Image default
Πρώτο Θέμα

Οι δυναστικές διχόνοιες της Ελλάδας

Οι δυναστικές διχόνοιες της Ελλάδας

Μέχρι ο Αλέξης Τσίπρας να αναρριχηθεί στην εξουσία στις εθνικές εκλογές πριν από εννέα μήνες, η Ελλάδα είχε κυβερνηθεί σχεδόν συνεχώς από τους απογόνους των οικογενειών με τις περισσότερες πολιτικές διασυνδέσεις, για περισσότερο από μια δεκαετία.

Ο Αντώνης Σαμαράς, ο προκάτοχος του κ. Τσίπρα, προέρχεται από μια οικογένεια τόσο επιφανή, που ο δρόμος που οδηγούσε στο δημοτικό του σχολείο στην Αθήνα έφερε το όνομα του πατέρα της μητέρας του. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, που υπήρξε πρωθυπουργός στο ξεκίνημα της κρίσης της ευρωζώνης, είναι γιος και εγγονός πρωθυπουργών. Και ο Κώστας Καραμανλής, με τη μεγαλύτερη θητεία σε αυτή τη λίστα, είναι ο ανιψιός ενός άλλου πρωθυπουργού, ο οποίος ίδρυσε το κύριο κόμμα της κεντροδεξιάς της χώρας, τη Νέα Δημοκρατία.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ένας από τους πολιτικούς που θέλουν να αναζωογονήσουν τη Νέα Δημοκρατία μετά τη συντριβή της από το ακροαριστερό κόμμα του κ. Τσίπρα στις εκλογές του περασμένου μήνα, λέει πως είναι καιρός να δοθεί τέλος στις πολιτικές δυναστείες της Ελλάδας.

«Η Νέα Δημοκρατία, εάν δείτε το κόμμα, έχει σχεδόν φεουδαρχική δομή» λέει ο κ. Μητσοτάκης, καθισμένος χωρίς γραβάτα στο γραφείο του στην Αθήνα. «Έχουμε τις μεγάλες πολιτικές οικογένειες… τους μεγάλους παίκτες, τους παλιούς πρωθυπουργούς, και όλοι κατά κάποιον τρόπο παζαρεύουν για εξουσία. Αυτό είναι ένα χάλι.»

Ωστόσο, ο κ. Μητσοτάκης – ίσως ο πιο επιφανής από τους τέσσερις υποψηφίους που θέλουν την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας – παραδέχεται πως μάλλον δεν είναι ο πιο κατάλληλος αγγελιοφόρος. Όχι μόνο είναι γιος πρώην πρωθυπουργού, αλλά και η αδερφή του, η Ντόρα Μπακογιάννη, είναι πρώην δήμαρχος των Αθηνών και υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας, η οποία ήταν υποψήφια για αρχηγός του κόμματος απέναντι στον κ. Σαμαρά πριν από έξι χρόνια.

«Γνωρίζω πως θα υπάρξει πολύς σκεπτικισμός για το γεγονός πως προέρχομαι από μιαν πολιτική δυναστεία. Γνωρίζω πως θα υπάρξουν πολλοί άνθρωποι που δε θα με ψηφίσουν, επί της αρχής, επειδή θα δουν απλά το όνομα» λέει. «Γνωρίζω όμως πως υπάρχουν και πολλοί άνθρωποι που αναγνωρίζουν πως στέκομαι στα δικά μου πόδια.»

Η μάχη για την ηγεσία του κόμματος παρακολουθείται στενά στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, όπου ξεθωριάζει η πίστη πως ο κ. Τσίπρας θα εκπληρώσει τις υποσχέσεις του. Υπάρχει αυξανόμενη απογοήτευση που η θρυμματισμένη αντιπολίτευση δεν έχει καταφέρει να προκαλέσει την πολιτική του υπεροχή.

Κάποιοι έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στον κ. Μητσοτάκη, ο οποίος είχε κερδίσει εύσημα από τους επιτηρητές της διάσωσης για τη μερικές φορές μοναχική μάχη του κατά της ευνοιοκρατίας στις δημόσιες υπηρεσίες της Ελλάδας, όταν υπηρέτησε ως υπουργός διοικητικής μεταρρύθμισης του κ. Σαμαρά μέχρι πέρυσι.

