Image default
Πρώτο Θέμα

Η ΕΕ δεν έχει τη δύναμη να “εκβιάσει” το City του Λονδίνου

Του Marcus Ashworth

ΕΕ, City του Λονδίνου και κεφαλαιαγορές: H πυρετώδης συζήτηση γύρω από τον εμπορικό διακανονισμό μετά το Brexit μεταξύ Βρετανίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης κάθε άλλο παρά ισορροπημένη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Ήταν λοιπόν ευχάριστη έκπληξη να βλέπει κανείς τον πρώην εκτελεστικό πρόεδρο της Morgan Stanley, Colm Kelleher, να περιγράφει πρόσφατα τις κεφαλαιαγορές της Ευρώπης ως “ακατάλληλες για τον σκοπό που επιθυμούν να επιτελέσουν”.

Είναι ευχάριστο να βλέπει κανείς μια αναγνώριση του γεγονότος ότι η ΕΕ δεν κρατά στα χέρια της όλα τα “χαρτιά”, καθώς οι δύο πλευρές διαφωνούν για το πώς θα λειτουργεί ο κλάδος των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ένωση. Οι ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές δεν είναι “ούτε μεγάλες ούτε με αρκετό βάθος ώστε να στηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη ή να αποτελέσουν ασπίδα της σε δύσκολες περιόδους”, ανέφερε ο Kelleher σε ομιλία του, όπως σημειώνουν οι Financial Times.

Ο πρώην No2 της Morgan Stanley αναγνωρίζει ότι ο κατακερματισμός στην Ευρώπη αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, με το μεγαλύτερο μέρος της τεχνογνωσίας και των κεφαλαίων να έχει ως επίκεντρο το Λονδίνο. Ως εκ τούτου, ένα σκληρό “διαζύγιο” μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ θα βλάψει το μπλοκ των “27” στερώντας του τη ρευστότητα.

Η αδυναμία των κεφαλαιαγορών της ΕΕ

Θα προχωρούσα ακόμη παραπέρα και θα έλεγα ότι ίσως η Ευρώπη χρειάζεται το City του Λονδίνου περισσότερο από ό,τι το City χρειάζεται την Ευρώπη. Βεβαίως, και οι δύο πλευρές θα χάσουν αν δεν καταφέρουν να καταλήξουν σε μια συμφωνία με φιλικούς όρους, ωστόσο μπορεί η Ευρώπη να αντιμετωπίσει πραγματικά το ζήτημα της συρρίκνωσης των χρηματοροών της χωρίς να έχει καμία έγκαιρα υπάρχουσα εναλλακτική λύση;

Η λύση για την Ευρώπη, όπως αναγνωρίζει ο Kelleher και πολλοί αναλυτές, είναι μια πραγματική ένωση κεφαλαιαγορών για τα μέλη της ΕΕ με έναν ενιαίο ρυθμιστικό και κανονιστικό μηχανισμό και πλαίσιο. Αυτό όμως δεν πρόκειται να επιλυθεί ως ζήτημα φέτος – ή ακόμη και μέσα στην τρέχουσα δεκαετία.

Ως εκ τούτου, ο επικεφαλής διαπραγματευτής της ΕΕ για το Brexit, Michel Barnier, πρέπει να αντισταθεί σε εκείνους από την πλευρά της Ένωσης που επιμένουν να δίνουν μάχες του χθες, που έχουν ήδη κριθεί. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι έχει ήδη απορρίψει τις βρετανικές εκκλήσεις για αμοιβαίες υποχωρήσεις στη βάση της ιδέας της ρυθμιστικής “ισοδυναμίας” για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες (με βάση την οποία οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις του Λονδίνου θα έχουν πρόσβαση στην ΕΕ εφόσον οι κανόνες στο Ηνωμένο Βασίλειο θα είναι παρόμοιοι με εκείνους του μπλοκ των “27”).

Το City ανησυχεί ότι οι Βρυξέλλες μπορούν να ανακαλέσουν την αναγνώριση ισοδυναμίας όποτε τους κάνει κέφι, ωστόσο η ομάδα του Barnier αρνείται να προχωρήσει στην προσφορά προς το Λονδίνο μιας μεγαλύτερης περιόδου προειδοποίησης πριν από μια ανάκληση, ως ασφαλιστική δικλείδα.

Τα σχόλια του Γάλλου υπουργού Εξωτερικών, Jean-Yves Le Drian, ότι οι δύο πλευρές θα “σκίσουν η μία την άλλη” κατά τη διαπραγμάτευση δημιουργούν εύλογη ανησυχία, ειδικά αν σημαίνουν ότι θα φθάσουμε στο τέλος του 2020 χωρίς συμφωνία. Ο αποκλεισμός οντοτήτων με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο από τη συμμετοχή τους στην ευρωπαϊκή τραπεζική και εταιρική δραστηριότητα – είτε πρόκειται για υπηρεσίες δανεισμού, είτε για υπηρεσίες συμβουλευτικής, διευκόλυνσης του εμπορίου ή λήψης καταθέσεων – θα έβλαπτε το City, αλλά θα αποτελούσε και πράξη αυτοτραυματισμού της Ευρώπης, αφού η τελευταία θα σήκωνε τείχη έναντι μιας καλά κεφαλαιοποιημένης και διοικούμενης με υψηλά στάνταρντ δομής της παγκόσμιας αγοράς, όπως είναι το City.

