Image default
Πρώτο Θέμα

Σημεία ζωής στην ευρωζώνη

Σημεία ζωής στην ευρωζώνη

Τα τελευταία οικονομικά στοιχεία από την ευρωζώνη δείχνει πως η ανάκαμψη μπορεί να βρίσκεται κοντά. Τι οδηγεί την ανοδική πορεία; Ποια εμπόδια μπορεί να συναντήσει; Και τι μπορεί να γίνει για να διατηρηθεί;

Οι άμεσες αιτίες της ανάκαμψης δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν. Το περασμένο έτος, η ευρωζώνη βρισκόταν στο χείλος μιας δεύτερης ύφεσης. Όταν πρόσφατα βρέθηκε σε τεχνικό αποπληθωρισμό, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ξεκίνησε τελικά μία επιθετική χαλάρωση, ξεκινώντας έναν συνδυασμό ποσοτικής χαλάρωσης και αρνητικών επιτοκίων.

Η χρηματοπιστωτική αντίδραση ήταν άμεση: σε προσμονή της νομισματικής χαλάρωσης και μετά το ξεκίνημά της, το ευρώ έπεσε απότομα, οι αποδόσεις των ομολόγων στον πυρήνα της ευρωζώνης και την περιφέρεια έπεσαν σε πολύ χαμηλά επίπεδα, τα χρηματιστήρια άρχισαν να ανακάμπτουν σθεναρά. Αυτό, μαζί με την απότομη πτώση στην τιμή του πετρελαίου, ώθησε την οικονομική ανάπτυξη.

Συμβάλλουν και άλλοι παράγοντες. Η πιστωτική χαλάρωση της ΕΚΤ επιχορηγεί ενεργά τα τραπεζικά δάνεια. Η δημοσιονομική υστέρηση θα είναι μικρότερη φέτος, καθώς η Ευρωπαϊκή Κομισιόν γίνεται περισσότερο επιεικής. Και το ξεκίνημα της τραπεζικής ένωσης επίσης βοηθά, ύστερα από τα τελευταία stress tests και τις αξιολογήσεις ποιότητας περιουσιακών στοιχείων, οι τράπεζες έχουν μεγαλύτερη ρευστότητα και περισσότερο κεφάλαιο να δανείσουν στον ιδιωτικό τομέα.

Ως αποτέλεσμα αυτών των παραγόντων, η ανάπτυξη της ευρωζώνης έχει επανέλθει, και οι μετοχές της ευρωζώνης είχαν πρόσφατα καλύτερη απόδοση από αυτές των ΗΠΑ. Η αποδυνάμωση του ευρώ και τα επιθετικά μέτρα της ΕΚΤ μπορεί ακόμη και να σταματήσουν την αποπληθωριστική πίεση αργότερα μέσα στο έτος.

Όμως μία πιο ανθεκτική και βιώσιμη ανάκαμψη αντιμετωπίζει ακόμη αρκετές προκλήσεις. Για αρχή, οι πολιτικοί κίνδυνοι θα μπορούσαν να εκτροχιάσουν τη διαδικασία. Η Ελλάδα, ελπίζει κανείς, θα παραμείνει στην ευρωζώνη. Όμως οι δύσκολες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και την τρόικα (ΕΚΤ, Ευρωπαϊκή Κομισιόν και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) θα μπορούσαν να προκαλέσουν ένα ακούσιο ατύχημα εάν η συμφωνία για τη χρηματοδότηση της χώρας δεν επιτευχθεί τις επόμενες εβδομάδες.

Επιπλέον, το Podemos, ένα αριστερό κόμμα παρόμοιο με τον ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσε να ανέλθει στην εξουσία στην Ισπανία. Λαϊκιστικά αντιευρωπαϊκά κόμματα της δεξιάς και της αριστεράς προκαλούν και τον ιταλό πρωθυπουργό Matteo Renzi. Και η Marine Le Pen του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου βρίσκεται μπροστά στις δημοσκοπήσεις για τις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας το 2017.

