Ένα από τα μεγάλα και ανοιχτά ερωτήματα της επόμενης περιόδου είναι ο τρόπος με τον οποίο θα εξελιχθούν οι εντάσεις και αντιπαραθέσεις που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «εμπορικοί πόλεμοι».

Ας μην ξεχνάμε ότι παρότι τον Φεβρουάριο οι ΗΠΑ και η Κίνα έφτασαν σε μια συμφωνία, την ΕΤΑ (Economic and Trade Agreement) που περιλάμβανε και κινεζική δέσμευση για αυξημένες εισαγωγές από τις ΗΠΑ, η τελευταία φάση της προεδρίας Τραμπ σφραγίστηκε από την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με την Κίνα, με ιδιαίτερη έμφαση στις στοχευμένες κυρώσεις και απαγορεύσεις σε κινεζικές επιχειρήσεις όπως η Huawei τις οποίες οι ΗΠΑ προσπαθούν να τις αποκόψουν από κρίσιμες και αναγκαίες τεχνολογίες ιδίως ως προς τα τσιπ που χρησιμοποιούν.

Η τακτική αυτή αναλογεί στη σαφή εκτίμηση που υπάρχει στις ΗΠΑ, ιδίως στους Ρεπουμπλικάνους, ότι η Κίνα είναι ο μεγάλος ανταγωνιστής, άμεσα στο οικονομικό επίπεδο και μεσοπρόθεσμα στο γεωπολιτικό, εκτίμηση στην οποία έχουν προσπαθήσει να δεσμεύσουν και τους άλλους δυτικούς συμμάχους τους. Απέχουμε έτσι πολύ από την εποχή που η Κίνα γινόταν δεκτή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και όλοι χαιρέτιζαν την ενεργό προσχώρηση ενός κομμουνιστικού κόμματος στον καπιταλισμό.

Η πίεση αυτή είχε μεταφερθεί και προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο λόγος ήταν οι αμερικανοί φοβούνται ότι η κινεζική στρατηγική «Ένας δρόμος – μία ζώνη» (οι «νέοι δρόμοι του μεταξιού») με τις υποσχέσεις διαμόρφωσης μεγάλων διαμετακομιστικών δικτύων και επενδύσεων στις υποδομές που είχαν συναντήσει αρκετά θετική απήχηση σε ευρωπαϊκές χώρες, θα αύξαινε την ευρωπαϊκή εξάρτηση από την Κίνα.

Ο φόβος αυτός αποτυπώθηκε με τον πιο έντονο τρόπο και στην αντιπαράθεση γύρω από τις υποδομές για τα δίκτυα 5G όπου οι ΗΠΑ άσκησαν πολύ έντονη πίεση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ώστε να αποκλείσουν τις κινεζικές εταιρείες από τη κατασκευή των σχετικών υποδομών.

Με τους Κινέζους και Ευρωπαίους διαπραγματευτές να είναι πολύ κοντά στην ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης για τη Συνολική Συμφωνία για τις Επενδύσεις, που θα σηματοδοτεί ένα ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα της κινεζικής αγοράς στις ευρωπαϊκές επενδύσεις, εντείνεται και η πίεση των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης και της νέας κυβέρνησης υπό τον Τζο Μπάιντεν, προς την Ευρώπη, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να υπάρξει ευρωκινεζική συμφωνία την ώρα που η αμερικανική πλευρά ακόμη δεν έχει αποσαφηνίσει την τακτική της ως προς την αμερικανοκινεζική οικονομική σχέση.

Το μέγεθος των οικονομικών σχέσεων Κίνας και ΕΕ

Όμως, την ίδια στιγμή το μέγεθος τον ευρωκινεζικών συναλλαγών παραμένει πολύ μεγάλο για να αποφασίσουν οι ευρωπαϊκές χώρες ότι σταδιακά αποκόπτονται από την κινεζική αγορά, τόσο ως προς τις εξαγωγές όσο και ως προς τις επενδύσεις.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Κίνας και η Κίνα είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2018 το συνολικό εμπόριο της ΕΕ με την Κίνα (εισαγωγές και εξαγωγές) έφτανε το 15% του συνολικού εκτός ΕΕ εμπορίου της ΕΕ.

Ανάμεσα στο 2008 και το 2017 οι άμεσες ευρωπαϊκές επενδύσεις στην Κίνα ανέβηκαν από τα 54 στα 175 δισεκατομμύρια ευρώ ενώ οι κινεζικές άμεσες επενδύσεις στην Ευρώπη δεκαπλασιάστηκαν το ίδιο διάστημα και έφτασαν τα 59 δισεκατομμύρια. Όμως, τα τελευταία χρόνια οι επενδύσεις στην Κίνα είχαν υποχωρήσει κυρίως λόγω των άνισων όρων πρόσβασης στην κινεζική αγορά.

