Με έναν τρόπο ήταν η χρονιά που διέψευσε όλες τις προβλέψεις. Αποδείχτηκε ότι όσο μεγάλη και εάν είναι η τεχνολογική εξέλιξη και η οικονομική ανάπτυξη, όπως και η αλληλεξάρτηση ανάμεσα σε οικονομικά, τεχνικά και πολιτικά συστήματα, δεν παύουμε να είμαστε ευάλωτοι ζωντανοί οργανισμοί.

Ένας ιός, δηλαδή ένας μικροοργανισμός (πιο σωστά ένα κομμάτι γενετικού υλικού) μεγέθους 50-300 νανομέτρων, αποδείχτηκε ικανός να προκαλέσει όχι μόνο σχεδόν 1,8 εκατομμύρια θανάτους αλλά και τη μεγαλύτερη οικονομική συρρίκνωση στην πρόσφατη ιστορία και μάλιστα σε παγκόσμια κλίμακα μαζί με την πιο εντυπωσιακής κλίμακας επιβολή απαγορεύσεων στην κίνηση των ανθρώπων.

Με αυτό τον τρόπο ανέτρεψε σχεδιασμούς, υποχρέωσε όλες τις κυβερνήσεις σε βίαιη σχεδόν αναπροσαρμογή των πολιτικών τους, αλλά και ταυτόχρονα συνέβαλε στην παρόξυνση κρίσεων και αντιφάσεων που ήταν ενεργές όλο το προηγούμενο διάστημα.

Η πραγματική ευλωτότητα

Η ίδια η πανδημία ήταν με έναν τρόπο προαναγγελμένη. Επιστήμονες προειδοποιούσαν από χρόνια για το πώς η αποδάσωση, η καταστροφή παραδοσιακών φυσικών χάμπιτατ και η οικιστική ανάπτυξη αυξάνουν την πιθανότητα ανάδυσης παθογόνων που θα περάσουν το «φράγμα των ειδών» και αποκτήσουν πανδημική δυναμική, την ώρα που οι ειδικοί στη δημόσια υγεία υπογράμμιζαν ότι δεκαετίες αναδιαρθρώσεων και περικοπών στην δημόσια υγεία, την επιδημιολογική επιτήρηση και τη στελέχωση των δημόσιων συστημάτων υγείας, ενείχαν τον κίνδυνο για γρήγορη υπερφόρτωση και εξάντληση των νοσοκομειακών υποδομών σε περίπτωση πανδημίας.

Επιπλέον, όπως φάνηκε σε αρκετές χώρες, οι πολιτικές της λιτότητας, της επισφάλειας, της εντεινόμενης ανισότητας και της ελλιπούς πρόσβασης στη φροντίδα υγείας είχαν ως αποτέλεσμα πληθυσμούς πολύ πιο ευπαθείς και ευάλωτους σε μια πανδημία, την ώρα που τα προβλήματα, συχνά εξαιτίας προσπάθειας περιστολής δαπανών, σε  γηροκομεία και άλλες προνοιακές δομές φιλοξενίας οδήγησαν σε πολύ μεγάλους αριθμούς θανάτων ηλικιωμένων.

Η συνειδητοποίηση αυτής της κατάστασης οδήγησε, τόσο την άνοιξη όσο και στο τέλος του φθινοπώρου, τις περισσότερες χώρες να υιοθετήσουν το μοντέλο του λοκντάουν, που συχνά μεταφράστηκε και σε εκτεταμένες αναστολές βασικών ελευθεριών, με την ελπίδα ότι ο περιορισμός της διασποράς θα οδηγήσει και σε περιορισμό της θνητότητας, παρότι τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο κύμα θα δείξουν ότι το λοκντάουν μπορούσε να συνυπάρχει με αυξημένους αριθμούς θυμάτων. Άλλωστε, φάνηκε από νωρίς ότι το ποια κομμάτια της κοινωνίας μπορούσαν να «μείνουν σπίτι» και ποια έπρεπε να εργάζονται στις «ουσιώδεις βιομηχανίες» ήταν από μόνο του ένδειξη των ταξικών διαιρέσεων που διαπερνούν τις σύγχρονες κοινωνίες.

Αντίθετα, χώρες με πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην τοπική παρέμβαση, τους συνεχείς ελέγχους, την αποτελεσματική ιχνηλάτηση και απομόνωση φάνηκε ότι μπορούσαν να τα πάνε καλύτερα.

