Image default
Πρώτο Θέμα

Αγάπη και μίσος μεταξύ της Ελλάδας και της δύσης

Αγάπη και μίσος μεταξύ της Ελλάδας και της δύσης

Το 2010, τη χρονιά του πρώτου διεθνούς προγράμματος διάσωσης των 110 δισεκατομμυρίων ευρώ της χώρας, πολλοί έλληνες καταλάβαιναν πως το κράτος και οι πολίτες είχαν ζήσει επί δεκαετίες πέραν των δυνατοτήτων τους.

Το φάρμακο της λιτότητας και της οικονομικής μεταρρύθμισης θα ήταν πικρό, αλλά έπρεπε να το καταπιούν. Η κυρίαρχη ανάγκη, όπως και για προηγούμενες γενιές ελλήνων, ήταν η παραμονή σε έναν δρόμο προς τον εκσυγχρονισμό και την ευρωπαϊκή ταυτότητα.

Σήμερα στην Αθήνα η διάθεση είναι διαφορετική. Η εξάντληση και η απογοήτευση έχουν πάρει τη θέση της αυτοκριτικής. Υπάρχει πολλή δυσαρέσκεια για τα πέντε χρόνια φαρμακευτικής αγωγής που φαίνονται να μην έχουν αποφέρει πολλά, εκτός από τη μαζική ανεργία, την πτώχευση των επιχειρήσεων, τον μαρασμό του κοινωνικού κράτος και την εθνική ταπείνωση.

Παρ’ όλα αυτά, η επιθυμία για μια σύγχρονη Ελλάδα, που θα διεκδικεί τη θέση της στην Ευρώπη, δεν έχει αλλάξει πολύ από το 2010. Αυτό εξηγεί το εμφανές παράδοξο που ψήφισαν οι έλληνες στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, ενάντια σε προϋποθέσεις διάσωσης που είχαν σκοπό να κρατήσουν τη χώρα στην ευρωζώνη, ενώ δήλωναν σε δημοσκοπήσεις πως θέλουν να παραμείνουν στη νομισματική ένωση της Ευρώπης. Ακόμη και το 66% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ τίθενται υπέρ του ευρώ.

Εξηγεί επίσης ένα εμφανές παράδοξο του Αλέξη Τσίπρα, του ριζοσπάστη αριστερού πρωθυπουργού και αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ. Προέτρεψε επιτυχημένα το κοινοβούλιο της Ελλάδας να εγκρίνει την περασμένη εβδομάδα μεταρρυθμίσεις σε φόρους και συντάξεις, που απαιτούνται για την εξασφάλιση της νέας διάσωσης των 86 δισεκατομμυρίων ευρώ – η τρίτη από το 2010. Την ίδια στιγμή, ωρυόταν πως είχε «εκβιαστεί» για να δεχτεί τους όρους και πως δεν πίστευε σε αυτούς.

Η διφορούμενη στάση του δημιουργεί επιφυλάξεις στις πρωτεύουσες της ευρωζώνης για το κατά πόσο η κυβέρνησή του – ακόμη και ύστερα από τον ανασχηματισμό που απομάκρυνε τους επαναστάτες υπουργούς – είναι αξιόπιστη για να εκπληρώσει τους όρους της διάσωσης. Γιατί, αναρωτιούνται, φαίνεται η Ελλάδα να θέλει πάντα την πίτα της ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο;

Μπορούμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις. Η μία αφορά τη σχέση αγάπης-μίσους μεταξύ Ελλάδας και δύσης, ένα περίπλοκο σύνολο συμπεριφορών που ξεκινούν από τον πόλεμο για την ελληνική ανεξαρτησία του 1821-32. Η άλλη έχει να κάνει με το πώς η Αθήνα και οι πιστωτές της έχουν διαχειριστή την έκτακτη κατάσταση. Και τα δύο σημεία σχετίζονται με το κατά πόσο το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης, όπως έχει σχεδιαστεί, θα δουλέψει.

