Ευνοημένοι με αύξηση στο σύνολο της κύριας σύνταξης, που σε ορισμένες περιπτώσεις φθάνει έως 80%, είναι περίπου 100.000 εργαζόμενοι σε πρώην ΔΕΚΟ και τράπεζες, αυτοαπασχολούμενοι, αλλά και παράλληλα ασφαλισμένοι σε δύο Ταμεία, λόγω της προσαύξησης που έχουν στις αποδοχές τους εξαιτίας των αυξημένων εισφορών που καταβάλλουν καθώς και των νέων ποσοστών αναπλήρωσης στις κύριες συντάξεις που προβλέπει ο νέος νόμος.

Ο νόμος Βρούτση θα εφαρμοστεί έως τον Απρίλιο – με αναδρομικότητα από την 1/10/2019 – με καθυστέρηση ενός έτους και τα νέα βελτιωμένα ποσοστά αναπλήρωσης αφορούν αποκλειστικά όσους έχουν πάνω από 30 συντάξιμα έτη.

Ειδικότερα, εκτός από τα νέα αυξημένα ποσοστά αναπλήρωσης που προβλέπει το νέο Ασφαλιστικό (αυξήσεις των ανταποδοτικών κύριων συντάξεων από 12 ευρώ για όσους έχουν αποχωρήσει ή αποχωρούν με 30,1 έτη ασφάλισης και έως 252 ευρώ για όσους έχουν 40 έτη ασφαλιστικού βίου), η προσαύξηση που ισχύει λόγω των αυξημένων εισφορών, με διάταξη του νόμου Κατρούγκαλου, οδηγεί σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και σε διπλασιασμό του ανταποδοτικού ποσού της σύνταξης. Η ρύθμιση αυτή αφορά όσους ασφαλισμένους υποβάλλουν ή θα υποβάλουν αίτηση συνταξιοδότησης από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το 2016.

Οι συγκεκριμένοι ασφαλισμένοι όταν συνταξιοδοτηθούν (ή αν έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί) λαμβάνουν υψηλότερο ποσό, καθώς στο παρελθόν είχαν καταβάλει υψηλότερες εισφορές για κύρια σύνταξη, από το γενικό ασφάλιστρο του 20%. Η προσαύξηση στη σύνταξη γίνεται με έναν ετήσιο συντελεστή που υπολογίζεται σε 0,075% για κάθε μονάδα επιπλέον εισφορά που κατέβαλε ο ασφαλισμένος. Ισχύει για το σύνολο των ετών για τα οποία έχουν καταβληθεί οι επιπλέον αυτές εισφορές, δηλαδή ανατρέχει το σύνολο του εργάσιμου βίου κάθε ασφαλισμένου που ανήκει στις συγκεκριμένες κατηγορίες και όχι για το διάστημα από το 2002 και μετά, που ισχύει για τον υπολογισμό του μέσου όρου των συντάξιμων αποδοχών.

Για παράδειγμα, παλαιοί ασφαλισμένοι (πρώτη ασφάλιση μέχρι 31/12/1992) σε πρώην Ταμεία ΔΕΚΟ – τραπεζών πλήρωναν μέχρι 31/12/2015 εισφορές άνω του 30%.

Πάντως επισημαίνεται ότι το ποσό της κύριας σύνταξης, στις περιπτώσεις τόσο των νέων όσο και των ήδη συνταξιούχων, δεν μπορεί να ξεπερνά το νέο πλαφόν, ήτοι τις 4.608 ευρώ (μεικτά) – δηλαδή 3.725 καθαρά – που αντιστοιχεί στο 12πλάσιο της ισχύουσας σήμερα βασικής σύνταξης για 20 έτη ασφάλισης.

Τονίζεται παράλληλα ότι ο νόμος Βρούτση προβλέπει αυξήσεις στα ποσοστά αναπλήρωσης των κύριων συντάξεων όσων έχουν πάνω από 30 έτη ασφάλισης. Θα αφορούν τόσο τους «παλαιούς» όσο και τους «νέους» συνταξιούχους. Ωστόσο, αυξήσεις στις καταβαλλόμενες συντάξεις θα αφορούν προπαντός τους «νέους» συνταξιούχους. Τα νέα ποσοστά ισχύουν μετά τα 30 έτη ασφάλισης και οι αυξήσεις μεγαλώνουν όσο οι ασφαλισμένοι πλησιάζουν στα 40 χρόνια. Τα αναδρομικά για αυτή την κατηγορία των συνταξιούχων «τρέχουν» από τον Οκτώβριο του 2019. Σχεδιάζεται να δοθούν με τις συντάξεις Μαρτίου.

Υπολογισμός

Στο μεταξύ, με διαφορετικό τρόπο θα υπολογίζεται η σύνταξη όσων έχουν παράλληλη ασφάλιση σε δύο Ταμεία, για το διάστημα πριν και μετά το 2017. Οπως διευκρινίζει σχετική εγκύκλιος του υπουργείου Εργασίας, θα υπολογίζονται με διαφορετικό τρόπο τα έτη ασφάλισης μέχρι το 2016 και διαφορετικά τα έτη από το 2017 και μετά. Συγκεκριμένα, βάσει και των αλλαγών που επέφερε σε όσους έχουν παράλληλη ασφάλιση σε πάνω από δύο Ταμεία η ασφαλιστική μεταρρύθμιση (νόμος Βρούτση), η εγκύκλιος ορίζει ότι διαστήματα που έχουν διανυθεί έως 31 Δεκεμβρίου 2016 σε δύο ή περισσότερους ασφαλιστικούς φορείς που εντάχθηκαν στον e-ΕΦΚΑ θεωρούνται διακριτοί, αυτοτελείς χρόνοι κύριας ασφάλισης. Αντιθέτως, από 1ης Ιανουαρίου και μετά, όταν και δημιουργήθηκε ο ΕΦΚΑ με την ένταξη όλων των Ταμείων κύριας ασφάλισης σε αυτόν, δεν υπάρχει παράλληλη ασφάλιση. Νοείται μόνο παράλληλη απασχόληση και πολλαπλή καταβολή εισφορών. Ετσι, τα διαστήματα για τα οποία ο ασφαλισμένος έχει καταβάλει περισσότερες της μιας εισφορές θεωρούνται πλέον ένας, ενιαίος χρόνος ασφάλισης για την κύρια σύνταξη. Σύμφωνα με τον νόμο Κατρούγκαλου, για το διάστημα έως 31 Δεκεμβρίου 2016, στον παράλληλο χρόνο ασφάλισης ισχύει προσαύξηση 0,075% για καθεμία ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο, ο χρόνος ασφάλισης μέχρι 31/12/2016 στο πρώην Ταμείο (π.χ. ΙΚΑ, ΟΑΕΕ) καθώς και ο χρόνος ασφάλισης στον ΕΦΚΑ από 1/1/2017 και μετά, με τον οποίο θεμελιώνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα, λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης. Ο παράλληλος χρόνος ασφάλισης για το διάστημα έως το τέλος του 2016, που δεν λαμβάνεται υπόψη για τη θεμελίωση του δικαιώματος, χρησιμοποιείται για να χορηγηθεί η προσαύξηση, επηρεάζοντας βέβαια και τον συντάξιμο μισθό.

-