Η πανδημία θα επαναφέρει στο προσκήνιο τη σημασία της επιστημονικής γνώσης και έρευνας, όπως και την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους των κοινωνιών προς τους «ειδικούς». Συνάμα, όμως, έδειξε και την έκταση ενός νέου ανορθολογισμού ή την απήχηση θεωριών συνωμοσίας που συχνά τροφοδοτήθηκε από την υπαρκτή «στεγανοποίηση» των κέντρων εξουσίας απέναντι σε αυτό που συνηθίσαμε να θεωρούμε «λαϊκή συμμετοχή».

Η αποτυχία της Δύσης

Η πανδημία αποτέλεσε εν μέρει και μια αποτυχία της Δύσης. Παρότι στην αρχή διάφοροι επίχαιραν για το ενδεχόμενο ο «κινεζικός ιός» (όπως όχι χωρίς γερή δόση ρατσισμού θα τον αποκαλέσει κατ’ επανάληψη ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ) να σημάνει μια κρίση του κινεζικού καθεστώτος, τελικά η εκ του αποτελέσματος καλύτερη διαχείριση σήμαινε ότι η Κίνα μπόρεσε να επιστρέψει σε ανάπτυξη πολύ πριν τις άλλες χώρες και με πολύ μικρότερο αριθμό θυμάτων αναλογικά προς τον πληθυσμό της. Αντίθετα, οι ΗΠΑ απέδειξαν ότι μπορεί μια χώρα να έχει την πιο ισχυρή πολεμική μηχανή, την πιο μεγάλη οικονομία και την υψηλότερη κατά κεφαλή δαπάνη υγείας και ταυτόχρονα να εξελίσσεται σε μια από τις χώρες με τις χειρότερες στατιστικές στην πανδημία, ακριβώς εξαιτίας της ενδημικής κοινωνικής ανισότητάς της.

Το βάθος της ύφεσης

Η πρόβλεψη για συνολική παγκόσμια ύφεση 4,4% (ΔΝΤ) ή 4,2% (ΟΟΣΑ), διαμορφωμένη κατά βάση πριν τη διαπίστωση της έντασης του β΄ κύματος της πανδημίας δεν αποτυπώνει από μόνη της το μέγεθος της οικονομικής συρρίκνωσης, παρότι αποτελεί καθεαυτή μια πολύ μεγάλη ύφεση. Πολύ πιο ανησυχητικά είναι τα δεδομένα για αναπτυγμένες χώρες  στη Δυτική Ευρώπη αλλά εν μέρει και τις ΗΠΑ με το δεδομένο ότι το τέταρτο τρίμηνο της χρονιάς συνέπεσε με το δεύτερο γύρο μέτρων.

Το μέγεθος της ύφεσης προφανώς και ήρθε ως αποτέλεσμα των περιοριστικών μέτρων. Του «παγώματος», ιδίως την άνοιξη, της οικονομικής δραστηριότητας, της ακύρωσης επενδυτικών σχεδίων, της καταβαράθρωσης της κατανάλωσης, της μείωσης των μετακινήσεων.

Όμως, πολύ υποστηρίζουν ότι η κρίση ταυτόχρονα πατάει πάνω σε υφεσιακές τάσεις που είχαν οδηγήσει σε επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, ιδίως στη Δυτική Ευρώπη και άρα στην τρέχουσα οικονομική κρίση υπάρχει και ένα ενδογενές στοιχείο, η ενεργοποίηση δηλαδή τάσεων που δείχνουν την εξάντληση του «αναπτυξιακού υποδείγματος» που είχε διαμορφωθεί μετά την προηγούμενη μεγάλη οικονομική κρίση του 2008.

Σε αυτή την περίπτωση η λογική ότι τρέχουσα κρίση είναι απλώς ένα διάλειμμα σε μια προδιαγεγραμμένη αναπτυξιακή πορεία αρχίζει και φαντάζει λιγότερο τεκμηριωμένη εκτίμηση και περισσότερο παραλλαγή ευσεβούς πόθου.

Ας μην ξεχνάμε και τα ανοιχτά ερωτήματα για τη διεθνή οικονομική αρχιτεκτονική, με δεδομένες τις μεγάλες συγκρούσεις ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα, έστω και εάν σε επίπεδο γενικών διακηρύξεων η νέα αμερικανική κυβέρνηση είναι πιο θετικά διακείμενη ως προς τις μεγάλες πολυμερείς συμφωνίες για το εμπόριο και τις επενδύσεις, από τη διαπραγμάτευση των οποίων οι ΗΠΑ είχαν αποσυρθεί στην περίοδο της διακυβέρνησης Τραμπ.