Για τους έλληνες, η δύση είναι μια κοινωνία προηγμένων οικονομιών και δημοκρατιών, προς την οποία έχουν πορευτεί επί δύο αιώνες, αποκτώντας πλήρη συμμετοχή όταν μπήκαν στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, τον προκάτοχο της ΕΕ, το 1981 και στην ευρωζώνη το 2001. Η σύγχρονη Ελλάδα χρωστά την ανεξαρτησία της κατά ένα μέρος στην υποστήριξη της Βρετανίας, και στις ΗΠΑ χρωστά την τύχη του να είναι η μόνη βαλκανική χώρα που δεν υπέκυψε στον κομμουνισμό μετά το 1945.

Οι έλληνες, ωστόσο, βλέπουν τη δύση να απαρτίζεται από ισχυρότερα έθνη που μερικές φορές κακομεταχειρίζονται τη χώρα τους, χρησιμοποιώντας πολιτική, οικονομική ακόμη και στρατιωτική πίεση. Καμία λίστα δυτικών παρεμβάσεων στην Ελλάδα δεν είναι πλήρης χωρίς την επιτροπή των πιστωτών που δημιουργήθηκε το 1898 για να ελέγχει τα οικονομικά της χώρας ύστερα από την πτώχευση του κράτους πέντε χρόνια νωρίτερα.

Στη συνέχεια, ήταν η κατοχή από τους Ναζί το 1941-44, που ακολουθήθηκε από επιρροή των ΗΠΑ που συμπεριλάμβανε τη στήριξη προς τη στρατιωτική χούντα που κυβέρνησε την Ελλάδα από το 1967 έως το 1974. Όλα αυτά τα τραύματα θα εξαφανίζονταν με την Ελλάδα στην ΕΕ και την ευρωζώνη, ομάδες που φέρονται να υιοθετούν το πνεύμα της ενότητας και της ίσης αντιμετώπισης. Αντ’ αυτού, η οικονομική κατάρρευση έχει ενισχύσει τον δυαδισμό των ελληνικών συναισθημάτων προς τη δύση. Οι πιστωτές είναι την ίδια στιγμή απελευθερωτές και δεσμοφύλακες. Έχουν τη δύναμη να βγάλουν την Ελλάδα από την κόλασή της. Μπορούν επίσης να την κάνουν να βράζει εκεί επ’ αόριστον. Υπογράφοντας τις υποβεβλημένες από τη δύση μεταρρυθμίσεις, αλλά διστάζοντας μπροστά στις επιπτώσεις τους, ο κ. Τσίπρας ακολουθεί τον δρόμο που άνοιξαν οι αριστερές και δεξιές κυβερνήσεις από το 2010 – παρ’ ότι ο λόγος του είναι πιο έντονος.

Για να καταλάβουμε γιατί οι έλληνες και οι ηγέτες τους δέχονται με βαριά καρδιά τις απαιτήσεις των πιστωτών, θα πρέπει να δούμε πέρα των εθνικών στερεοτύπων. Θα πρέπει να εκτιμήσουμε πώς τα 200 χρόνια αλληλεπίδρασης της Ελλάδας με τη δύση έχει αφήσει δείγματα πολύτιμης προόδου και επώδυνης οπισθοδρόμησης, με την πίστη της να ανταμείβεται και να προδίδεται.