Ωστόσο, ενώ έχει υποστηρικτές διεθνώς, δεν είναι ξεκάθαρο πως ο κάτοχος MBA από το Χάρβαρντ έχει τη στήριξη των μεγάλων προσωπικοτήτων του κόμματος – ή ακόμη της ίδιας του της οικογένειας. Πράγματι, η εκστρατεία για την ηγεσία του κ. Μητσοτάκη πραγματοποιείται με σκηνικό μια έντονη ενδοοικογενειακή αντιπαλότητα η οποία θυμίζει τους Μίλιμπαντ της Βρετανίας – τα αδέλφια, Εντ και Ντέιβιντ, συγκρούστηκαν για την ηγεσία του κόμματος των Εργατικών το 2010.

Σύμφωνα με τρεις ανώτερους πολιτικούς της Νέας Δημοκρατίας, η αδελφή του κ. Μητσοτάκη ετοίμαζε ενεργά τη δική της υποψηφιότητα, όταν την πρόλαβε ο αδελφός της, ο οποίος ξεκαθάρισε τη θέση του μόλις το κόμμα συμφώνησε να πραγματοποιήσει εθνική ψηφοφορία για να επιλέξει τον επόμενο πρόεδρό του.

Αντί να αντιταχθεί στον αδελφό της, η κυρία Μπακογιάννη επέστρεψε στον ρόλο της ως παρασκηνιακή δύναμη στο κόμμα – όμως εμφανώς δεν έχει στηρίξει την υποψηφιότητά του. Κοντινοί της άνθρωποι λένε πως αυτή η απόφαση αποτελεί παραδοχή μιας  lose-lose πολιτικής πραγματικότητας: εάν στήριζε τον κ. Μητσοτάκη, θα φαινόταν σας υποχρεωτική στήριξη μέλους της οικογένειας, εάν στήριζε κάποιον αντίπαλο, θα μετατρεπόταν σε περισπασμό για όποιον στήριζε.

Ωστόσο, στελέχη του κόμματος υποστηρίζουν πως έχει σιωπηλά ρίξει το βάρος της υπέρ του σημερινού αρχηγού, του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, του λαϊκού βετεράνου του κόμματος, ο οποίος διαδέχθηκε τον κ. Σαμαρά όμως απέτυχε τον Σεπτέμβριο να βελτιώσει τα αρνητικά αποτελέσματα του προκατόχου του στις κάλπες.

Ενώ πολλοί της παλαιάς γραμμής του καθεστώτος του κόμματος έχουν κάνει το ίδιο – υποστηρίζοντας πως μόνο ένας πανούργος πολιτικός όπως ο κ. Μεϊμαράκης μπορεί να κρατήσει ενωμένες τις ανόμοιες συνιστώσες της Νέας Δημοκρατίας – πολλοί θεωρούν πως η κυρία Μπακογιάννη έχει ένα ακόμη κίνητρο που κάνει το οικογενειακό δράμα λιγότερο σαν των Μίλιμπαντ και περισσότερο σαν των Κέννεντυ.

Ο γιος της, Κώστας Μπακογιάννης, έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο αποτελεσματικούς τοπικούς διοικητές, και αναγνωρίζει πως τον είχαν πλησιάσει σχετικά με την ηγεσία, όμως ήταν αποφασισμένος να ολοκληρώσει τη θητεία του στη Στερεά Ελλάδα. «Το μέλλον μου θα εξαρτηθεί από το αν, σε τέσσερα χρόνια, θα έχω κάνει κάτι αξιόλογο» λέει.

Ο κ. Μπακογιάννης, ο οποίος κέρδισε τις εκλογές πέρυσι σε μια περιοχή που παραδοσιακά θεωρείται εχθρική για τη Νέα Δημοκρατία, έχει κερδίσει εύσημα από όλο το πολιτικό φάσμα για την εξωκομματική του ικανότητα. «Είναι ο μόνος αξιόπιστος μελλοντικός ηγέτης της Νέας Δημοκρατίας» είπε πρώην υπουργός της κεντροαριστερής κυβέρνησης του κ. Παπανδρέου.

