Image default
Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Η χαραυγή του εμπορίου

ΠΡΩΤΗ ΣΤΑΣΗ:ΓΑΛΛΙΑ-1305  Βρισκόμαστε σε μια εμποροπανήγυρη. Οι περιοδεύοντες έμποροι έχουν φτάσει απ’ το πρωί  με την ένοπλη φρουρά τους, έχουν στήσει τις φανταχτερές τέντες τους κι έχουν αρχίσει τις  συναλλαγές,  είτε  μεταξύ  τους  είτε  με  τους  ντόπιους.  Μια  ποικιλία  από  εξωτικά  προϊόντα  διατίθενται  προς  πώληση:  μεταξωτά  και  ταφτάδες,  μπαχαρικά  κι  αρώματα,  προβιές  και  γούνες.  Κάποια  απ’  αυτά  έχουν  έρθει  από  την  Ανατολική  Μεσόγειο,  άλλα  από  τη  Σκανδιναβία,  κι  άλλα  από  μέρη  γειτονικά.  Μαζί  με  τον  απλό  κοσμάκη,  οι  άρχοντες  και  οι  αρχόντισσες  της περιοχής επισκέπτονται τους πάγκους, ανυπόμονοι να διασκεδάσουν την  ανία  της  άνετης  αρχοντικής  ζωής  τους.  Μαζί  με  τα  αξιοπερίεργα  είδη  απ’  την  Αραβία  εμπλουτίζουν  το  λεξιλόγιό  τους  και  με  λέξεις  απ’  αυτή  την  πολύ  μακρινή  χώρα:  ντιβάνι,  σιρόπι, ταρίφα, ταλκ, σπανάκι, ζαφορά.5  Αλλά  μέσα  στις  τέντες,  αντικρίζουμε  ένα  παράξενο  θέαμα.  Τα  λογιστικά  βιβλία  που  είναι  ανοιχτά πάνω στο τραπέζι, μερικές φορές δεν είναι παρά απλά τεφτέρια όπου γράφονται οι  συναλλαγές.  Ένα  χαρακτηριστικό  παράδειγμα  απ’  το  τεφτέρι  ενός  εμπόρου  λέει:  «Άνδρας  χρωστά  δέκα  χρυσά  φλορίνια  από  την  Πεντηκοστή.  Το  όνομα  του  μου  διαφεύγει»

Οι  υπολογισμοί  γίνονται  κυρίως  με  ρωμαϊκούς  αριθμούς,  και  συχνά  τα  αθροίσματα  είναι  λάθος. Οι διαιρέσεις με διψήφιο διαιρέτη αποτελούν σκοτεινό μυστήριο, και η χρήση του  μηδενικού δεν είναι απόλυτα κατανοητή. Όμως, παρ’ όλα τα φανταχτερά εκθέματα και τον  ενθουσιασμό  του  κόσμου,  το  μέγεθος  της  εμποροπανήγυρης  είναι  κάτι  το  ασήμαντο.  Ολόκληρη  η  ποσότητα  των  εμπορευμάτων  που  φθάνουν  στη  Γαλλία,  στη  διάρκεια  ενός  έτους,  μέσα  από  το  πέρασμα  του  Saint  Gothard7,  δεν  είναι  αρκετά  για  να  γεμίσουν  ένα  σύγχρονο φορτηγό τρένο. Το σύνολο των εμπορευμάτων που μεταφέρονται απ’ το μεγάλο  ενετικό στόλο δεν θα έφταναν να γεμίσουν ένα σύγχρονο εμπορικό πλοίο.