Την ίδια στιγμή, ο συνδυασμός ανάμεσα στις επιπτώσεις της πανδημίας αλλά και την προοπτική μελλοντικών περιοριστικών  μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για κρίσιμους κλάδους, από τις αεροπορικές μεταφορές μέχρι τη βιομηχανία του τουρισμού.

Η διαρκής αστάθεια

Την ίδια ώρα ο κόσμος το 2020 δεν έγινε πιο σταθερός. Ένα στοιχείο που είχε σφραγίσει όλο το προηγούμενο διάστημα, δηλαδή η εξ επαγωγής αναπαραγωγή των κεντρικών γεωπολιτικών διαιρέσεων σε τοπικές συγκρούσεις (αυτό που συχνά ονομάστηκε πόλεμος δι’ αντιπροσώπων), συνδυάστηκε με την εμφάνιση και τοπικών δυνάμεων που επέλεξαν να τροποποιήσουν συσχετισμούς διαμορφώνοντας ένα τοπίο αρκετά πιο ασταθές.

Η αργή μετάβαση της Συρίας προς μια ειρήνευση που το περίγραμμά της απέχει του να έχει προσδιοριστεί και που άρα ακόμη παραμένει ανοιχτή σύγκρουση είναι ένα παράδειγμα. Η κλιμάκωση του λιβυκού εμφυλίου, που μάλιστα έφερε σε αντιπαράθεση από τη μια την Τουρκία και το Κατάρ και από την άλλη τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Ρωσία, ήταν ένα άλλο παράδειγμα. Το ίδιο και η φόρτιση που αποκτούν αντιπαραθέσεις που πηγάζουν τοπικές δυναμικές αλλά αποκτούν διεθνή σημασία, όπως αυτή γύρω από το Ναγκόρνο Καραμπάχ ανάμεσα σε Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν.

Σε όλα αυτά προστίθενται και τα σημεία όπου σήμερα διαμορφώνονται ευρύτεροι συσχετισμοί, που δεν περιορίζονται στον Καύκασο ή τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο αλλά περιλαμβάνουν και τη Νότια Σινική Θάλασσα, τα σημεία που αφορούν την πρόσβαση στα λιμάνια του Περσικού Κόλπου, αλλά και τους ανταγωνισμούς στην υποσαχάρια Αφρική.

Το νέο τοπίο στη Μέση Ανατολή

Το τοπίο στη Μέση Ανατολή έδειξε να σφραγίζεται από τη σταθεροποίηση υπέρ της κυβέρνησης Άσαντ της κατάστασης στη Συρία, την ακόμη μεγαλύτερη μετατόπιση των συντηρητικών και αυταρχικών μοναρχιών του Κόλπου στη συνεργασία με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, σε βάρος των ιστορικών αιτημάτων του παλαιστινιακού κινήματος, αλλά και τη διαρκή προλείανση του εδάφους για μια μείζονα σύγκρουση με το Ιράν.

Όμως, την ίδια στιγμή υπάρχει και η επίγνωση ότι παρότι το Ιράν και ο «άξονας της αντίστασης» στον οποίο έχει επενδύσει αποτελούν για το Ισραήλ αλλά και τις μοναρχίες του Κόλπου το μεγάλο αντίπαλο, θέση που κατεξοχήν ενστερνίστηκε και ο Ντόναλντ Τραμπ, τα πράγματα δεν θα είναι καθόλου εύκολα , καθώς παραμένει μια ισχυρή χώρα, στην οποία έχουν αποτύχει μέχρι τώρα οι προσπάθειες να πυροδοτηθούν διεργασίες «αλλαγής καθεστώτος».