Ωστόσο, πολλοί πιστεύουν πως εάν ο κ. Μητσοτάκης κερδίσει την ηγεσία του κόμματος τον επόμενο μήνα, θα ήταν σχεδόν αδύνατον για τον 37χρονο ανιψιό του να τον διαδεχθεί – και σίγουρα όχι τόσο σύντομα όσο το 2019, όταν λήγει η κυβερνητική του θητεία. Με αυτά τα δεδομένα, τα κίνητρα της μητέρας του στη σημερινή εκστρατεία φαίνονται λιγότερο πολιτικά και περισσότερο μητρικά.

Η κυρία Μπακογιάννη αρνήθηκε να συζητήσει τις οικογενειακές αψιμαχίες και ισχυρίζεται ικανοποίηση με το να βρίσκεται στον πάγκο της αντιπολίτευσης. «Αυτή τη φορά, δεν είμαι υποψήφια για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας και όλοι με συμπαθούν» γέλασε.

Ο κ. Μητσοτάκης είναι εξίσου προσεκτικός στις αναφορές για τις οικογενειακές σχέσεις, όμως επιμένει πως οποιαδήποτε διαφωνία είναι επαγγελματική και όχι προσωπική. «Είμαστε κοντά ως αδέρφια, όμως είχαμε τις διαφορές μας στο παρελθόν» λέει. «Δεν βλέπουμε απαραίτητα το μέλλον του κόμματος με την ίδια ματιά.»

Στο πυρετώδες πολιτικό περιβάλλον της Ελλάδας, οι εκλογές για τον αρχηγό της αντιπολίτευσης σε δύο γύρους τον επόμενο μήνα – 22 Νοεμβρίου και εάν δεν υπάρξει νικητής, επαναληπτικός στις 29 Νοεμβρίου – έχει αποκτήσει έναν επείγοντα χαρακτήρα που δε σχετίζεται συνήθως με αυτού του είδους τις αντιμαχίες.

Στην Αθήνα, υπάρχουν φόβοι πως το χτύπημα των εκλογών του περασμένου μήνα, μαζί με μια όλο και πιο διχαστική εκστρατεία, θα μπορούσε να διασπάσει τη Νέα Δημοκρατία, όπως συνέβη το 2012 στο ΠΑΣΟΚ, το κύριο κεντροαριστερό κόμμα της Ελλάδας, το οποίο σχεδόν εξαφανίστηκε ως πολιτική δύναμη μπροστά στον αριστερό οδοστρωτήρα του κ. Τσίπρα.

«Ο κοινός παρανομαστής είναι ο ισχυρισμός κατά των παραδοσιακών δομών της Νέας Δημοκρατίας» είπε υπουργός της κυβέρνησης του κ. Σαμαρά αναφερόμενος στην πυρετώδη ρητορική του αγώνα. «Βρισκόμαστε σε μια τελείως νέα κατάσταση για το κόμμα.»

Η προοπτική μιας διασπασμένης και ακυβέρνητης αντιπολίτευσης έχει επίσης δημιουργήσει ανησυχίες στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, όπου πολλοί είχαν ελπίσει πως ο πολιτικά ταπεινωμένος κ. Τσίπρας θα αναγκαζόταν να συνεργαστεί με κάποιον από τους κυρίαρχους αντιπάλους του μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.

Αντ’ αυτού, ο κ. Τσίπρας αναδύθηκε ακόμη πιο ισχυρός, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ απελευθερώθηκε από την εξτρεμιστική του πτέρυγα και ξανασχημάτισε συμμαχία με το μικρό, λαϊκιστικό δεξιό κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων. Με δεδομένες τις ασταθείς εσωτερικές δυναμικές του ΣΥΡΙΖΑ και την ισχνή πλειοψηφία του κ. Τσίπρα, πολλοί υποστηρίζουν πως ο επόμενος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας μπορεί να βρεθεί στο προσκήνιο πολύ σύντομα.

