Οι απερχόμενοι πρόεδροι των ΗΠΑ συνήθως στο τέλος της θητείας τους προσπαθούν να πάρουν αποφάσεις που να αποτελούν μέρος της κληρονομιάς που αφήνουν και κατ’ επέκταση της υστεροφημίας τους. Όμως, σε κάποιες περιπτώσεις έχουν τη δυνατότητα να αποπειραθούν να δεσμεύσουν τον επόμενο ένοικο του Λευκού Οίκου στη στρατηγική που αυτοί έχουν ήδη χαράξει.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, που δείχνει έστω και δύσθυμα να αποδέχεται την ήττα του, φαίνεται να διαλέγει τη δεύτερη επιλογή. Αυτό τουλάχιστον δείχνει η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να προχωρήσει σε κλιμάκωση των κυρώσεων κατά της Κίνας σε σχέση με τις κινήσεις της τελευταίας στη Νότια Σινική Θάλασσα.

Γύρω από τη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή υπάρχει ένα μεγάλο φάσμα συγκρουόμενων διεκδικήσεων που αφορούν τα όρια των θαλασσίων συνόρων (τόσο των χωρικών υδάτων όσο και των ΑΟΖ), αλλά και τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας σε μια ιδιαίτερα στρατηγική περιοχή, από την οποία περνάει το ένα τρίτο του παγκοσμίου θαλάσσιου εμπορίου, ύψους 3,37 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, το 80% των εισαγωγών ενέργειας της Κίνας και το 39,5% του συνολικού εμπορίου της Κίνας.

Πλευρά της αντιπαράθεσης και το καθεστώς των Νήσων Σπάρτλι, που βρίσκονται στο κέντρο πολυσύχναστων θαλασσίων διαδρομών, περιοχών σημαντικών για την αλιεία αλλά και διαμορφώνουν κυριαρχικά δικαιώματα σε τμήματα υφαλοκρηπίδας με σημαντικά αποθέματα υδρογονανθράκων. Η Κίνα που διεκδικεί την κυριαρχία σε αυτά προχωρά σε μεγάλης κλίμακας έργα για στρατιωτικές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της προσπάθειας να μετατραπούν ύφαλοι σε νησιά, κάτι που έχουν καταγγείλει κατ’ επανάληψη οι ΗΠΑ.

Επιβολή κυρώσεων

Μάλιστα οι ΗΠΑ τον περασμένο Αύγουστο επέβαλαν κυρώσεις σε 24 κινεζικές εταιρείες καθώς και σε μεμονωμένα πρόσωπα με βάση την κατηγορία ότι συνέβαλαν στα τεχνικά έργα και στις στρατιωτικές κινήσεις της Κίνας στη Νότια Σινική Θάλασσα. Ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ προχώρησαν σε κυρώσεις για τη στάση της Κίνας σε αυτή τη διαφιλονικούμενη περιοχή. Μέχρι τώρα αυτό που έκαναν οι ΗΠΑ ήταν η συνεχής προσπάθεια να έχουν εκεί ναυτική παρουσία όπως και στοχευμένες υπερπτήσεις αμερικανικών στρατηγικών βομβαρδιστικών Β-52.

Τώρα, οι ΗΠΑ κλιμακώνουν την αντιπαράθεση, επιβάλλοντας κυρώσεις σε συσχέτιση με την κατάσταση στη Νότια Σινική Θάλασσα σε έναν από τους κινεζικούς ενεργειακούς γίγαντες, την China National Offshore Oil Corp. (CNOOC), που είναι και η βασική κινεζική εταιρεία ως προς την έρευνα για υδρογονάνθρακες σε θαλάσσιες περιοχές μεγάλου βάθους.

Οι κυρώσεις ισοδυναμούν με απαγόρευση της εταιρείας να έχει παρουσία στις αμερικανικές αγορές ή να συνεργάζεται με αμερικανικές επιχειρήσεις. Αυτό θα έχει σημαντική επίπτωση σε μια εταιρεία που το 16,5% της ανήκει σε αμερικανούς επενδυτές, που τώρα θα πρέπει να «ξεφορτωθούν» τις μετοχές, και η οποία είχε σημαντικές συνεργασίες με αμερικανικές εταιρείες όπως η Exxon Mobil. Η εταιρεία κατηγορείται για τις ερευνητικές δραστηριότητές της στη Νότια Σινική Θάλασσα και οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι η κινεζική πρακτική είναι να υποχρεωθούν οι άλλες μικρότερες χώρες της περιοχής είτε να σταματήσουν την έρευνα για υδρογονάνθρακες είτε να συνεργαστούν με τις κινεζικές εταιρείες.

Το ερώτημα είναι οι ΗΠΑ θα στραφούν και κατά των άλλων δύο μεγάλων «εθνικών πρωταθλητών» της Κίνας στην ενέργεια της China National Petroleum Corp και της China Petrochemical Corp.

