Την ποινή της ισόβιας κάθειρξης επέβαλε σήμερα γερμανικό δικαστήριο στον Στέφαν Μπαλιέ, τον ακροδεξιό ο οποίος είχε επιχειρήσει να σκορπίσει τον θάνατο σε εβραϊκή συναγωγή στις 9 Οκτωβρίου 2019, ανήμερα της γιορτής του Γιομ Κιπούρ. Ένα «επεισόδιο» που προκάλεσε τελικά τον θάνατο δύο αθώων ανθρώπων και των τραυματισμό πολλών άλλων, πάνω στους οποίους ξέσπασε το μένος του ο ένοπλος Μπαλιέ, όταν βρήκε κλειστή την πόρτα της συναγωγής.

«Όχι σπάνια, βιώνουμε στον χώρο της δικαιοσύνης μια αδυναμία όρασης από το δεξί μάτι. Αντιθέτως, στην περίπτωση του δράστη της επίθεσης στην Χάλε (όπως ονομάζεται η πόλη του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ, όπου βρίσκεται η συναγωγή), η όραση ήταν τέλεια. Αυτή η στάση πρέπει να βρει μιμητές – όχι ο δράστης», τονίζει η ανακοίνωση την οποία εξέδωσε ο πρόεδρος του Κεντρικού Εβραϊκού Συμβουλίου της χώρας, αποτιμώντας τη δικαστική ετυμηγορία ως σημαντικό μήνυμα κατά του αντισημιτισμού.

Η παραπάνω εξέλιξη, ωστόσο, δεν μπορεί να αποτελέσει το δέντρο που θα κρύψει το δάσος. Κι αυτό διότι το πρόβλημα της Ακροδεξιάς και των νεοναζί στην Γερμανία είναι τέτοιο που κάνει αρκετούς να καλούν την κυβέρνηση να σημάνει συναγερμό, προτού να είναι πολύ αργά. Υπενθυμίζοντας, ανάμεσα στα άλλα, και τη δολοφονία από νεοναζί – το καλοκαίρι του 2019 – του Βάλτερ Λίμπκε, επικεφαλής του κόμματος των Χριστιανοδημοκρατών της Ανκελα Μέρκελ στην πόλη Κάσελ της Έσσης.

Ανεξέλεγκτη κατάσταση

Τα «αυγά του φιδιού» μοιάζουν πλέον να γεννιούνται ανεξέλεγκτα, παντού. Στις πόλεις και τις γειτονιές, ειδικά των πιο υποβαθμισμένων και φτωχών περιοχών στο ανατολικό τμήμα της χώρας, στην επικράτεια της πρώην ΓΛΔ. Στην Bundestag, όπου το κόμμα της Εναλλακτικής για την Γερμανία (AfD) εκπροσωπείται με 88 βουλευτές (εκ των οποίων πολλοί έχουν εκφράσει ανοιχτά νεοναζιστικές απόψεις) σε σύνολο 709 και είναι αξιωματική αντιπολίτευση. Και βεβαίως, στις τάξεις της αστυνομίας και του στρατού, όπου η κατάσταση μοιάζει εκρηκτική.

«Πάντα ήλπιζα πως πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, όμως υπάρχουν πλέον πάρα πολλές (…) Έχουμε πρόβλημα με τον ακροδεξιό εξτρεμισμό. Δεν γνωρίζω πόσο βαθιά έχει φτάσει στους θεσμούς. Όμως, εάν δεν τον αντιμετωπίσουμε τώρα θα αυξηθεί περαιτέρω», δήλωσε χαρακτηριστικά στους New York Times ο υπουργός Εσωτερικών της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, του πολυπληθέστερου κρατιδίου της Γερμανίας.

Η ανησυχία του Χέρμπερτ Ρόιλ δεν είναι τυχαία, καθώς τον Σεπτέμβριο αποκαλύφθηκε – τυχαία – πως 31 στελέχη της αστυνομίας στο συγκεκριμένο κρατίδιο, μαζί και ο επικεφαλής της ομάδας, διακινούσαν υλικό με νεοναζιστική προπαγάνδα: Φωτογραφίες του Αδόλφου Χίτλερ, μηνύματα που αφορούσαν ένα πρόσφυγα σε θάλαμο αερίων και την εκτέλεση ενός μαύρου.