Για κάποιους μεταρρυθμιστικούς ακτιβιστές της Νέας Δημοκρατίας και οργισμένους βετεράνους διασώσεων στις Βρυξέλλες, ο κ. Μητσοτάκης είναι ο πιο ικανός για να διαδεχθεί τον κ. Μεϊμαράκη, ο οποίος ως τώρα έχει αποτύχει να διασπάσει την πανοπλία του κ. Τσίπρα.

Όπως και ο κ. Τσίπρας, ο κ. Μητσοτάκης είναι νέος (47) και εμφανίσιμος («Μπορώ κι εγώ να βγάλω τη γραβάτα μου» γελάει), όμως έρχεται με ένα γεμάτο βιογραφικό: δύο πτυχία από το Χάρβαρντ και θητείες ως τραπεζίτης και σύμβουλος στη McKinsey προτού μπει στην πολιτική ως βουλευτής των προαστίων της Αθήνας το 2004.

Παρ’ ότι το όνομά του μπορεί να βοήθησε κατά την είσοδο, ο κ. Μητσοτάκης κατάφερε να ξεχωρίσει στους μεταρρυθμιστικούς κύκλους της Ελλάδας – και στους διεθνείς επόπτες της διάσωσης της χώρας – ως εξέχον μέλος του υπουργικού συμβουλίου του κ. Σαμαρά.

Ωστόσο, ο αυτοπροσδιορισμός ως μεταρρυθμιστής υπέρ των επιχειρήσεων είναι μια επικίνδυνη θέση εν μέσω συνεχούς οργής με τη διάσωση, και ακόμη κι οι θαυμαστές του φοβούνται πως θα θεωρηθεί ψυχρόαιμος τεχνοκράτης κατά την εκστρατεία του – κάτι για το οποίο κατηγορεί τα χρόνια του ως πιστός υφιστάμενος.

«Για πρώτη φορά, τώρα που διεκδικώ την αρχηγία του κόμματος, αισθάνομαι ελεύθερος να εκφράσω τις απόψεις μου» επιμένει. «Υπάρχει μια άλλη πλευρά μου που οι άνθρωποι θα πρέπει να μάθουν. Οι άνθρωποι γνωρίζουν πως είμαι ικανός. Οι άνθρωποι γνωρίζουν πως έχω καλή μόρφωση. Πρέπει επίσης να καταλάβουν πως έχω και πάθος.»

Είναι πεπεισμένος πως η υπογραφή από τον κ. Τσίπρα του προγράμματος των 86 δισεκατομμυρίων ευρώ τον Αύγουστο προσφέρει ένα άνοιγμα, δίνοντας τέλος στην πενταετή διαμάχη για την απόρριψη ή όχι του «μνημονίου» και μεταφέροντας τον διάλογο στο ποιος είναι πιο κατάλληλος να αντιμετωπίσει την «τρόικα» των επιτηρητών διάσωσης κατά την εκπλήρωση του σχεδίου.

Άσχετα με το αν το μήνυμα κερδίζει ψήφους, οι ελπίδες του να γίνει ο μεταρρυθμιστής, αντικαθεστωτικός αντίπαλος του κ. Μεϊμαράκη, καταστράφηκαν από δύο αναπάντεχους, νεότερους υποψήφιους, με περισσότερα εξωτερικά διαπιστευτήρια: ο Άδωνις Γεωργιάδης, 42, ο πρώην υπουργός Υγείας του κ. Σαμαρά, και ο Απόστολος Τζιτζικώστας 37, ο σχετικά άγνωστος, προσφάτως εκλεγμένος κυβερνήτης της Κεντρικής Μακεδονίας.

Παρ’ ότι προσέχει να μην ασκήσει κριτική στον κ. Μητσοτάκη – αξιωματούχοι του κόμματος λένε πως όποιος φτάσει στον δεύτερο γύρο πιθανώς θα λάβει τη στήριξη του άλλου – ο κ. Γεωργιάδης υποστηρίζει πως είναι ο μοναδικός υποψήφιος που μπορεί να πει με σιγουριά πως δεν είναι κατεστημένο πρόσωπο.

