Εδώ και πολλούς αιώνες τα φημισμένα σοκάκια της Αλφάμα, της παλαιότερης συνοικίας της Λισαβόνας «διηγούνταν» την ιστορία της πόλης.

Καθώς όμως πλησιάζαμε στο σήμερα, «τρέντι» καφέ – μπαρ και τουριστικά διαμερίσματα άρχιζαν να αλλοιώνουν την εικόνα της.

Σύμφωνα με τον Guardian, το 1/3 των διαμερισμάτων στο κέντρο της πορτογαλικής πρωτεύουσας έχει ανακαινιστεί κατά τα πρότυπα που «επέβαλε» το Airbnb και άλλες ηλεκτρονικές πλατφόρμες φιλοξενίας.

Όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, τα διαθέσιμα σπίτια για μακροχρόνια ενοικίαση μειώθηκαν ραγδαία και το ύψος των ενοικίων τους εκτοξεύθηκαν.

Μοιραία λοιπόν η πόλη «διώχνει» όλο και περισσότερους κατοίκους της, που δεν μπορούν να σηκώσουν το οικονομικό βάρος και φιλοξενώντας ολοένα και περισσότερους τουρίστες άρχισε να χάνει τον χαρακτήρα της.

Μέχρι και λέξη επινοήθηκε για να περιγράψει τη δεινή θέση που είχε περιέλθει η Λισαβόνα: ο όρος «terramotourism», δηλαδή τουριστικός σεισμός.

Η επίδραση του κοροναϊού

Αυτά συνέβαιναν μέχρι την εμφάνιση της πανδημίας Covid-19, που ήρθε και μέσα σε όλα πάγωσε και τον τουρισμό.

«Υπό μία συγκεκριμένη έννοια η Covid δημιούργησε μια ευκαιρία», δήλωσε στην Guardian ο Φερνάντο Μεντίνα, δήμαρχος της Λισαβόνας, και προσέθεσε «Ο ιός δεν μας ζήτησε την άδεια για να έρθει, αλλά έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε τον χρόνο [που μας δίνεται] για να σκεφτούμε και να δούμε πώς μπορούμε να κινηθούμε προκειμένου να διορθώσουμε πράγματα και να τα βάλουμε σε σωστή τροχιά»

Η πόλη σπεύδει τώρα να θέσει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα που ήταν στα «σκαριά» πριν την πανδημία: ένα φιλόδοξο σχέδιο σύμφωνα με το οποίο πάνω από 20.000 τουριστικά διαμερίσματα θα μετατραπούν σε σπίτια με οικονομικό ενοίκιο.

Το φιλόδοξο σχέδιο

Το πρόγραμμα προσφέρει στους ιδιοκτήτες των ακινήτων τη δυνατότητα να λαμβάνουν έως και 1000 ευρώ το μήνα, ενοικιάζοντας τα διαμερίσματά τους στη δημοτική αρχή για ελάχιστο χρονικό διάστημα 5 ετών.

Τη διαχείριση του ακινήτου την αναλαμβάνει η πόλη, βρίσκοντας ενοίκους και ενοικιάζοντας τα σπίτια με ανώτατο όριο το 1/3 του οικογενειακού εισοδήματος των ενοίκων.

Για τους ιδιοκτήτες, το εισόδημα από τα μισθώματα πιθανόν να είναι χαμηλότερο από αυτό που εισέπρατταν από τους τουρίστες.  Η δημοτική αρχή όμως στοιχηματίζει ότι το μακροχρόνιο, σταθερό εισόδημα, όπως και η δυνατότητα να εισπραχθούν προκαταβολικά τα μισθώματα έως και τριών ετών, θα τους κάνει να πειστούν, καθώς, τουλάχιστον επί του παρόντος, τελούν υπό το βάρος της πανδημικής αβεβαιότητας.

Ωστόσο, μέχρι τώρα η ανταπόκριση υπήρξε χλιαρή, με μόλις 177 ιδιοκτήτες να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους στο πρώτο κάλεσμα του προγράμματος. «Υπήρξε μια στάση ‘ας περιμένουμε και θα δούμε’» δηλώνει ο Μεντίνα, καθώς πολλοί από τους ιδιοκτήτες ελπίζουν σε γρήγορη επανάκαμψη του τουρισμού.

Εν κατακλείδι ο Μεντίνα ελπίζει ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα και οι γενικότερες συνθήκες θα φέρουν την πολυπόθητη ισορροπία ανάμεσα στην τουριστική – οικονομική ανάκαμψη και τη διατήρηση του ιδιαίτερου χαρακτήρα της πόλης και του σεβασμού στο δικαίωμα στη στέγη.

«Το ‘υπερβολικά πολύ’ σε κάτι, δεν είναι καλό, αλλά και το ‘υπερβολικά λίγο’ είναι πρόβλημα. Είναι θέμα ισορροπίας. Το να έχεις μία στέγη δεν μπορεί να είναι ένα βάρος για το οποίο θα πρέπει να έχει δύο και τρεις δουλειές – αυτό δεν είναι αξιοπρεπής ζωή»

-