Γιώργος Παυλόπουλος

Οι οικονομικές επιδόσεις της Κίνας την εποχή του κοροναϊού κυριολεκτικά τρομάζουν τους ανταγωνιστές της και τις παραδοσιακές μητροπόλεις του δυτικού καπιταλισμού. Έχοντας ελέγξει πολύ πιο γρήγορα από αυτούς την επέκταση της νόσου Covid-19, έχει καταφέρει να επαναφέρει την παραγωγική της «μηχανή» σε σχεδόν κανονικούς ρυθμούς, καλύπτοντας όχι μόνο το δικό της χαμένο έδαφος, αλλά και το κενό που αφήνουν οι υπόλοιπες δυνάμεις.

Τα πιο πρόσφατα επίσημα στοιχεία και εκτιμήσεις αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Τον Νοέμβριο, οι εξαγωγές κινεζικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 21,1% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2019, ρυθμός περίπου διπλάσιος σε σύγκριση με το 11,4% του Οκτωβρίου, για να φτάσουν σε αξία τα 268 δισ. δολάρια. Εντύπωση προκαλεί, αναμφίβολα, η αύξηση κατά 46% των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, παρά τον «πόλεμο δασμών» που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στις δύο ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη.

Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας να διαμορφωθεί τον περασμένο μήνα στο ποσό-ρεκόρ των 75,4 δισ. δολαρίων, ενώ συνολικά για το πρώτο 11μηνο του έτους, το πλεόνασμα φτάνει στα 460 δισ. δολάρια και είναι αυξημένο κατά 21,4% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2019. Απέναντι δε σε ΗΠΑ και ΕΕ, το πλεόνασμα του Νοεμβρίου ήταν αυξημένο κατά 52% και 20% αντιστοίχως, έχοντας διαμορφωθεί στα 37,3 δισ. και 11,3 δισ. δολάρια.

Ηρθε η ανάπτυξη

Οι εκτιμήσεις για το ΑΕΠ της Κίνας το τρέχον έτος αποτελούν ένα ακόμη παράγοντα αισιοδοξίας για το καθεστώς του Πεκίνου. Μετά τη «βουτιά» κατά 6,8% στο πρώτο τρίμηνο, ακολούθησε η αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος κατά 3,2% το δεύτερο τρίμηνο, ενώ το τρίτο η οικονομία «έτρεξε» με 4,9%. Έτσι, θεωρείται ρεαλιστική μια ανάπτυξη της τάξης του 2-2,5% για το σύνολο του 2020 – όταν ο ευρωπαϊκές οικονομίες προσπαθούν κατά βάση να περιορίσουν την έκταση της ύφεσης.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, επενδυτές από όλο τον πλανήτη διαγκωνίζονται για να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους στην κινεζική αγορά. Μέχρι στιγμής, υπολογίζεται πως έχουν αγοράσει μετοχές και ομόλογα αξίας άνω του ενός τρισ. γουάν (πάνω από 150 δισ. δολάρια). Ο δε δείκτης CSI στο χρηματιστήριο είναι ενισχυμένος κατά 27% από τις αρχές του έτους, ποσοστό που είναι υπερδιπλάσιο εκείνου για τον S&P της Wall Street (14% το ίδιο διάστημα). Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η σύγκριση στους δείκτες που αφορούν στον κλάδο της τεχνολογίας: Ο κινεζικός ChiNext έχει ενισχυθεί κατά 59% από την 1η Ιανουαρίου, ξεπερνώντας το διόλου ευκαταφρόνητο 39% του αμερικανικού Nasdaq.

Όπως σημειώνουν οι FT στην ανάλυσή τους, «ειδικά η αγορά ομολόγων της Κίνας προσελκύει μαζικά επενδυτές στη διάρκεια της πανδημίας, εξαιτίας μεταρρυθμίσεων που οδήγησαν στο άνοιγμα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και της αρχικά βραδείας, αλλά στη συνέχεια αποφασιστικής αντιμετώπισης του ξεσπάσματος της Covid-19. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Σαμίρ Γκόελ, στρατηγικός αναλυτής της Deutsche Bank, ο οποίος δήλωσε πως η αγορά ξένων ομολόγων φέτος «ήταν μεγαλύτερη από ό,τι θα ανέμενε κανείς» μετά τις παθητικές ροές που υπήρξαν αφότου οι διεθνείς δείκτες άρχισαν να περιλαμβάνουν και το κρατικό χρέος της Κίνας, το 2019.

Με βάση όλα τα παραπάνω, δεν χωράει αμφιβολία: Το Πεκίνο βλέπει σε αυτή την κρίση τη μεγάλη του ευκαιρία να αναβαθμίσει περαιτέρω τη θέση του στον διεθνή καταμερισμό.

-