Σαφώς, οι σημερινοί παράγοντες παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Η ολοκληρωτική επιδιόρθωση της δημόσιας διοίκησης της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένης της συλλογής φόρων, είναι ένα σημαντικό στοιχείο των προγραμμάτων διάσωσης. Οι πιστωτές είναι δικαιολογημένα εκνευρισμένοι που καμία κυβέρνηση, και σίγουρα όχι αυτή του κ. Τσίπρα, δεν έχει σπάσει τον δεσμό μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και της προστασίας του δημόσιου τομέα που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1980 από τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Παρ’ όλα αυτά, το πρόγραμμα διάσωσης του 2010 είχε λάθη. Αντί να θέσει τις βάσεις για την ανάπτυξη, βύθισε την Ελλάδα σε τόσο βαθιά ύφεση, που οποιαδήποτε κυβέρνηση θα δυσκολευόταν, τη στιγμή που επιδεινώνονταν οι κοινωνικές συνθήκες, να τηρήσει ένα μεταρρυθμιστικό σχέδιο πέραν κάθε εμπειρίας του έθνους.

Αδιαμφισβήτητα, η Ελλάδα χρειάζεται μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, πιο ανοιχτές αγορές αγαθών και ένα σύγχρονο κράτος που δε θα ενδίδει στα κατεστημένα συμφέροντα. Όμως η οικονομία της έχει και μεγάλη ανάγκη ρευστότητας, τραπεζικής πίστωσης για τις επιχειρήσεις και επενδύσεις που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, θα κινήσουν την ανάπτυξη και θα ανακουφίσουν την κοινωνική κρίση.

Με καθυστέρηση, η ελάφρυνση χρέους (υπό τη μορφή της παράτασης των προθεσμιών και πιο γενναιόδωρων προγραμμάτων αποπληρωμές αντί για διαγραφή) βρίσκεται στον ορίζοντα. Ο κίνδυνος, όμως, είναι πως μια πληγωμένη ελληνική κοινωνία δεν έχει πλέον την αντοχή για να κάνει μεταρρυθμίσεις. Μέτρα που θα παράγουν ανάπτυξη και θα δείξουν φως στο βάθος του τούνελ είναι απαραίτητα. Σε διαφορετική περίπτωση το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης θα αποτύχει, και οι σχέσεις της Ελλάδας με τη δύση θα διαβρωθούν και πάλι από τις αλληλοκατηγορίες και τις αμοιβαίες παρεξηγήσεις.   

Σχετικα αρθρα

CNBC: Κορυφαίες στην Ευρωζώνη οι επιδόσεις της Ελλάδας, σύμφωνα με το ΔΝΤ

admin

Η Ιταλία στέλνει στις «καλένδες» τα ελληνικά ομόλογα

admin

Στο κενό το αίτημα για το 1,2 δις € – Σφίγγει κι άλλο ο κλοιός

admin

FT: Eνδείξεις ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας

admin

PwC : Η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε, αλλά δεν μεταρρυθμίστηκε

admin

Η μελλοντική πρόκληση της Κίνας για την παγκόσμια οικονομία

admin

Οι γερμανικές τράπεζες δεν εχουν πια που να βάλουν τα μετρητά!

admin

Η προσπάθεια της Ευρώπης να εκμεταλλευτεί τη στιγμή δε θα είναι εύκολη

admin

Ευρωζώνη και Βρετανία φλερτάρουν με την ύφεση

admin

Όλα όσα πρέπει να ξέρουν οι επιχειρήσεις για τις ροές χρηματοδότησης

admin

Eurobank: Τα βάρη του α’ εξαμήνου επιβραδύνουν την άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης στο σύνολο του έτους

admin

Δεξιά στροφή για την Αργεντινή

admin

Η Καμπύλη Αποδόσεων και η συνεχιζόμενη Μεγάλη Ύφεση

admin

Φταίει η Γερμανία για την κρίση χρέους της Ελλάδας;

admin

Ποιον εξυπηρετεί η συμφωνία Τουρκίας-Ρωσίας για τη Βόρεια Συρία

admin

Μείωση 5,5% σημείωσαν το 2013 οι πτωχεύσεις στην Ελλάδα

admin

Η προεκλογική Ιταλία αποσιωπά την κρίση

admin

Εάν ο περασμένος χρόνος απέδειξε κάτι, αυτό είναι ότι η ΕΕ δε μεταρρυθμίζεται

admin