Τα ανοιχτά ερωτήματα για την κυβέρνηση Μπάιντεν

Είναι προφανές ότι για τον Ντόναλντ Τραμπ η Κίνα ήταν ταυτόχρονα και ο μεγάλος οικονομικός ανταγωνιστής αλλά και μεσοπρόθεσμα ο μεγάλος αντίπαλος. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν επένδυσε με τον ίδιο τρόπο στην αντιπαράθεση με την Ρωσία, σε αντίθεση με τη δεύτερη θητεία Ομπάμα, καθώς θεωρούσε ότι η προσοχή έπρεπε να επικεντρωθεί στην Κίνα. Βέβαια και ο Τραμπ χρειάστηκε να δει ορισμένες αναγκαίες ισορροπίες. Για παράδειγμα, παρότι επέλεξε να κλιμακώσει τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, παρά τις διαμαρτυρίες και μερίδας των αμερικανών επιχειρηματιών που θεώρησαν ότι αυτό θα ανέβαζε τις τιμές προϊόντων που κατασκευάζονται στην Κίνα, είναι σαφές ότι ήθελε μια συμφωνία που θα μπορούσε να τονώσει την αμερικανική οικονομία, έστω και εάν τελικά η πανδημία ανέτρεψε τον συνολικό του σχεδιασμό.

Στην περίπτωση του Μπάιντεν έχουμε και εδώ να κάνουμε μια πολιτική που παραπέμπει στη λογική του στρατηγικού τρίγωνου. Ουσιαστικά είναι η αντίληψη, που αφετηρία έχει τη θητεία του Κίσινγκερ επί προεδρίας Νίξον, ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να έχουν μια ισορροπία με την Κίνα ώστε να μπορούν να επικεντρωθούν στη βασική απειλή που είναι η Ρωσία. Αυτό θα σήμαινε κάποιου είδους ύφεση της έντασης με την Κίνα και μεγαλύτερη επιθετικότητα απέναντι στη Ρωσία, παράλληλα με μεγαλύτερη προσπάθεια για αποτροπή του ενδεχομένου να διαμορφωθεί ένας ευρασιατικός άξονας με συμμετοχή της Ρωσίας και της Κίνας.

Αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που οι ΗΠΑ και ιδίως οι Δημοκρατικοί σε αυτή τη φάση θεωρούν ότι η βασική στρατηγική απειλή για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους είναι η Ρωσία, που αποτελεί στρατιωτικά τουλάχιστον τη μόνη άλλη υπερδύναμη στον πλανήτη, τόσο ως προς το πυρηνικό οπλοστάσιο όσο και ως προς τη δυνατότητα να διεξάγει χερσαίες επιχειρήσεις αλλά και τον ευρύτερο γεωπολιτικό ρόλο που.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί με τη Ρωσία θα πρέπει να αναμένουμε κλιμάκωση της αμερικανικής στάσης, μεγαλύτερη επιθετικότητα και πίεση και προς τους συμμάχους να υιοθετήσουν επίσης μια σκληρή γραμμή.

Όμως, με την Κίνα τα πράγματα θα είναι κάπως διαφορετικά.

Οι αμφισημίες του «στρατηγικού ανταγωνισμού»

Για την Κίνα η έκφραση που συνήθως χρησιμοποιείται είναι αυτή του «στρατηγικού ανταγωνιστή» και όχι της απειλής. Βέβαια, όπως συμβαίνει συχνά σε αυτές τις περιπτώσεις η διατύπωση αποτυπώνει στοχοθεσία και υποκρύπτει αμηχανία. Προφανώς και οι ΗΠΑ αυτή τη στιγμή είναι σε μια ανταγωνιστική σχέση με την Κίνα, καθώς αυτή διεκδικεί σε σχετικά σύντομο βάθος χρόνου να είναι η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη και συνάμα έχει επιδοθεί σε έναν αγώνα να αποκτήσει τεχνολογική αυτάρκεια ώστε να μπορεί να αντέξει κυρώσεις που αποσκοπούν στο να αποκοπεί από προϊόντα υψηλής τεχνολογίας. Όμως, την ίδια στιγμή ακόμη υπάρχουν σημαντικές μορφές αλληλεξάρτησης ανάμεσα στους δύο αυτό πόλους.

Είναι ενδεικτικό ότι παρά την επιδείνωση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες και τον εμπορικό πόλεμο, κινεζικά funds εξειδικευμένα σε επενδύσεις στην υψηλή τεχνολογία και δημιουργημένα από την κινεζική κυβέρνηση συνεχίζουν να επενδύουν σημαντικά σε αμερικανικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας.

Μάλιστα, η είδηση ότι συνεχίζονται οι κινεζικές επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας σε εταιρείες όπως οι Pixelworks, Black Sesame Technologies και LightIC Technologies, προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον καθώς αρκετοί υποστήριξαν ότι τίθενται θέματα εθνικής ασφάλειας, καθώς υπάρχει η εκτίμηση ότι τέτοιες επενδύσεις οδηγούν τελικά και σε κλοπές πνευματικής ιδιοκτησίας.