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΤΑΣΗ:ΓΕΡΜΑΝΙΑ-1550.O Andreas Ryff8, ένας γενειοφόρος έμπορος, ντυμένος τη γούνα του, γυρίζει στο σπίτι του  στο Μπάντεν. Σ’ ένα γράμμα στη γυναίκα του, γράφει ότι επισκέφτηκε τριάντα αγορές και  ότι  έχει  κάνει  πληγή  απ’  τη  σέλα.  Επίσης  δείχνει  να  ενοχλείται  από  τα  μικροπροβλήματα  των καιρών. Καθώς ταξιδεύει τον σταματάνε κάθε δέκα μίλια για να πληρώσει διόδια. Στη  διαδρομή μεταξύ Βασιλείας και Κολονίας πληρώνει τριάντα μία φορές.  Και δεν είναι μόνο αυτό. Κάθε κοινότητα που επισκέπτεται έχει το δικό της νόμισμα, τους  δικούς  της  κανονισμούς  και  τη  δική  της  έννομη  τάξη.  Μόνο  στην  περιοχή  γύρω  απ’  το  Μπάντεν,  υπάρχουν  περίπου  112  διαφορετικά  μέτρα  μήκους,  92  διαφορετικά  μέτρα  μετρήσεως επιφάνειας, 65 διαφορετικά μέτρα όγκου στερεών, 163 μέτρα δημητριακών και  123 μέτρα υγρών, 63 ειδικά μέτρα για οινοπνευματώδη και 80 διαφορετικά ζύγια της μιας  λίβρας.9

ΒΟΣΤΟΝΗ ΤΟ ΕΤΟΣ 1639-Μια  δίκη  βρίσκεται  σε  εξέλιξη.  Κάποιος  Robert  Κιν,  «ένας  υπερήλικας  διδάσκαλος  του  Ευαγγελίου,  άνθρωπος  επιφανής,  πλούσιος  και  πατέρας  ενός  παιδιού,  παραβαίνοντας  τη  συνείδησή  του  και  το  λόγο  του  Ευαγγελίου»,  κατηγορείται  για  ένα  αποτρόπαιο  έγκλημα:  έβγαλε  κέρδος  πάνω  από  έξι  πένες  ανά  σελίνι,  κέρδος  εξωφρενικό.  Το  δικαστήριο  συνεδριάζει για ν’ αποφασίσει αν θα τον τιμωρήσει για το έγκλημά του με αφορισμό αλλά,  λόγω  του  προτέρου  εντίμου  βίου  του,  οι  δικαστές  έδειξαν  επιείκεια  και  τον  απήλλαξαν  βάζοντάς  του  πρόστιμο  διακοσίων  λιρών.  Όμως  ο  κακομοίρης  ο  κύριος  Κιν  είναι  τόσο  αναστατωμένος ώστε ενώπιον των γερόντων της Εκκλησίας «με δάκρυα στα μάτια ομολογεί  ότι  έχει  μια  άπληστη  και  διεφθαρμένη  ψυχή».  Ο  πάστορας  της  Βοστόνης  δεν  μπορεί  να  αντισταθεί  σ’  αυτή  τη  μοναδική  ευκαιρία  να  εκμεταλλευτεί  το  ζωντανό  παράδειγμα  ενός  αμετανόητου αμαρτωλού, και χρησιμοποιεί την πλεονεξία του Κέιν ως παράδειγμα για να  αστράψει και να βροντήξει από τον άμβωνα στο κήρυγμα που βγάζει την επόμενη Κυριακή  σχετικά  με  κάποιες  δόλιες  αρχές  που  διέπουν  το  εμπόριο.  Ανάμεσα  σ’  αυτές  είναι  και  οι  ακόλουθες:   «Ότι ένας έμπορος μπορεί να πουλάει όσο πιο ακριβά μπορεί, και να αγοράζει όσο  πιο φτηνά μπορεί.   Ότι αν κάποιος έμπορος υποστεί ζημιά σε κάποια εμπορεύματα λόγω θαλασσίων  μεταφορών κλπ., μπορεί να αυξήσει την τιμή των υπόλοιπων εμπορευμάτων του.   Ότι μπορεί να πουλάει όσο αγόρασε, παρ’ όλο που πλήρωσε πολύ ακριβά…»  Όλα  αυτά  είναι  δόλια,  δόλια,  κραυγάζει  ο  πάστορας.  Το  να  επιδιώκεις  τα  πλούτη  για  τα  πλούτη και μόνο, σε κάνει δούλο της πλεονεξίας.

