, εν μέρει λόγω παραγόντων που δεν είναι στον έλεγχό του – για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση – αλλά κυρίως επειδή του λείπει η αποφασιστικότητα.

Για τη Γαλλία, οι συνέπειες των αποτυχιών του Ολλάντ θα είναι πολύ πιο δραματικές από τη δική του πολιτική πτώση. Πράγματι, η χώρα θα μπορούσε να έρθει αντιμέτωπη με την καταστροφή, καθώς οι ενέργειες του Ολλάντ διακινδυνεύουν να βουλιάξουν την οικονομία σε παρατεταμένη στασιμότητα και να οδηγήσουν τους αυξανόμενα οργισμένους γάλλους πολίτες να ψηφήσουν τον Marine Le Pen του ακροδεξιού κόμματος  National Front ως διάδοχό του.

Οι οικονομικές πολιτικές της Γαλλίας είναι αστήριχτες, κάτι που σημαίνει πως και οι δύο κύριοι καθοριστικοί φορείς αυτών των πολιτικών, η ΕΝΕ και η προσέγγιση του Ολλάντ, πρέπει να αλλάξουν ριζικά. Ως τώρα, αυτό δε φαίνεται να συμβαίνει.

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, μια δημοσκόπηση έδειξε τα ποσοστά αποδοχής του Ολλάντ να πέφτουν κατακόρυφα στο 12% – το χαμηλότερο ποσοστό για οποιονδήποτε γάλλο πρόεδρο στην ιστορία των σύγχρονων δημοσκοπήσεων – από ένα ήδη απειλητικό 27% έναν μήνα νωρίτερα. Την ίδια μέρα, ο Ολλάντ έδωσε μια μακροσκελή τηλεοπτική συνέντευξη, όπου συνδύασε την παραδοχή των λαθών με νέες υποσχέσεις.

Για παράδειγμα η ανεργία, η οποία τον Σεπτέμβρη βρισκόταν στο 10,5%, σε σχέση με το μόλις 5% της Γερμανίας. Στη συνέντευξή του ο Ολλάντ παραδέχτηκε πως, παρά τη δέσμευσή του, μια ανατροπή της αρνητικής τάσης στην απασχόληση «δε συνέβη» φέτος. (Απέτυχε ωστόσο να αναφέρει πως είχε θέσει τον ίδιο στόχο και πέρυσι.)

Το πρόβλημα της ανεργίας στη Γαλλία είναι αποτέλεσμα των υπέρογκων κανονισμών απασχόλησης (ο κώδικας απασχόλησης έχει 3.648 σελίδες) και, πάνω από όλα, μιας εξουθενωτικής φορολόγησης της εργασίας. Η κύρια νέα υπόσχεση του Ολλάντ – να μην προσθέσει νέους φόρους, ξεκινώντας από το επόμενο έτος – μπορεί να ήταν μια έμμεση παραδοχή αυτού του γεγονότος.

Εν τω μεταξύ, ωστόσο, θα υπάρξει μια αύξηση στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης ντίζελ, και μια προσαύξηση 20% στους φόρους ακίνητης περιουσίας θα τοποθετηθεί για τα δεύτερα ακατοίκητα σπίτια σε πυκνοκατοικημένες περιοχές. Καθώς αυτές οι φορολογικές αλλαγές πιθανότατα θα εγκριθούν πριν το τέλος του χρόνου, θα πρέπει να είναι και οι τελευταίες – εάν, φυσικά, ο Ολλάντ κρατήσει την υπόσχεσή του.

Δεδομένης της προϊστορίας του Ολλάντ – η φορολογική επιβάρυνση έχει αυξηθεί κατά 40 δις ευρώ τα τελευταία δύο χρόνια – φαίνεται μάλλον απίθανο να το κάνει. Ήδη, οι ίδιοι οι αξιωματούχοι του Ολλάντ κάνουν πίσω, με τον υπουργό προϋπολογισμού, Christian Eckert, να δηλώνει πως δε θα πρέπει να αποκλείονται νέες φορολογικές αυξήσεις: «Δεν μπορείς να καθορίσεις μια κατάσταση που εξαρτάται από διεθνείς παράγοντες τους οποίους δεν ελέγχουμε».

Φυσικά, αυτοί οι «διεθνείς παράγοντες» είναι η ΕΝΕ, η οποία βάζει σημαντικούς εξωτερικούς περιορισμούς στη γαλλική πολιτική. Ακόμη και χωρίς αυτού του είδους τους περιορισμούς, είναι λογικό για τους δημοσιονομικούς δημιουργούς πολιτικών να διατηρούν τις επιλογές τους ανοιχτές.

Σε κάθε περίπτωση, οι δημιουργοί του ευρώ έκαναν λάθος όταν περίμεναν πως το κοινό νόμισμα θα προωθούσε οικονομική και πολιτική σύγκλιση ανάμεσα στα μέλη του. Αποκλείοντας την προσαρμογή των συναλλαγματικών ισοτιμιών για την αντιμετώπιση των διαφορών στην ανταγωνιστικότητα, το ευρώ έχει αναγκάσει τις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες να αναζητήσουν επίπονη και αργή «εσωτερική υποτίμηση» (περιορισμό των πραγματικών μισθών). Αυτό έχει μειώσει τη ζήτηση και τις τιμές, αυξάνοντας την ανομοιογένεια στην οικονομική απόδοση των κρατών μελών της ευρωζώνης.