Η Ρωσία ως power broker

Και αυτή τη χρονιά η Ρωσία διεκδίκησε να είναι η δύναμη που μπορεί να επιλύει κρίσεις και να ωθεί τα πράγματα σε επίτευξη συμβιβασμών, σε αντιδιαστολή προς τη λογική της «διαχείρισης της αστάθειας» που κατά καιρούς προκρίνουν οι ΗΠΑ. Αυτό φάνηκε στον τρόπο που διαχειρίζεται την κατάσταση στη Συρία, ιδίως μετά την υποχώρηση της αμερικανικής παρουσίας, στον τρόπο που έσπρωξε τα πράγματα σε πολιτική λύση στη Λιβύη, αλλά και στον τρόπο που μπόρεσε να πετύχει μια κατάπαυση του πυρός και δρομολόγηση ειρηνευτικής διαδικασίας στην ιδιαίτερα αιματηρή σύγκρουση ανάμεσα σε Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν γύρω από το Ναγκόρνο Καραμπάχ, ιδίως από τη στιγμή που η Ρωσία αντιμετωπίζει τον Καύκασο ως κατεξοχήν πεδίο δικής της ευθύνης.

Όμως, την ίδια στιγμή η Ρωσία αντιμετώπισε την αυξημένη αντιπαλότητα τόσο των ΗΠΑ όσο και αρκετών ευρωπαϊκών χωρών σε διάφορα επίπεδα. Αυτό αποτυπώνεται στην ανακύκλωση κατηγοριών για ρωσικές παρεμβάσεις σε εκλογές (έστω και εάν δεν τεκμηριώνονται), στις κυρώσεις αλλά και στην κλιμάκωση του ανταγωνισμού των εξοπλισμών. Σε κάποιες περιπτώσεις τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του αναγκαίου για την ενεργειακή πολιτική χωρών όπως η Γερμανία αγωγού Nord-Stream 2 που η Ουάσιγκτον προσπαθεί να υπονομεύσει με κάθε δυνατό τρόπο.

Η επιστροφή των μεγάλων διαιρέσεων

Είτε μιλάμε για τον «Νέο Ψυχρό Πόλεμο» ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία είτε για τους οξυμμένους ανταγωνισμούς, γεωπολιτικούς και οικονομικούς με την Κίνα, είτε για την τάση διεκδίκησης αναβαθμισμένου περιφερειακού ρόλου από χώρες όπως η Τουρκία, ο κόσμος μας τείνει να γίνει πιο διαιρεμένος, πιο συγκρουσιακός και πιο ανταγωνιστικός.

Μάλιστα, πέραν των μεγάλων ανταγωνισμών, που θα επιμείνουν ακόμη και εάν υπάρξουν τακτικές κινήσεις για τη διαχείρισή τους, και η πανδημία ανέδειξε έναν κόσμο πιο διαιρεμένο, όπου οι χώρες όταν βρεθούν αντιμέτωπες με μια κατάκτηση έκτακτης ανάγκης κυρίως θα στραφούν στα κλασικά εργαλεία της εθνικής κυριαρχίας παρά στη διεθνή αλληλεγγύη. Από τον αγώνα δρόμου για τις προστατευτικές μάσκες μέχρι τον «εμβολιαστικό εθνικισμό» τα παραδείγματα είναι πολλά.

Όμως, οι διαιρέσεις θα είναι όλο και πιο σύνθετες. Ας μην ξεχνάμε ότι η σταδιακή ενίσχυση της κινεζικής ισχύος, το γεγονός ότι η Ρωσία κινείται με σαφήνεια στην κατεύθυνση να έχει αποτρεπτικό πλεονέκτημα ως πυρηνική υπερδύναμη, η διεκδίκηση αναβαθμισμένου ρόλου από χώρες όπως η Ινδία (δεύτερη σε πληθυσμό χώρα στον κόσμο), σημαίνουν ότι η προσπάθεια των ΗΠΑ για «κυριαρχία σε όλο το φάσμα» στην πραγματικότητα δύσκολα μπορεί να ευοδωθεί.

Το διαρκές ευρωπαϊκό φθινόπωρο

Η έστω και την τελευταία στιγμή συμφωνία για την εμπορική σχέση της ΕΕ και της Μεγάλης Βρετανίας μετά την 31η Δεκεμβρίου, παρουσιάστηκε ως μεγάλη επιτυχία, όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι καθεαυτή η ολοκλήρωση της εξόδου μιας χώρας τόσο σημαντικής όπως η Βρετανία αποδυνάμωσε την Ένωση.

Το ίδιο ισχύει και για την ολοένα και μεγαλύτερη δυσκολία της Ένωσης να μπορεί να συνεννοείται, να βρίσκει κοινά σημεία να μπορεί να κάνει πολιτική και δυνητικά να μπορεί να έχει στρατηγική.