Ωστόσο, η εμπορική σχέση είναι ελλειμματική. Ανάμεσα στο 2000 και το 2018 το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα αυξήθηκε από 49 σε 300 δισεκατομμύρια δολάρια, σχεδόν το 2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Αυτό ενισχύθηκε και από τον αυξημένο ρόλο που παίζει η Κίνα στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.

Την ίδια στιγμή το τελευταίο διάστημα υπήρξε ανησυχία και για τον τρόπο που υπό την ηγεσία του Σι Τζινπίνγκ το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας έδειξε να στρέφεται προς έναν εντονότερο έλεγχο και παρέμβαση στις ιδιωτικές κινεζικές εταιρείες την ώρα που δείχνει να απαιτεί «ιδιωτικοοικονομική» αποδοτικότητα από τις κρατικές εταιρείες.

Η ανάγκη συνολικής συμφωνίας

Παρά τις αυξημένες οικονομικές συναλλαγές με την Κίνα υπήρχε το πρόβλημα ότι η ΕΕ είχε μια πολιτική «ανοιχτή θυρών» για τις ξένες άμεσες επενδύσεις, ενώ η Κίνα έχει ένα καθεστώς που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου θεωρεί ιδιαίτερα περιοριστικό. Την ίδια ώρα στην ΕΕ υπήρχαν μόνο οι 25 διμερείς επενδυτικές συμφωνίες που είχαν συνάψει παλαιότερα τα κράτη-μέλη.

Σε αυτό το πλαίσιο η ΕΕ ήθελε να υπάρχει μία ενιαία συμφωνία που να μπορεί να διευκολύνει τις επενδύσεις και συνάμα να διαμορφώνει ένα σχετικά ισότιμο πεδίο που να αποτρέπει τις αρνητικές διακρίσεις σε βάρος των ευρωπαϊκών επενδύσεων, την ώρα που η Κίνα ενδιαφερόταν να προστατεύσει τις κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη και να εξασφαλίσει ότι η ΕΕ θα παραμείνει ανοιχτή στις κινεζικές επενδύσεις.

Τα ερωτήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις συνθήκες εργασίας

Πέραν, όμως, των οικονομικών ζητημάτων στη διαπραγμάτευση μπαίνουν και κοινωνικά ζητήματα και θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό αντανακλά και έναν ευρύτερο φόβο στην Ευρώπη ότι οι κινεζικές ρυθμίσεις για την εργασία, που για παράδειγμα επιτρέπουν μορφές εξαναγκαστικής εργασίας, αποτελούν παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Άλλωστε, υπάρχει από χρόνια ένας φόβος ότι το αυξημένο άνοιγμα στις συναλλαγές με την Κίνα διευκολύνει πρακτικές κοινωνικού ντάμπινγκ, παρότι η Κίνα έχει πάψει να είναι χώρα κυρίως φτηνού εργατικού δυναμικού.

Παράλληλα, στην πλάστιγγα μπαίνουν και ευρύτερα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτά που αφορούν την συμπεριφορά του κινεζικού κράτους απέναντι στη μειονότητα των Ουιγούρων.

Μάλιστα, σε σχέση με τη συγκεκριμένη μειονότητα υπάρχουν καταγγελίες ότι η κινεζική κυβέρνηση έχει προχωρήσει στη μαζική μεταφορά Ουιγούρων και ανθρώπων από άλλες μειονότητες από την επαρχία Σιντζιάνγκ σε άλλες περιοχές της Κίνας για να εργαστούν στα εργοστάσια, πρακτική που θεωρείται ότι αναλογεί σε εξαναγκαστική εργασία.

Η εξέλιξη της διαπραγμάτευσης

Το τελευταίο διάστημα υπάρχει μια επιτάχυνση της προσπάθειας να ολοκληρωθεί η συμφωνία. Υπάρχουν σημαντικά σημεία της συμφωνίας που έχουν ξεμπλοκάρει σε σχέση με την αμοιβαία πρόσβαση στις αγορές που θα διευκολύνει και τις αμοιβαίες επενδύσεις και εξαγορές επιχειρήσεων.

Μάλιστα Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έσπευσαν να μιλήσουν για γενναιόδωρες προτάσεις της Κίνας, ιδίως σε ζητήματα που αφορούν τους απαγορεύσεις ξένης ιδιοκτησία σε κρίσιμους τομείς, κάτι που θα ευνοήσει τις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες και τις επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών, ενώ η Κίνα ελπίζει σε μεγαλύτερες επενδύσεις σε χώρους όπως η ενέργεια και η υψηλή τεχνολογία.