Η Γαλλία έχει αυτή τη στιγμή έλλειμμα 2% του ΑΕΠ, σε σχέση με το πλεόνασμα του 8% του ΑΕΠ της Γερμανίας.

Η αποπληθωριστική επίδραση της εσωτερικής υποτίμησης συνδυάζεται με τον κανόνα, που επανήλθε στο δημοσιονομικό σύμφωνο του 2012, πως οι χώρες της ευρωζώνης είναι εξολοκλήρου υπεύθυνες για τα δικά τους χρέη και συνεπώς πρέπει να υιοθετήσουν αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Με τη ζήτηση σημαντικά μειωμένη, ούτε και οι μειωμένοι μισθοί μπορούν να δημιουργήσουν την απαραίτητη απασχόληση.

Η μόνη λύση, υποστηρίζουν πολλοί υποστηρικτές του ευρώ, είναι ολοκληρωτική πολιτική ένωση, η οποία θα επέτρεπε δημοσιονομικές μεταφορές από τις πιο ανταγωνιστικές χώρες της ευρωζώνης στις πιο αδύναμες. Αλλά η νότια Ιταλία, η οποία δεν έχει χρησιμοποιήσει τις δημοσιονομικές μεταφορές από τον βορά από τις οποίες εξαρτιόταν για πολύ καιρό για να αλλάξει την οικονομία της ή να ωθήσει την παραγωγικότητα, δείχνει πόσο ελάχιστο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας προσέγγισης. Η σκέψη πως η δημοσιονομική ένωση της ευρωζώνης θα τα πήγαινε καλύτερα είναι μια επικίνδυνη φαντασίωση.

Άλλη μία πιθανή προσέγγιση θα μπορούσε να είναι οι ισχυρές οικονομίες της ευρωζώνης, ιδιαίτερα η Γερμανία, να υποστηρίξουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα ωθήσουν την παραγωγικότητα σε λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Αυτό είναι μάλλον που εννοούσε η γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ σε ιδιωτική συζήτηση σε συνάντηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του περασμένου Δεκεμβρίου, όταν φέρεται να είπε πως, ενώ η Γερμανία «δεν μπορεί να καλύψει μεταφορές σε όλη την Ευρώπη», μπορεί να «βοηθήσει να πληρωθούν τα ιατρικά έξοδα». Αλλά, αργά ή γρήγορα, οι πιο αδύναμες οικονομίες πιθανώς θα αποχωρήσουν από αυτού του είδους τις μεταρρυθμίσεις, διεκδικώντας τη νομισματική τους κυριαρχία ως απαραίτητο – αν και καθόλου αποτελεσματικό – μέσο για την αποφυγή οικονομικής και κοινωνικής κατάρρευσης.

Στο μεταξύ, ο Ολλάντ θα συνεχίσει να θυμίζει τον Ταρτούφο. «Κλειδωμένοι» στο ενιαίο νόμισμα, η αδυναμία των γάλλων πολιτικών να πράξουν κάνουν τις υποσχέσεις τους να μην έχουν καμία αξία. Ως αποτέλεσμα, η Γαλλία μπορεί να περιμένει δημόσιες διαμαρτυρίες, καθώς και περαιτέρω αύξηση της στήριξης σε ακραία κόμματα – και κυρίως το National Front του Le Pen.  

Σχετικα αρθρα

Bloomberg: Όλες οι χώρες να ξεχάσουν τη «γρήγορη ανάκαμψη»

admin

Ανάκαμψη της παραγωγής σε 11 από τους 24 βιομηχανικούς κλάδους

admin

Με το… πιστόλι στον κρόταφο η ελληνική κυβέρνηση

admin

FAZ: «Αντίο Βαλκάνια;»

admin

Νέο ρεκόρ επενδύσεων αναμένεται να πετύχει φέτος η Ελλάδα

admin

WSJ: Η θεραπεία της Ευρώπης ξεκινά και τελειώνει με την Ελλάδα

admin

Οι γαλλό-γερμανικές διαφορές για την άμυνα καθιστούν ευάλωτη την Ευρώπη

admin

Το lockdown θα έχει πιο δυσάρεστες επιπτώσεις στην υγεία από τον ιό!

admin

Spiegel: Μακρόν, η καλύτερη εκδοχή του Σόιμπλε

admin

“Θρίλερ” χωρίς τέλος στην Αμερική

admin

Bloomberg: Η πανδημία κρατά τα «κλειδιά» της Ευρώπης – Τα lockdown από… τον Τζόνσον έως τον Μητσοτάκη

admin

Κλιμάκωση από την Τουρκία, το πρώτο τέστ για τον ΥΠΕΞ Τσίπρα!

admin

FAZ: Νικήτρια της τουριστικής χρονιάς η Ελλάδα

admin

Το Bitcoin έχει κάτι μαγικό, σε οποιαδήποτε τιμή

admin

ΧΑ:Αναμονή έως…το εμβόλιο

admin

Ο επόμενος επικεφαλής της Fed θα έχει να χειριστεί μια οικονομία αργής ανάπτυξης

admin

Τα βλέμματα πλέον στην Ουάσιγκτον

admin

Αποδυναμώνονται CDU-SPD, ενισχύεται το AfD

admin