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ.  Στην  Αγγλία  ένας  μεγάλος  εμπορικός  οργανισμός,  η  «Εταιρία  Ριψοκίνδυνων  Εμπόρων»11,  συνέταξε  το  καταστατικό  της.  Ανάμεσα  στα  άρθρα  του  περιλαμβάνονται  και  τα  εξής  που  αφορούν  εμπόρους  μέλη  της  εταιρίας:  Απαγορεύονται  η  μη  κόσμια  γλώσσα,  οι  καβγάδες  μεταξύ  των  μελών,  η  χαρτοπαιξία,  και  οι  κυνηγετικοί  σκύλοι.  Κανένας  δεν  επιτρέπεται  να  κυκλοφορεί  μεταφέροντας  ασουλούπωτους  μπόγους.  Πραγματικά,  πρόκειται  για  μια περίεργη εταιρία, που μάλλον θυμίζει τεκτονική στοά.  Στη  Γαλλία  επιδεικνύεται  έντονη  νεωτεριστική  δραστηριότητα  στον  κλάδο  της  κλωστοϋφαντουργίας,  κι  ο  Κολμπέρ  αναγκάζεται  το  1666  να  εκδώσει  μια  διάταξη  για  να  εμποδίσει  αυτή  την  επικίνδυνη  και  διαλυτική  τάση.  Στο  εξής  λοιπόν  τα  υφάσματα  της  Ντιζόν και της Σελανζί θα διαθέτουν ακριβώς 1.408 κλωστές συμπεριλαμβανομένης και της  ούγιας,  ούτε  περισσότερες  ούτε  λιγότερες.  Στην  Auxerre  της  Βουργουνδίας  και  σε  άλλες  δύο βιομηχανικές πόλεις, οι κλωστές πρέπει να είναι 1.376. Στη Σατιγιόν (Chatillon), 1.216.  Οποιοδήποτε  ύφασμα  βρεθεί  ακατάλληλο,  θα  δυσφημείται.  Αν  αυτό  επαναληφθεί  τρεις  φορές, τότε θα διαπομπεύεται ο έμπορος.12  Υπάρχει κάτι το κοινό σ’ όλα αυτά τα σκόρπια στιγμιότυπα αλλοτινών κόσμων. Και είναι το  εξής:  Πρώτον,  η  ιδέα  της  ευπρέπειας  (για  να  μην  πούμε  της  αναγκαιότητας)  ενός  συστήματος  οργανωμένου  στη  βάση  του  προσωπικού  κέρδους1  δεν  έχει  ακόμα  παγιωθεί.  Δεύτερον,  ένας  ξεχωριστός,  ανεξάρτητος  οικονομικός  κόσμος  δεν  έχει  ακόμα  απαγκιστρωθεί  απ’  το  κοινωνικό  του  πλαίσιο.  Ο  κόσμος  των  πρακτικών  υποθέσεων  είναι  αναπόσπαστα  δεμένος  με  τον  κόσμο  της  πολιτικής,  κοινωνικής  και  θρησκευτικής  ζωής.  Μέχρι  να  χωριστούν  αυτοί  οι  δύο  κόσμοι,  τίποτα  δεν  θα  θυμίζει  το  ρυθμό  και  την  ατμόσφαιρα  της  σύγχρονης  ζωής.  Και  για  να  χωριστούν  αυτοί  οι  κόσμοι,  πρέπει  να  μεσολαβήσει ένας μακροχρόνιος και σκληρός αγώνας.  Μπορεί  να  μας  φαίνεται  περίεργο  ότι  η  ιδέα  του  κέρδους  είναι  σχετικά  πρόσφατη.  Διδασκόμαστε  στο  σχολείο  ότι  ο  άνθρωπος  είναι,  κατά  βάση,  ον  κτητικό  κι  ότι  αν  τον  αφήναμε  ελεύθερο,  θα  φερόταν  όπως  κάθε  επιχειρηματίας  που  σέβεται  τον  εαυτό  του.  Μας λένε ότι το κίνητρο του κέρδους είναι τόσο παλιό όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. 