«Είναι δύσκολο στη Νέα Δημοκρατία να φτάσεις υψηλότερα εάν δεν είσαι μέλος μιας από αυτές τις οικογένειες» λέει. «Συμπαθώ τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι πολύ καλός πολιτικός. Όμως θέλω να δώσω ένα ξεκάθαρο μήνυμα πως κάποιος που δεν προέρχεται από κάποια δυναστεία μπορεί να διεκδικήσει την ηγεσία του συντηρητικού κόμματος της Ελλάδας.»

Παρομοίως, ο κ. Τζιτζικώστας, του οποίου η υποψηφιότητα είναι ακόμη πιο ανορθόδοξη από τη στιγμή που δεν είναι βουλευτής, έχει αντιταθεί ανοιχτά στην ηγεσία του κόμματος ως περιφερειάρχης, κάτι που στηρίζει το επιχείρημά του πως δεν έχει συμμετοχή στο χάος στην Αθήνα – παρ’ ότι ο πατέρας του ήταν επί σειρά ετών κυβερνητικός υπουργός.

«Όλοι οι υποψήφιοι είναι άνθρωποι τους οποίους σέβομαι, και έχουν τη δική τους ιστορία στην πολιτική, όμως αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα δεν είναι μια αλλαγή στην ηλικία – παρ’ ότι είμαι ο νεότερος – χρειαζόμαστε να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης, τον τρόπο δράσης, τον τρόπο που διαχειριζόμαστε το κόμμα» είπε ο κ. Τζιτζικώστας.

Ο κ. Μεϊμαράκης ακόμη θεωρείται φαβορί. Το καθεστώς του κόμματος ανησυχεί πως εάν κερδίσει οποιοσδήποτε από τους αντιπάλους του, αυτό θα διαταράξει τη λεπτή πολιτική ισορροπία στη Νέα Δημοκρατία και, πιθανώς, θα τη διασπάσει: ο κ. Μητσοτάκης επειδή αντιπροσωπεύει μόνο τη φιλελεύθερη, υπέρ των επιχειρήσεων, πτέρυγα του κόμματος, ο κ. Γεωργιάδης παρομοίως έχει τη στήριξη της εθνικής συνιστώσας, και ο κ. Τζιτζικώστας επειδή πιθανώς να μην καταφέρει να ελέγξει την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος από την περιφερειακή του έδρα στη Θεσσαλονίκη.

Ωστόσο, εάν ο κ. Μητσοτάκης χάσει , πολλοί αξιωματούχοι του κόμματος θεωρούν πως δε θα οφείλεται στα διαπιστευτήρια των αντιπάλων του αλλά στην αντικρουόμενη κληρονομιά της οικογένειάς του.

Όπως και οι Κέννεντυ, η οικογένεια των Μητσοτάκηδων έρχεται με ένα ισχυρό μείγμα πτυχίων από το Χάρβαρντ, πρωτοσέλιδων σε ταμπλόιντ (ο Κώστας Μπακογιάννης είναι διαζευγμένος και βρίσκεται σε σχέση με γνωστή τηλεοπτική παρουσιάστρια), μιας δόσης σκανδάλου (ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αμαυρωθεί από έναν μικρό ρόλο κατά την εκτεταμένη έρευνα του 2008 για τη Siemens) και τραγωδίας: το 1989, ο Παύλος Μπακογιάννης, σύζυγος της Ντόρας και πατέρας του Κώστα, που ήταν τότε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, δολοφονήθηκε από την ακροαριστερή τρομοκρατική ομάδα της 17 Νοέμβρη καθώς έμπαινε στο γραφείο του στην Αθήνα.

Όμως, όπως και οι Κέννεντυ πάλευαν με την κληρονομιά του διφορούμενου πατριάρχη τους, τον Τζόσεφ Π. Κέννεντυ, είναι η μακρά σκιά του 97χρονου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που η σημερινή γενιά βρίσκει πιο δύσκολο να αντιπαλέψουν.

Η θητεία του μεγαλύτερου Μητσοτάκη ως πρωθυπουργός θεωρείται ως μία από τις πρώτες που τα έβαλε με τις πολιτικές που μάστιζαν την ελληνική οικονομία, και αργότερα στη ζωή του απέκτησε τη φήμη του εκφραστή της δυσάρεστης αλήθειας. Ήταν από τους πρώτους που προειδοποίησε πως η Ελλάδα κατευθυνόταν στα χέρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, εάν δεν άλλαζε τη σπάταλη συμπεριφορά της.