Μπαράζ αποκαλύψεων

Η υπόθεση είχε συνέχεια, με νέες αποκαλύψεις. Τον Οκτώβριο, ήρθε στην επιφάνεια η ύπαρξη ενός διαδικτυακού χώρου ανταλλαγής μηνυμάτων μίσους και ρατσισμού στο Βερολίνο, στον οποίο συμμετείχαν 25 αστυνομικοί – κάτι που έγινε μετά την καταγγελία ενός συναδέλφου τους ο οποίος απελπίστηκε διαπιστώνοντας ότι η ηγεσία δεν είχε πρόθεση να κάνει οτιδήποτε. Στην ίδια πόλη, έξι φοιτητές της αστυνομικής ακαδημίας αποβλήθηκαν οριστικά, εξαιτίας της συμμετοχής τους, μαζί με 26 ακόμη συναδέλφους τους οι οποίοι τέθηκαν σε επιτήρηση, σε άλλο γκρουπ στο οποίο αμφισβητούνταν ευθέως το Ολοκαύτωμα.

Αλλά και στην Έσση, τον Νοέμβριο, πραγματοποιήθηκε έφοδος σε αστυνομικό τμήμα όταν αποκαλύφθηκε φωτογραφία στην οποία όπλα και πυρομαχικά είχαν τοποθετηθεί με τρόπο που να σχηματίζουν μια… σβάστικα! Στο ίδιο κρατίδιο, με πρωτεύουσα τη Φρανκφούρτη, ερευνώνται επισήμως 75 περιστατικά ακροδεξιάς «εμπλοκής» στην αστυνομία από το 2015 ως σήμερα – κάποια από τα οποία, μάλιστα, είχαν συγκαλυφθεί από την ηγεσία της.

Στο φόντο των παραπάνω εξελίξεων, δεν προκαλεί έκπληξη ο τίτλος που επέλεξε η αμερικανική εφημερίδα σε σχετικό ρεπορτάζ της που δημοσιεύεται σήμερα: «Κάλεσε την αστυνομία για να διαχειριστεί μια νεοναζιστική απειλή. Όμως, οι νεοναζί βρίσκονταν εντός της ίδιας της αστυνομίας».

«Θα σφάξουμε την κόρη σου!»

Η αφορμή για το ρεπορτάζ και τον τίτλο του δόθηκε από ένα περιστατικό που βίωσε (τον Αύγουστο του 2018) η Σεντά Μπασάι-Γιλντίζ, μια δικηγόρος τουρκικής καταγωγής, με ειδικότητα στις υποθέσεις ισλαμιστικής τρομοκρατίας, η οποία έγινε ευρέως γνωστή εκπροσωπώντας την οικογένεια ενός Τούρκου μετανάστη, πωλητή λουλουδιών, που ήταν το πρώτο από τα δέκα θύματα της εθνικοσοσιαλιστικής οργάνωσης NSU, την περίοδο 2000-2007.

Η αρχή έγινε με ένα μήνυμα που έφτασε με φαξ στο ξενοδοχείο της, με το οποίο οι αποστολείς του απειλούσαν ότι θα «σφάξουν την κόρη της». Αν και συνηθισμένη σε ανάλογες απειλές, αυτό το μήνυμα της προξένησε εντύπωση, μιας και η διεύθυνσή της ήταν απόρρητη, με τη σύμφωνη γνώμη των αρχών – ακριβώς εξαιτίας των απειλών που είχαν προηγηθεί. Η περιέργεια δε την οδήγησε να καλέσει για πρώτη φορά (όπως είπε) την αστυνομία, ενώ μετατράπηκε σύντομα σε έκπληξη όταν η έρευνα διαπίστωσε πως η σχετική πληροφορία είχε «αντληθεί» από ένα υπολογιστή της αστυνομίας!

Δεν θέλει ιδιαίτερη σκέψη για να καταλάβει κανείς ότι όλα αυτά δεν αφορούν αποκλειστικά τη Γερμανία. Είναι πρόβλημα για ολόκληρη την Ευρώπη.

TAGS: afdΓερμανίαμέρκελνεοναζί

-