Πάντως, σε γενικές γραμμές οι κινεζικές επενδύσεις κεφαλαίων υψηλού επιχειρηματικού κινδύνου σε αμερικανικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας έχουν υποχωρήσει. Το 2019 υποχώρησαν στα 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια, περίπου τα μισά από όσα το 2018, ενώ το πρώτο μισό του 2020 ήταν στα 830 εκατομμύρια δολάρια.

Την ίδια στιγμή με τις ΗΠΑ να αντιμετωπίζουν σημαντική ύφεση ακόμη και την Κίνα να είναι η μόνη μεγάλη παγκόσμια οικονομία με θετικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς και άρα η «μηχανή ανάπτυξης» της επόμενης περιόδου, δεν είναι απαραίτητα προς το συμφέρον των ΗΠΑ να επιμείνουν σε μια γραμμή οικονομικών αντιπαραθέσεων. Άλλωστε, στην προηγούμενη οικονομική κρίση το 2007-2008, οι ΗΠΑ είχαν ωφεληθεί σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που είχε αντιδράσει η Κίνα σε αυτή. Μάλιστα, παρά την αντίθεση της κυβέρνησης Τραμπ σε τέτοιες συναλλαγές, αμερικανικές τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία συνέχισαν να έχουν τοποθετήσεις στην Κίνα.

Με αυτή την έννοια ο Τζο Μπάιντεν να κληθεί να προσδιορίσει ποια θα είναι η υφή του «στρατηγικού ανταγωνισμού» με την Κίνα, με τρόπο που να ασκεί πραγματική πίεση αλλά και συνάμα να μην προκαλεί επιπλέον ζημιά στην αμερικανική οικονομία, ισορροπία που δεν θα είναι εύκολο να επιτευχθεί.

Ένας σύνθετος γεωπολιτικός υπολογισμός

Την ίδια στιγμή στο γεωπολιτικό επίπεδο τα ζητήματα είναι επίσης σύνθετα για τη νέα κυβέρνηση. Η προσπάθεια πιο «ρεαλιστικής» αντιμετώπισης της Κίνας δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα αποτρέψει την αυξανόμενη ρωσοκινεζική συνεργασία και την προοπτική μιας ευρασιατικής σύγκλισης, ιδίως από τη στιγμή που αυτή υποστηρίζεται και από την οικονομική διάσταση της στρατηγικής «ένας δρόμος – μία ζώνη».

Οι ΗΠΑ, που επενδύουν σε μια αποδυνάμωση της ρωσοκινεζικής συμπόρευσης, εκτιμώντας ότι αυτό θα υπονόμευε τη θέση της Ρωσίας (και ίσως διευκόλυνε μια ενδεχόμενη «αλλαγή καθεστώτος»), την ίδια στιγμή δεν έχουν ακόμη δείξει τι προσφέρουν στην Κίνα  ως αντάλλαγμα, με δεδομένη μάλιστα με την κλιμάκωση της επιθετικών επιλογών κατά του Πεκίνου το προηγούμενο διάστημα.

Μάλιστα, η κινεζική ηγεσία αποδεικνύεται και αρκετά ευέλικτη ως προς τις πρωτοβουλίες της. Για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχει η έρπουσα ένταση σε σχέση με τη Νότια Σινική Θάλασσα, αλλά την ίδια στιγμή η Κίνα πρωταγωνίστησε στη διαμόρφωση της μεγαλύτερης ζώνης εμπορίου, της Περιφερειακής Συνολικής Οικονομικής Συνεργασίας (Regional Comprehensive Economic Partnership ), που περιλαμβάνει δέκα χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, τη Νότια Κορέα, την Κίνα, την Ιαπωνία, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, χώρες που συνολικά εκπροσωπούν σχεδόν το ένα τρίτο της παγκόσμιας οικονομίας. Επιπλέον, η Κίνα επενδύει ιδιαίτερα στο γεγονός ότι με τις χώρες της Ευρώπης δεν έχει αντιπαραθέσεις σε ζητήματα ασφάλειας (ακόμη και θέματα όπως το εάν θα επιτραπεί σε κινεζικές εταιρείες όπως η Huawei να επενδύσουν στα δίκτυα πέμπτης γενιάς, ήταν αποτέλεσμα κυρίως αμερικανικής πίεσης).

Και βέβαια μεσοπρόθεσμα οι ΗΠΑ καλούνται να απαντήσουν τι θα κάνουν με μια χώρα που μέσα στις επόμενες δεκαετίες θα ξεπεράσει την αμερικανική οικονομία, θα αναπτύξει ακόμη περισσότερο τις αμυντικές υποδομές της και θα συνεχίσει να ξεδιπλώνει ένα φάσμα διεθνών συμμαχιών, έστω και εάν προς το παρόν δεν επιλέγει μια μεγάλη στρατιωτική παρουσία εκτός της δικής της περιοχής.

-