Ωστόσο, η ιστορία είναι πιθανό να θυμάται τον Κωνσταντίνο για αυτό που οι έλληνες γνωρίζουν ως «αποστασία» – όταν ως υπουργός το 1965 ηγήθηκε μιας βασιλόφρονης επανάστασης που έριξε την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, προκαλώντας πολιτική αναστάτωση που πολλοί θεωρούν πως δημιούργησε τις βάσεις για το πραξικόπημα του 1967 στην Ελλάδα.

Το πόσο μεγάλη είναι η σκιά της αποστασίας του Μητσοτάκη φαίνεται ξεκάθαρα από τα λιτά γραφεία της εκστρατείας του γιου του στην κεντρική εμπορική περιοχή της Αθήνας, όπου εκατοντάδες εθελοντές εργάζονται στα τηλεφωνικά κέντρα δοκιμάζοντας τις δυνάμεις του υποψηφίου τους και τις ευαισθησίες των πιθανών ψηφοφόρων.

Ο Κύριλλος Παπακυρίλλου, επί χρόνια σύμμαχος, ο οποίος επιβλέπει 200 εθελοντές στα τηλεφωνικά κέντρα, είπε πως οι πρώτες του προσπάθειας εστίασαν στον εντοπισμό των αδυναμιών του κ. Μητσοτάκη για να βοηθήσει στη διαμόρφωση του μηνύματος της εκστρατείας. Τα ευρήματα του κ. Παπακυρίλλου ήταν ξεκάθαρα. «Είναι μόνο το όνομα» είπε. «Δεν υπάρχει τίποτα άλλο.»

Εάν ο κ. Μητσοτάκης ανησυχεί για την επίδραση της κληρονομιάς του πατέρα του στην εκστρατεία του, δεν το δείχνει. «Είμαι πολύ περήφανος για το όνομα της οικογένειάς μου» λέει. «Δεν είναι κάποιος που συμπαθούν πολλοί, όμως πολλοί άνθρωποι πλέον τον σέβονται. Πολλοί άνθρωποι λένε: εάν τον είχαμε ακούσει στις αρχές του 90, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά στην Ελλάδα.»

Αυτή η κληρονομιά σύντομα θα τεθεί υπό δοκιμασία με τους έλληνες ψηφοφόρους. Είτε κερδίσει είτε χάσει, είναι απίθανο αυτό να είναι το τελευταίο που θα ακούσουμε από τους απογόνους του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Σχετικα αρθρα

Αλλάζει ο χάρτης στα σούπερ μάρκετ

admin

Χωρίς δέσμευση ΔΝΤ δεν έρχεται η δόση …

admin

Ήταν η ασφυξία το plan B;

admin

Η απειλή των λαϊκιστών για το μέλλον της Ευρώπης

admin

Η Wall Street κάνει λάθος για τα αρνητικά επιτόκια

admin

Τεστάροντας το δίχτυ ασφαλείας της ευρωζώνης

admin

Η Βενεζουέλα βυθίζεται βαθύτερα σε κρίση μετά τη χρεοκοπία

admin

Γιατί υπάρχει κόσμος που στηρίζει ακόμη τον Trump;

admin

Commerzbank: Μονόδρομος για την Τουρκία τα capital controls

admin

Το κινεζικό δίλημμα της Ιταλίας

admin

Η Αθήνα ανταπαντάει στο σχέδιο της ΕΕ να περιφράξει την Ελλάδα

admin

Η δυστοπική πολιτική της Ευρώπης

admin

Més que un Club: γιατί η Barça είναι μια δύναμη καταλανικού εθνικισμού

admin

Πώς θα μειωθεί το γερμανικό πλεόνασμα

admin

Χρυσές μπίζνες με μεταχειρισμένα ρούχα

admin

Ο Trump είναι συνεργός στη βία του Erdogan

admin

Alpha Bank: Φοροελαφρύνσεις-μεγάλα έργα θα στηρίξουν τις κατασκευές

admin

Η μεταβαλλόμενη γεωπολιτική του ευρωπαϊκού συναισθήματος

admin