Θα μπορούσαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες να αναλάβουν όλα όσα διεκπεραιώνει το City; Απολύτως όχι, αν αυτό πρέπει να γίνει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020, απώτατο όριο για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τις εμπορικές σχέσεις ΕΕ – Βρετανίας. Η διάθεση για ανάληψη ρίσκου είναι ανύπαρκτη μεταξύ των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της ηπείρου, ενώ είναι ακόμη μικρότερη όταν πρόκειται για δραστηριότητα έξω ​​από τα εθνικά σύνορα της κάθε τράπεζας. Παρ΄ όλα αυτά, τρισεκατομμύρια ευρώ χρέους καθίστανται ληξιπρόθεσμα κάθε χρόνο.

Κι όλα αυτά προτού φτάσουμε στις λεπτομέρειες: νομικές συμβουλές για το αγγλικό δίκαιο (που διέπει πολλά ομόλογα και δάνεια), εκκαθάριση παραγώγων, η χρηματιστηριακή αγορά του Λονδίνου, εμπόριο εμπορευμάτων και πρώτων υλών και ο κατάλογος συνεχίζεται. Το πραγματικό πλεονέκτημα του City είναι η καινοτομία: η σύναψη διασυνοριακών συμφωνιών και συμφωνιών πολλαπλών προϊόντων που δεν μπορούν να λάβουν χώρα σε μικρές ευρωπαϊκές χώρες.

Η ΕΕ πρέπει να κάνει πίσω για το δικό της καλό

Προφανώς και η ΕΕ πρέπει να προσπαθήσει να ανασκουμπωθεί και να οικοδομήσει μια πραγματική χρηματοοικονομική υποδομή. Ωστόσο το μέχρι σήμερα ιστορικό της σε αυτό τον τομέα είναι φτωχό. Η ιστορία της μεταρρύθμισης του κανονιστικού της πλαισίου  (MiFID II) δεν έχει υπάρξει ευχάριστη. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών φαίνεται να δρα υπερρυθμιστικά. Η ατυχής απόφαση της να αρνηθεί την ισοδυναμία στα ελβετικά χρηματιστήρια και η απαίτηση της για εποπτεία της διαπραγμάτευσης μετοχών και παραγώγων των μεγαλύτερων εταιρειών της Βρετανίας στην Ευρώπη μετά το Brexit είναι ανησυχητικές.

Από την πλευρά του Λονδίνου, οι αγορές της ΕΕ εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό τμήμα δραστηριότητας. Η απουσία ανοικτής πρόσβασης σε μια τεράστια αγορά στο κατώφλι της θα έπληττε τον ρόλο της βρετανικής πρωτεύουσας ως παγκόσμιου χρηματοοικονομικού κέντρου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αντιπαράθεση σχετικά με την ισοδυναμία είναι τόσο ανησυχητική. Βεβαίως, η Αρχή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (FSA) της Βρετανίας μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απόλυτα αξιόπιστη και ικανή ρυθμιστική αρχή για την επίβλεψη των σχετιζόμενων με την Ευρώπη χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων.

Η ΕΕ πρέπει να επανεξετάσει την απαίτηση της “απόλυτης καθαρότητας” της ενιαίας αγοράς της για δικό της – και ευρύτερο – καλό και να καταλήξει σε μια λειτουργική ρύθμιση με μια γειτονική ρυθμιστική αρχή στην οποία έτσι κι αλλιώς στηρίχθηκε εδώ και δεκαετίες. Κάτι τέτοιο θα “αγόραζε” χρόνο για την ΕΕ προκειμένου η τελευταία να οικοδομήσει τις δικές της κεφαλαιαγορές. Τελικά, με τον καιρό, η ΕΕ θα μπορεί να βασίζεται όλο και λιγότερο στο City – απλώς αυτό δεν μπορεί να γίνει από τώρα.

Σχετικα αρθρα

Η Ελλάδα έχει την 3η υψηλότερη φορολογία ακινήτων στην Ευρώπη

admin

ΕΛΣΤΑΤ: Αυξήθηκε το 2018 η μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών, κατρακύλα 32% από το 2008

admin

Citi: Eνίσχυση της αξιοπιστίας της Ελλάδας οδηγεί σε μείωση των στόχων για τα πλεονάσματα

admin

Ζυμώσεις για τη διαδοχή Μέρκελ

admin

Η Μέρκελ μπορεί να κερδίσει τις εκλογές, αλλά να χάσει τον ΥΠΟΙΚ της

admin

Η κρίση της Ευρώπης ξεκινά από το σπίτι

admin

Μέρκελ: η Ευρώπη είναι ευάλωτη στην προσφυγική κρίση

admin

Η Μέρκελ έχει έξι εβδομάδες για να γράψει ιστορία

admin

Αύξηση ρεκόρ στις προκρατήσεις Ρώσων τουριστών

admin

Reuters: O Ερτογαν «σπαει» την συμφωνια με την Ε.Ε- Εκατοντάδες μετανάστες κατευθύνονται προς τα σύνορα

admin

Η μονόπλευρη «ειδική» σχέση της Βρετανίας με την Αμερική

admin

Ο στόχος του Πούτιν στη Συρία δεν ήταν μόνο η προστασία του Ασάντ

admin

Γιατί το ιταλικό δημοψήφισμα διαφέρει από το Brexit και τον Τραμπ

admin

Γιατί ένα Grexit είναι πιο δαπανηρό για τη Γερμανία από ό, τι μια χρεοκοπία εντός της ευρωζώνης

admin

Η Γερμανία σε τροχιά ύφεσης και η Ελλάδα σε ανησυχία

admin

Οι εταιρείες-βιτρίνες “κρύβουν” φόρους 15 τρισ. δολαρίων

admin

Τουρκία: Μαγειρεύοντας εκλογικούς καταλόγους

admin

Οι λίγες ώρες που έμειναν και ο «Ντράγκος»…

admin