Το τζίντζερ αντιπροσώπευε το μεγαλύτερο μερίδιο αυτών των εισαγωγών (111.000 τόνοι), ακολουθούμενο από την πάπρικα και το μπαχάρι (94 000 τόνοι) και το πιπέρι (69 000 τόνους). Η κύρια χώρα προέλευσης των εισαγωγών τζίντζερ, πάπρικας και μπαχάρι ήταν η Κίνα (76.000 τόνοι και 65.000 τόνοι αντίστοιχα), ενώ το πιπέρι εισήχθη κυρίως από το Βιετνάμ (31.000 τόνοι) και τη Βραζιλία (22.000 τόνους).

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, oι εισαγωγές τζίντζερ, πάπρικα και πιπέρι ήταν υψηλότερες από τις εισαγωγές κουρκούμη (15 000 τόνοι), οι περισσότερες από τις οποίες προέρχονταν από την Ινδία (12 000 τόνοι), γλυκάνισο και συναφή μπαχαρικά (14 000 τόνοι) εκ των οποίων η Αίγυπτος (4 000 τόνοι) ήταν κύριος προμηθευτής, καθώς και κανέλα (14 000 τόνοι), εκ των οποίων σχεδόν οι μισοί προέρχονταν από την Ινδονησία (6.000 τόνοι).

Τα επόμενα μεγαλύτερα εισαγόμενα μπαχαρικά ήταν οι σπόροι κύμινου (9 000 τόνοι), οι οποίοι προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από την Ινδία (4.000 τόνοι) και τη Συρία (3.000 τόνοι), και τους κόλιανδρο (8.000 τόνοι), εκ των οποίων οι μισοί εισήχθησαν από τη Ρωσία (4 000 τόνοι).

Σε σύγκριση με το 2012, το βάρος των εισαγωγών μπαχαρικών εκτός ΕΕ αυξήθηκε κατά το ήμισυ (+ 50%). Οι εισαγωγές κουρκούμης και τζίντζερ εκτός ΕΕ υπερδιπλασιάστηκαν, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των πιο διαδεδομένων μπαχαρικών.

-