Για τον εαυτό του ο Ντόναλντ Τραμπ λέει ότι δεν του αρέσει να χάνει. Όμως το γεγονός ότι αρνείται να αποδεχθεί την ήττα του από τον Τζο Μπάιντεν στις προεδρικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου έχει και μια διαφορετική εξήγηση. Μετά από περισσότερες από 50 ήττες ενώπιον της αμερικανικής δικαιοσύνης ακόμα και ένας Τραμπ θα έπρεπε να έχει συνειδητοποιήσει ότι το εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί πια να ανατραπεί.

Όταν σήμερα το Κολλέγιο των Εκλεκτόρων συνεδριάσει στην Ουάσιγκτον για να εκλέξει τον επόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ η είσοδος του Τζο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκου θα γίνει ακόμα πιο βέβαιη. Η άρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να παραδεχθεί δημόσια ότι έχασε τις εκλογές σχετίζεται και με το χρήμα.

Από τις αρχές Νοεμβρίου υποστηρικτές του πρόεδρου Τραμπ σε κάθε γωνιά των ΗΠΑ λαμβάνουν email στο όνομα του Τραμπ από τους υπεύθυνους της προεκλογικής εκστρατείας Made America Great Again, στις οποίες αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Αυτό είναι το σημαντικότερο μήνυμα που σου έχω στείλει ποτέ. Χρειάζομαι τη ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΒΟΗΘΕΙΑ. Ακόμα και πέντε δολάρια αρκούν για να στηρίξεις τον αγώνα για δίκαιες προεδρικές εκλογές, στις οποίες υπήρξαν «πολλές παρατυπίες».

Το 25% πηγαίνει στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα

Οι εκκλήσεις για οικονομική στήριξη στους υποστηρικτές και οπαδούς του προέδρου Τραμπ είχαν απτό αποτέλεσμα. Μέσα σε ένα μήνα από τις προεδρικές εκλογές στα ταμεία της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ είχαν εισρεύσει περισσότερα από 200 εκατομμύρια δολάρια. Τα χρήματα διοχετεύθηκαν, μεταξύ άλλων, στις πολιτικές οργανώσεις «Trump Victory» και «Save America».

Τα mail προς τους ψηφοφόρους υπονοούν ότι τα συγκεντρωμένα χρήματα θα διατεθούν στην δικαστική μάχη κατά του εκλογικού αποτελέσματος. Στη πραγματικότητα όμως το στρατόπεδο του Τραμπ διέθεσε μόνο μικρό ποσοστό των χρηματικών δωρεών σε, κατά γενική ομολογία αποτυχημένες, προσπάθειες ανατροπής της νίκης του Τζο Μπάιντεν, όπως ήταν για παράδειγμα η επανακαταμέτρηση των ψήφων.

Σύμφωνα με την αμερικανική υπηρεσία FEC, αρμόδιας για τη χρηματοδότηση προεκλογικών εκστρατειών, μέχρι τις 23 Νοεμβρίου είχαν διατεθεί λιγότερα από 10 εκατομμύρια δολάρια για το σκοπό αυτό. Τρία εκατομμύρια κόστισε πχ. η μερική επανακαταμέτρηση ψήφων στην πολιτεία Ουισκόνσιν, η οποία δεν απέφερε στον πρόεδρο Τραμπ ούτε μια ψήφο.

Στην επίσημη ιστοσελίδα της προεκλογικής εκστρατείας οι δωρητές πληροφορούνται μόνο στα ψιλά γράμματα ότι το 25% της οικονομικής ενίσχυσης πηγαίνει στα ταμεία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και το 75% στην προσφάτως ιδρυθείσα οργάνωση «Save America». Μόνο σε περίπτωση δωρεάς άνω τον 5.000 δολαρίων το ποσό διοχετεύεται εξ ολοκλήρου στον αγώνα ανατροπής του εκλογικού αποτελέσματος.

«Ποτέ πρώην πρόεδρος δεν είχε τόση επιρροή»

«O Τραμπ εξαπάτησε τους οπαδούς που δώρισαν μικρότερα ποσά», εκτιμά ο Μπρένταν Φίσερ από τον ιστότοπο ειδήσεων από το χώρο της δικαιοσύνης «Law and Crime», ο οποίος τάσσεται υπέρ ενός αυστηρότερου πλαισίου χρηματοδότησης του προεκλογικού αγώνα στις ΗΠΑ.

«Οι παραπλανητικές και ψευδείς κατηγορίες του προέδρου Τραμπ για εκλογική νοθεία αποδείχτηκαν ιδιαίτερα αποτελεσματικό μέσο συγκέντρωσης χρημάτων, από τα οποία ωφελήθηκαν τόσο ο ίδιος πρόεδρος, όσο και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Τους συμφέρει επομένως να συνεχίσουν την εκστρατεία τους.

Ο δημοσιογράφος της Washington Post Πολ Γουάλντμαν πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα: «Ο Τραμπ και οι συνεργάτες του γνώριζαν ότι μια ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος είναι ανέφικτη και είπαν στον κόσμο ψέματα, πάνω στα οποία στηρίχθηκε το επιχειρησιακό τους μοντέλο».

«Ο Τραμπ δεν μπορεί να κάνει χρήση των χρημάτων που συγκέντρωσε η «Save America» για τη δική του εκστρατεία ή για να χρηματοδοτήσει δικαστικές διεκδικήσεις», εξηγεί ο Μπρένταν Φίσερ στο τηλεοπτικό δίκτυο CBS και προσθέτει ότι «έχει όμως τη δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα αυτά στη στήριξη ομοϊδεατών πολιτικών ή να χρηματοδοτήσει δημοσκοπήσεις, ταξίδια και ακριβά δείπνα».

«Παραμένει άγνωστο που θα διαθέσει εν τέλει τα συγκεντρωμένα ποσά ο Ντόναλντ Τραμπ», δηλώνει η διάσημη αμερικανίδα δημοσιογράφος Μάγκι Χάμπερμαν, ανταποκρίτρια των New York Times στο Λευκό Οίκο και καταλήγει: «Τα ποσά αυτά του δίνουν ωστόσο τη δυνατότητα να αποκτήσει τόση επιρροή όσο κανείς άλλος πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ».

Λένα Κλιμκάιτ, dpa

Eπιμέλεια: Στέφανος Γεωργακόπουλος

-