Αλλά δεν είναι έτσι. Το κίνητρο του κέρδους, όπως το γνωρίζουμε, είναι μόνο τόσο παλιό  όσο  και  ο  «σύγχρονος  άνθρωπος».  Ακόμα  και  σήμερα,  το  κέρδος  για  το  κέρδος  είναι  μια  έννοια  ξένη  σε  μεγάλη  μερίδα  του  πληθυσμού  της  γης  και  η  απουσία  της  είναι  εμφανέστατη στο μεγαλύτερο κομμάτι της καταγεγραμμένης ιστορίας. Ο Sir William Πέττυ,  ένας  εκπληκτικός  τύπος  που  έζησε  το  17ο  αιώνα  (ο  οποίος  υπήρξε  βοηθός  καμαρότου,  γυρολόγος, υφασματέμπορος, γιατρός, καθηγητής μουσικής και ιδρυτής μιας σχολής με την  επωνυμία  «Πολιτική  Αριθμητική»),  υποστήριζε  ότι,  όταν  οι  μισθοί  ήταν  ικανοποιητικοί,  «ήταν δύσκολο να βρεις εργάτες, γιατί είναι τόσο ακόλαστοι, που δουλεύουν μόνο για να  τρώνε ή μάλλον για να πίνουν»13. Και ο Sir William δεν εξέφραζε απλώς τις προκαταλήψεις  των  αστών  των  ημερών  του.  Επισήμαινε  ένα  γεγονός  που  μπορεί  ακόμα  να  παρατηρηθεί  ανάμεσα στους μη εκβιομηχανισμένους λαούς του κόσμου: μια αμάθητη εργατική δύναμη,  ασυνήθιστη στη μισθωτή εργασία, άβολη στα πλαίσια της βιομηχανικής ζωής, ανεξοικείωτη  με  την  ιδέα  της  συνεχούς  βελτίωσης  του  βιοτικού  επιπέδου,  δεν  πρόκειται  να  δουλέψει  σκληρότερα αν αυξηθούν οι αμοιβές: απλούστατα θα αυξήσει τη σχόλη της. Η έννοια του  κέρδους, η ιδέα ότι κάθε εργαζόμενος όχι μόνο μπορεί αλλά και πρέπει να παλεύει διαρκώς  για να βελτιώνει την υλική του κατάσταση, ήταν μια ιδέα άγνωστη στα πλατιά κατώτερα και  μεσαία  στρώματα  της  αιγυπτιακής,  ελληνικής,  ρωμαϊκής  και  μεσαιωνικής  κουλτούρας  και  άρχισε  να  εμφανίζεται  σποραδικά  κατά  την  εποχή  της  Αναγέννησης  και  της  Εδώ και στη συζήτηση στις επόμενες παραγράφους το «κέρδος» (= gain) στο πρωτότυπο είναι,  περισσότερο, η έννοια του προσωπικού οφέλους και όχι η συγκεκριμένη οικονομική κατηγορία  «κέρδος» (= profit), που αναφέρεται στην αμοιβή του κεφαλαίου (Σ.τ.Ε.).