Από τη δυστοκία να διαμορφωθεί η τρέχουσα Ευρωπαϊκή Επιτροπή, περάσαμε στη δυσκολία να βρεθεί κοινός τόπος για να γίνει πράξη κάποιου τύπου αλληλεγγύη μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και τελικά στη δυσκολία να εγκριθεί ο συμφωνημένος προϋπολογισμός και το επίσης συμφωνημένο Ταμείο Ανάκαμψης, επειδή χώρες όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία δεν ήθελαν να υπάρχει προϋπόθεση της τήρησης κανόνων κράτους δικαίου για την λήψη αυτών των χρηματοδοτήσεων. Σίγουρα όλα αυτά δεν είναι ο ορισμός μιας ένωσης που λειτουργεί ανταποκρινόμενη άμεσα σε προκλήσεις.

Ο ορίζοντας της κλιματικής καταστροφής

Η πανδημία σήμαινε ότι σε μεγάλο βαθμό υποχώρησε από το προσκήνιο εν μέρει η συζήτηση για την κλιματική αλλαγή, ή, όπως επιμένουν οι ειδικοί, την επικείμενη κλιματική καταστροφή.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υποχώρησε και το ίδιο το φαινόμενο. Και μπορεί το 2020 να υπήρξε μια υποχώρηση συγκυριακή κάποιων εκπομπών για όσο διάστημα υπήρχαν μεγάλα και εκτεταμένα περιοριστικά μέτρα, όμως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η κλιματική αλλαγή σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται σε αέριους ρύπους που έχουν ήδη σωρευθεί στην ατμόσφαιρα της Γης και το ερώτημα είναι ο δραστικός περιορισμός των εκπομπών νέα και η πλήρης απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα μαζί με την προσπάθεια για εκτεταμένη αναδάσωση ώστε να περιοριστούν και οι ρύποι που ήδη υπάρχουν στην ατμόσφαιρα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν το πρότυπο της μαζικής κινητοποίησης και των μεγάλων αλλαγών που καταγράφηκαν σε σχέση με την πανδημία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένης και της επιλογής για εκτεταμένη αναστολή, περιορισμό ή τροποποίηση οικονομικών δραστηριοτήτων αλλά και επιβλαβών για το περιβάλλον καταναλωτικών συνηθειών.

Ένας κόσμος πιο ευάλωτος και πιο ανασφαλής

Σε όλο τον πλανήτη το 2020 ήταν η χρονιά της αναμέτρησης με το πόσο ευάλωτες και ευάλωτοι είμαστε, από το πιο προσωπικό επίπεδο, έως αυτό του διεθνούς συστήματος.

Φάνηκε ότι πέραν βεβαιοτήτων και φαινομενικών εγγυήσεων οι πραγματικοί κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι, χωρίς να υπάρχουν τα εργαλεία σκέψης ή πολιτικής που να επιτρέπουν την αντιμετώπισή τους.

Αυτό με τη σειρά του διαμορφώνει και τα όρια των κυρίαρχων μοντέλων διακυβέρνησης, με ιδιαίτερη έμφαση στη σχετική κρίση αποτελεσματικότητας των «δυτικού τύπου» φιλελεύθερων δημοκρατιών, την ώρα που πιο αυταρχικές εκδοχές διακυβέρνησης αλλά και κοινωνικού ελέγχου, όπως η κινεζική, προσπαθούν να δρέψουν τις δάφνες των επιτυχιών τους στην αντιμετώπιση της πανδημίας.

Την ίδια ώρα, το διεθνές σύστημα δείχνει να βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση, με τις ΗΠΑ να έχουν χάσει τη δυνατότητα να μπορούν να εμπνεύσουν έναν ευρύτερο συνασπισμό δυνάμεων, χωρίς όμως ακόμη να έχει αναδυθεί μια δύναμη που θα μπορεί να καλύψει αυτό το κενό.

Όσο για τα κοινωνική κινήματα και τις διεργασίες της κοινωνίας των πολιτών, σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, η κλιμάκωση μεγάλων αγώνων και διεκδικήσεων, που συχνά έχουν πολιτικά αποτελέσματα, δεν αναιρεί το ανοιχτό ερώτημα για το εάν και με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε νέες και πρωτότυπες εκδοχές δημοκρατικής διακυβέρνησης.

TAGS: ευρώπηΗΠΑκοροναϊόςοικονομική κρίση

-