Ωστόσο, δεν έχουν λυθεί τα θέμα που αφορούν την εξαναγκαστική εργασία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης η ΕΕ είχε ζητήσει από την Κίνα να επικυρώσει τις «θεμελιώδεις συμβάσεις» της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας που απαγορεύουν την εξαναγκαστική εργασία και προβλέπουν το

δικαίωμα στην ίδρυση ανεξάρτητων εργατικών συνδικάτων, κάτι που η Κίνα δεν επιθυμεί, θεωρώντας ότι θα άνοιγε το δρόμο και για μια πολιτική αντιπολίτευση στο Κομμουνιστικό Κόμμα, προτιμώντας να αντιμετωπίζει τις συχνές αντιδράσεις εργαζομένων με «μέτρα από πάνω».

Πάντως η Κομισιόν φαίνεται να προσανατολίζεται προς τη συμβιβαστική διατύπωση που είχε υπάρξει στην εμπορική συμφωνία με το Βιετνάμ, που μιλούσε για «προσπάθεια για επικύρωση» των σχετικών συμβάσεων.

Τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όμως, έχουν ιδιαίτερη σημασία για να κυρώσει μια συμφωνία η ΕΕ, καθώς απαιτείται η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εκεί ένα ευρύ φάσμα δυνάμεων έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν θα υπερψηφίσει συμφωνία που δεν θα έχει προβλέψεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Οι αμερικανικές πιέσεις για καθυστέρηση της συμφωνίας

Σε αυτό το φόντο είχαμε έμμεσες αμερικανικές πιέσεις ή παραινέσεις, και μάλιστα από την νέα κυβέρνηση Μπάιντεν, προς την ΕΕ να μην βιαστεί να ολοκληρώσει τη συμφωνία με την Κίνα. Ο Τζέικ Σάλιβαν, Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του εκλεγμένου αμερικανού προέδρου ο οποίος αναλαμβάνει καθήκοντα στις 20 Ιανουαρίου 2021, αναφέρθηκε στο θέμα μέσω Twitter, καλώντας τους Ευρωπαίους εταίρους της Ουάσινγκτον «να συζητήσουν μαζί μας για τις κοινές μας ανησυχίες όσον αφορά τις οικονομικές πρακτικές της Κίνας».

Με τις παραινέσεις των ΗΠΑ συντάχτηκαν και ορισμένα από τα παραδοσιακά φιλοαμερικανικά κράτη-μέλη της ΕΕ.

«Χρειαζόμαστε περισσότερη διαβούλευση και πρέπει να συμπεριλάβουμε και τους υπερατλαντικούς συμμάχους μας. Μια καλή και ισορροπημένη συμφφωνία είναι καλύτερη από μια πρόωρη», δήλωσε ο Ζμπίγκνιου Ράου, υπουργός Εξωτερικών Υποθέσεων της Πολωνίας.

Όμως, άλλοι διπλωμάτες στην υποστηρίζουν ότι το να μπορέσει να πετύχει συμφωνία η ΕΕ θα την έφερνε στο ίδιο επίπεδο με τις ΗΠΑ και αυτό θα επέτρεπε μετά και μια συνολικότερη κοινή αντιμετώπιση της Κίνας.

Στην πραγματικότητα αυτό που ανησυχεί την κυβέρνηση Μπάιντεν είναι τυχόν ολοκλήρωση της συμφωνίας ανάμεσα σε Κίνα κι ΕΕ να αξιοποιηθεί από την Κίνα ως ένα διαπραγματευτικό τετελεσμένο στη διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ. Επιπλέον, η νέα αμερικανική κυβέρνηση, που ακόμη δεν έχει αποσαφηνίσει πλήρως την εμπορική και οικονομική πολιτική της με την Κίνα, πέραν μιας γενικής επίκλησης μιας πιο «ρεαλιστικής» στάσης, θα επιθυμούσε προφανώς περισσότερο χρόνο και γι’ αυτό ζητά συντονισμό με την ΕΕ, έναν συντονισμό που η κυβέρνηση Τραμπ είχε αποφύγει επιλέγοντας κατά βάση τη μονομερή έξοδο από πολυμερείς διαπραγματεύσεις.

Και βέβαια παρότι τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρέχουν ένα επαρκές πεδίο νομιμοποίησης για την εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις, στο τέλος οι επιλογές θα είναι οικονομικές και πολιτικές και θα αφορούν το εάν και κατά πόσο θα γίνει προσπάθεια για διατήρηση αυξημένων οικονομικών σχέσεων με την Κίνα ή θα επιταθεί η διαφαινόμενη τάση διαχωρισμού ανάμεσα σε οικονομικά μπλοκ, τάση για την οποία ήδη προετοιμάζεται η Κίνα με την αυξανόμενη έμφαση στην προσπάθεια για αυξανόμενη τεχνολογική αυτάρκεια.

Ωστόσο, η διατηρούμενη μεγάλη οικονομική αλληλεξάρτηση στο τρίγωνο ΗΠΑ – ΕΕ – Κίνα καθιστά δύσκολη και την εγκατάλειψη της προσπάθειας για κάποιου είδους συμφωνία.

-