Ως  μόνιμο  και  πανταχού  παρόν  χαρακτηριστικό  της  κοινωνίας,  είναι  τόσο  πρόσφατο όσο και η ανακάλυψη της τυπογραφίας.  Όχι  μόνο  δεν  είναι  η  έννοια  του  κέρδους  τόσο  διαδεδομένη  όσο  πιστεύουμε,  αλλά  και  η  κοινωνική αποδοχή του κέρδους είναι μια εξέλιξη ακόμα πιο περιορισμένη και πρόσφατη.  Στο Μεσαίωνα η Εκκλησία δίδασκε ότι ο Χριστιανός δεν μπορεί να είναι έμπορος, και πίσω  απ’ αυτή τη διδασκαλία κρυβόταν η σκέψη ότι οι έμποροι είναι τα ζιζάνια στο φυτώριο της  κοινωνίας. Την εποχή του Σαίξπηρ ο σκοπός στη ζωή του μέσου πολίτη ‐για την ακρίβεια,  όλων  εκτός  από  τους  ευγενείς‐  δεν  ήταν  η  βελτίωση  της  θέσης  του  στη  ζωή  αλλά  η  διατήρησή της. Ακόμα και για τους πρώτους άποικους της Αμερικής, η σκέψη και μόνο ότι  το  κέρδος  θα  μπορούσε  να  είναι  ένας  αποδεκτός  ‐ακόμα  και  χρήσιμος‐  σκοπός  στη  ζωή,  ελάχιστα απείχε απ’ το να θεωρείται ως δίδαγμα του Σατανά.  Ο  πλούτος,  φυσικά,  υπήρχε  πάντα,  και  η  απληστία  υπάρχει  καταγεγραμμένη  από  τους  βιβλικούς  χρόνους.  Αλλά  είναι  τεράστια  η  διαφορά  ανάμεσα  στο  φθόνο  για  τον  πλούτο  ολίγων  ισχυρών  και  το  γενικευμένο  αγώνα  για  πλουτισμό  που  διακρίνει  ολόκληρη  την  κοινωνία.  Ριψοκίνδυνοι  έμποροι  υπήρχαν  από  την  εποχή  των  Φοινίκων  ναυτικών,  και  θα  τους βρούμε σε ολόκληρο το φάσμα της ιστορίας: στους κερδοσκόπους της Ρώμης, στους  εμπορευόμενους  Ενετούς,  στη  Χανσεατική  Ένωση  και  στους  μεγάλους  Πορτογάλους  και  Ισπανούς  θαλασσοπόρους  που  αναζητούσαν  νέους  δρόμους  προς  την  Ινδία  και  προς  την  προσωπική τους ευμάρεια. Όμως οι περιπέτειες των λίγων είναι πράγμα πολύ διαφορετικό  απ’ το να εμφορείται ολόκληρη η κοινωνία από το πνεύμα του επιχειρηματικού κινδύνου.  Πάρτε, για παράδειγμα, την εκπληκτική οικογένεια των Fugger, των Γερμανών τραπεζιτών  του  δέκατου  έκτου  αιώνα.  Στην  εποχή  της  ακμής  τους  οι  Fugger  είχαν  στην  κατοχή  τους  ορυχεία  χρυσού  και  αργύρου,  δικαιώματα  εμπορικής  εκμετάλλευσης,  ακόμα  και  το  δικαίωμα να εκδίδουν δικό τους νόμισμα.