Η βραδεία δημιουργία θέσεων εργασίας και ανάπτυξη εσόδων μπορεί να συνεχίσει να πυροδοτεί τις αντιδράσεις των λαϊκιστών ενάντια στη λιτότητα και τις μεταρρυθμίσεις. Ακόμη και η ΕΚΤ υπολογίζει πως η ανεργία της ευρωζώνης θα βρίσκεται ακόμη στο 9,9% το 2017 – αρκετά πάνω από το 7,2% μέσο όρο πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση πριν επτά χρόνια. Και η κούραση από τη λιτότητα και τις μεταρρυθμίσεις στην περιφέρεια της ευρωζώνης συνδυάζεται με την κούραση από τη διάσωση στον πυρήνα, αυξάνονταν τη στήριξη σε εύρος αντιευρωπαϊκών κομμάτων στη Γερμανία, την Ολλανδία και τη Φινλανδία.

Ένα δεύτερο εμπόδιο στη διατήρηση της ανάκαμψης είναι η κακή γειτονιά της ευρωζώνης. Η Ρωσία γίνεται πιο κατηγορηματική και επιθετική στην Ουκρανία, τη Βαλτική, ακόμη και τα Βαλκάνια (ενώ οι κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία μπορούν να βλάψουν πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες). Και η Μέση Ανατολή καίγεται ακριβώς δίπλα: οι πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις σε Παρίσι και Κοπεγχάγη και ενάντια σε ξένους τουρίστες στην Τυνησία, θυμίζουν στην Ευρώπη πως χιλιάδες ντόπιοι τζιχαντιστές θα μπορούσαν να επιστρέψουν από τις μάχες σε Συρία και Ιράκ και αλλού, και να ξεκινήσουν νέες επιθέσεις.

Τρίτον, ενώ οι πολιτικές της ΕΚΤ κρατούν χαμηλά τα κόστη δανεισμού, το ιδιωτικό και δημόσιο χρέος στις χώρες της περιφέρειας, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι υψηλό και συνεχίζει να μεγαλώνει, καθώς ο παρανομαστής του κλάσματος του χρέους – το ονομαστικό ΑΕΠ – δεν αυξάνεται παρά ελάχιστα. Συνεπώς, η βιωσιμότητα του χρέους θα παραμείνει ένα πρόβλημα για αυτές τις οικονομίες.

Τέταρτον, η δημοσιονομική πολιτική παραμένει συσταλτική, καθώς η Γερμανία εξακολουθεί να απορρίπτει τις αυξανόμενες συμβουλές πως θα πρέπει να προβεί σε βραχυπρόθεσμα κίνητρα. Συνεπώς, περισσότερες γερμανικές δαπάνες δε θα αντισταθμίσουν την περαιτέρω λιτότητα στην περιφέρεια ή το σημαντικό έλλειμμα που αναμένεται στο τριετές επενδυτικό σχέδιο των 300 δισεκατομμυρίων ευρώ που αποκαλύφθηκε από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κομισιόν Jean-Claude Juncker.

Πέμπτον, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ακόμη πραγματοποιούνται με πολύ αργό ρυθμό, καθυστερώντας την πιθανή ανάπτυξη. Και ενώ οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες, κάποια μέτρα – όπως η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας και η επανεξέταση των συντάξεων – μπορούν να αυξήσουν το ποσοστό αποταμιεύσεων της ευρωζώνης και συνεπώς να αποδυναμώσουν ακόμη περισσότερο τη συνολική ζήτηση.

Τέλος, η νομισματική ένωση της Ευρώπης παραμένει ατελής. Η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της προϋποθέτει τη σταδιακή ανάπτυξη μιας πλήρους τραπεζικής ένωσης, δημοσιονομικής ένωσης, οικονομικής ένωσης και τελικά πολιτικής ένωσης. Αλλά η διαδικασία της περαιτέρω ευρωπαϊκής συγχώνευσης έχει παραμεληθεί.