Το ενεργητικό τους ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο  απ’ τα πλούτη βασιλέων και αυτοκρατόρων των οποίων τους πολέμους (καθώς και τα έξοδα  διαβίωσης) χρηματοδοτούσαν. Όταν, όμως, πέθανε ο Anton Fugger, ο μεγαλύτερος ανιψιός  του  Χανς‐Τζακόμπ  αρνήθηκε  να  αναλάβει  την  τραπεζική  αυτοκρατορία,  με  τη  δικαιολογία  ότι  οι  εργασίες  της  πόλης  και  οι  προσωπικές  του  υποθέσεις  τον  επιβάρυναν  ήδη  πολύ.  Ο  αδελφός  του  Χανς‐Τζακόμπ,  George,  δήλωσε  ότι  προτιμά  να  έχει  την  ησυχία  του.  Ένας  τρίτος  ανιψιός,  ο  Κρίστοφερ,  στάθηκε  εξίσου  αρνητικός.  Κανένας  απ’  τους  πιθανούς  κληρονόμους  μιας  αυτοκρατορίας  του  πλούτου  δεν  θεώρησε,  προφανώς,  ότι  άξιζε  τον  κόπο.  Εκτός  απ’  τους  βασιλείς  (τους  οικονομικά  φερέγγυους)  και  μερικές  διάσπαρτες  οικογένειες, όπως οι Fugger, οι πρώτοι καπιταλιστές δεν αποτελούσαν τους στυλοβάτες της  κοινωνίας,  αντιθέτως  ήταν  συνήθως  απόβλητοι  και  ανεπιθύμητοι.  Πού  και  πού  κάποιος  δραστήριος νέος όπως ο Άγιος Goderic του Finchale ξεκινούσε μαζεύοντας κομμάτια από  ναυάγια  που  ξεβράζονταν  στις  ακτές,  συγκέντρωνε  αρκετά  αντικείμενα  για  να  κάνει  τον  έμπορο και, όταν πια είχε πλουτίσει, εγκατέλειπε τα εγκόσμια για να γίνει ερημίτης. Αλλά  τέτοιοι άνθρωποι υπήρξαν ελάχιστοι. Εφόσον η επικρατούσα αντίληψη ήταν ότι η ζωή στη  γη  είναι  το  εξαγνιστικό  προοίμιο  της  Αιώνιας  Ζωής,  το  εμπορικό  πνεύμα  ούτε  ενθαρρυνόταν  ούτε  κι  έβρισκε  αυθόρμητη  υποστήριξη.  Οι  βασιλιάδες  αποζητούσαν  θησαυρούς κι έκαναν πολέμους γι’ αυτό το λόγο. Οι ευγενείς ήθελαν γη, κι επειδή κανένας  ευγενής  που  σεβόταν  τον  εαυτό  του  δεν  πουλούσε  οικειοθελώς  τα  πατρογονικά  του  κτήματα,  αυτό  και  πάλι  σήμαινε  πόλεμο.  Ο  περισσότερος  κόσμος,  όμως  ‐δουλοπάροικοι,  τεχνίτες, ακόμα και οι αρχιμάστορες των κατασκευαστικών συντεχνιών‐ ήθελαν να ζήσουν  με  τον  τρόπο  που  έζησαν  οι  πατεράδες  τους  κι  όπως  θα  ζούσαν  οι  γιοι  τους  μετά  απ’  αυτούς.

Σχετικα αρθρα

Θα παραμείνει η Τουρκία τουριστικός προορισμός;

admin

Ζημιά 15 εκατ. ευρώ για τον τουρισμό από τα ρωσικά «κανόνια»

admin

Κατάρ: Η Ντόχα επιμένει απέναντι στους επικριτές της

admin

Τα προβλήματα της ιταλικής ανάπτυξης επισκιάζουν την επέτειο του Ρέντσι

admin

«Δράκος» και Δύση: Μία δεκαετία σύγκλισης και σύγκρουσης

admin

Οι αγορές πλησίασαν σε ιστορικά υψηλά αυτή την εβδομάδα – Θα συνεχίσουν την άνοδο;

admin

Τέσσερις game-changer παράγοντες στη Νότια Ευρώπη

admin

Η Ευρώπη παρακολουθεί καθώς η Ιταλία ψηφίζει

admin

Η Κομισιόν ετοιμάζει πειθαρχικά μέτρα στην Ιταλία για τον προϋπολογισμό

admin

Οι ΗΠΑ εποφθαλμιούν το πετρέλαιο της Βενεζουέλας

admin

Το Κίνημα Πέντε Αστέρων δυσκολεύεται να γίνει φορέας αλλαγής στην Ιταλία

admin

Γερμανικός Τύπος: Χαλαρότερους όρους λιτότητας θέλει ο Μητσοτάκης

admin

Στο 3,5% επί του ΑΕΠ ανέβηκε το 2016 η συνεισφορά του ξενοδοχειακού τουρισμού

admin

Παρουσίαση της ΜΟΤΟΡ ΟΙΛ σε θεσμικούς επενδυτές – Mέρισμα 0,90 ευρώ ανά μετοχή για τη χρήση 2016

admin

Το SPD έρχεται αντιμέτωπο με την πολιτική πραγματικότητα

admin

Σοβαρή κάμψη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία

admin

Bild: Σε έξαρση η εμπορία προσφυγικών εγγράφων στην Αθήνα

admin

Ισχύς εναντίον σαχλαμάρας

admin