Εάν το ποσοστό ανεργίας στην ευρωζώνη παραμείνει πολύ υψηλό μέχρι το τέλος του 2016, ο ετήσιος πληθωρισμός παραμείνει πολύ χαμηλότερα από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ, και οι δημοσιονομικές πολιτικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίζεις επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη, το μόνο παιχνίδι που θα μπορεί να συνεχιστεί θα είναι η ποσοτική χαλάρωση. Ωστόσο, η παρατεταμένη αδυναμία του ευρώ – ως αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών – τροφοδοτεί την αύξηση του πλεονάσματος τρεχουσών συναλλαγών της ευρωζώνης.

Πράγματι, καθώς το ευρώ αποδυναμώνεται, οι εξωτερικοί λογαριασμοί των χωρών της περιφέρειας έχουν περάσει από το έλλειμμα στην ισορροπία και σταδιακά το πλεόνασμα. Η Γερμανία και ο πυρήνας είχαν ήδη μεγάλα πλεονάσματα, με την απουσία πολιτικών για την αύξηση της εγχώριας ζήτησης, αυτά τα πλεονάσματα απλά αυξήθηκαν περισσότερο. Συνεπώς, η νομισματική πολιτική θα πάρει μια μορφή φτωχοποίησης του γείτονα, οδηγώντας σε εμπορικές και συναλλαγματικές εντάσεις με τις ΗΠΑ και άλλους εμπορικούς εταίρους.

Για να αποφύγει αυτό το αποτέλεσμα, η Γερμανία πρέπει να υιοθετήσει πολιτικές – δημοσιονομικά κίνητρα, περισσότερες δαπάνες για υποδομές και δημόσιες επενδύσεις, και πιο γρήγορη ανάπτυξη μισθών – που θα ωθούσαν τις εγχώριες δαπάνες και θα μείωναν το εξωτερικό πλεόνασμα της χώρας. Σε αντίθετη περίπτωση, και μέχρι η Γερμανία να κινηθεί σε αυτήν την κατεύθυνση, δε θα πρέπει να περιμένουμε με σιγουριά μια πιο ισχυρή και βιώσιμη ανάκαμψη στην ευρωζώνη.   

Σχετικα αρθρα

Πώς κέρδισαν οι αγορές τον Erdogan

admin

Παγιδευμένη σε τέλμα η οικονομία της Ευρωζώνης

admin

Eκρηκτικό photo finish +1,42%, με τις τράπεζες στο +4,44%

admin

Βερολίνο: Σημαντικό ότι το δοκιμαστικό ομόλογο είχε επιτυχία

admin

Ο μπαμπούλας του αποπληθωρισμού

admin

Γιατί η ΕΕ ετοιμάζεται για νέα άνοδο της μετανάστευσης

admin

Ο κινέζικος «δράκος» προβληματίζει…

admin

Διασώζοντας τις ανελεύθερες δημοκρατίες της Ευρώπης

admin

Οι εφημερίδες υποδέχονται περισσότερους ψηφιακούς συνδρομητές στην εποχή των ψευδών ειδήσεων

admin

Η Αργεντινή, οι «καρχαρίες» και η χρεοκοπία

admin

DW: Αλλάζει ή βουλιάζει η αυτοκινητοβιομηχανία

admin

Αισιόδοξος ο Γιοχάνες Χαν για μια συμφωνία για την ονομασία της ΠΓΔΜ

admin

Brexit: Ώρα να αφήσουμε τις ευγένειες

admin

Κυβέρνηση Μέρκελ: Θετικός απολογισμός αλλά με αστερίσκους

admin

Γιατί ο Ντράγκι να αποφύγει το δράμα στο Jackson Hole

admin

Ο Μακρόν διεκδικεί τα σκήπτρα του Ντε Γκωλ

admin

Οι ελληνικές εκλογές απειλούνται με αδιέξοδο…

admin

Γερμανική κριτική κατά της Ελλάδας για την προσφυγική κρίση

admin