Η πανδημία του κοροναϊού επηρέασε κάθε ηλικιακή ομάδα.

Για τους ηλικιωμένους ανθρώπους δε σήμανε την πλήρη απώλεια ελέγχου της ζωής τους, με στόχο την προστασία τους.

«Η τακτική των γηροκομείων είναι πατερναλιστική. Λένε, ουσιαστικά, ότι μόνο το ίδρυμα γνωρίζει το καλό σου. Παρότι η πρόθεση είναι αγαθή, το αποτέλεσμα είναι η επιβολή δρακόντειων μέτρων σε αδύναμους ηλικιωμένους, εξαιτίας της αποτυχίας της κοινωνίας μας να βρει πιο αποτελεσματικές λύσεις», λέει στους New York Times η Λουίζ Αρονσον, καθηγητής Ιατρικής, με ειδίκευση στη Γηριατρική, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.

Είναι πάντως και εκείνοι που δυσανασχετούν με τα αυστηρά μέτρα όπως η 96χρονη συνταξιούχος μικροβιολόγος Ρουθ Ουίλιγκ, καθώς δεν μπορεί να δεχθεί επισκέψεις συγγενών και υποχρεώνεται –όπως όλοι οι τρόφιμοι– να σιτίζεται στο δωμάτιό της.

«Θα ήθελα μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Η απαγόρευση εξόδου από το δωμάτιο μου κοστίζει. Βλέπω περιπατητές στην όχθη του ποταμού από το παράθυρο και σκέφτομαι, τι ωραία που θα ήταν να πήγαινα μια βόλτα», λέει η Ουίλιγκ, η οποία, ωστόσο, δεν χάνει την αισιοδοξία της, σημειώνοντας ότι η καραντίνα την έμαθε να εκτιμά τα φυτά της και της επέτρεψε να βυθισθεί στην ανάγνωση. «Διάβασα τα απομνημονεύματα της Μισέλ Ομπάμα και μετά του Μπαράκ», λέει.

Κάποιοι προσαρμόζονται

Δεν είναι λίγοι ωστόσο οι ηλικιωμένοι να προσαρμόζονται στις νέες απαγορεύσεις. «Διαπιστώνουμε ευχέρεια στη διαχείριση συνθηκών κρίσης. Οσο περισσότερο μεγαλώνουμε, τόσο αποκτούμε την πεποίθηση ότι θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε κάθε πρόβλημα, αφού το κάναμε στο παρελθόν. Ξέρουμε πια ότι όλα έχουν ένα τέλος και ότι τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα», αναφέρει ο ερευνητής του Πανεπιστημίου Χάντερ, Μαρκ Μπρέναν. Παρότι όλες οι ηλικιακές ομάδες έχουν αντιμετωπίσει δυσκολίες φέτος, οι άνω των 65 ετών έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να χαρακτηρίσουν την ψυχική τους κατάσταση άριστη, σε σχέση με τους κάτω των 50 ετών.

Οι προσπάθειες της οικογένειας της Ρουθ να διατηρήσει επαφή μαζί της δεν ήταν εύκολες. Τα παιδιά της τής αγόρασαν συσκευή τάμπλετ για να έχουν τακτική επικοινωνία.

Η 96χρονη, όμως, χρειάστηκε πολλούς μήνες για να εξοικειωθεί με το μηχάνημα. Την άνοιξη, ο μόνος τρόπος για την κόρη της Ρουθ να δει από κοντά τη μητέρα της ήταν μέσα σε ειδική αίθουσα με γυάλινο διαχωριστικό και με τη συνομιλία να γίνεται μέσω κινητών τηλεφώνων. «Αυτό ήταν ό,τι χειρότερο. Ακουμπούσαμε τα χέρια μας στο τζάμι και δεν υπήρχε καμία επαφή. Μετά την επίσκεψη, έμπαινα στο αυτοκίνητό μου και έκλαιγα», λέει η κόρη της Ρουθ, Τζούντι.

Καθώς τα κρούσματα άρχισαν να υποχωρούν στα τέλη Αυγούστου, το γηροκομείο επέτρεψε τις επισκέψεις συγγενών, οι οποίες πραγματοποιούνταν στον κήπο, με τα μέλη της οικογένειας να κάθονται στην κεφαλή μεγάλου τραπεζιού, σε απόσταση πέντε μέτρων από τον ηλικιωμένο. Τον Σεπτέμβριο, το εστιατόριο του ιδρύματος άρχισε πάλι να λειτουργεί. Λίγες φορές την εβδομάδα, η Ρουθ μπορεί να καθίσει μόνη σε τραπέζι και να φάει σε απόσταση δύο μέτρων από την καλύτερή της φίλη.

Τα πράγματα βελτιώνονται

Τον Νοέμβριο, μία ημέρα πριν από τα 97α γενέθλιά της, η Ρουθ έπεσε και χτύπησε το κεφάλι της. Μάνα και κόρη είχαν, έτσι, την ευκαιρία να βρεθούν από κοντά, έστω και αν αυτό έγινε στα επείγοντα του νοσοκομείου. Στις 7 Δεκεμβρίου το κτίριο άνοιξε για τους επισκέπτες, με προηγούμενο ραντεβού και αρνητικό τεστ PCR. Η Τζούντι έκλεισε αμέσως ραντεβού, φοβούμενη ότι τα επισκεπτήρια θα απαγορεύονταν και πάλι, μετά τον εντοπισμό κάποιου νέου κρούσματος. Η επίσκεψη είχε διάρκεια μιας ώρας.

«Αγκαλιαστήκαμε για ώρα, μέχρι που μου ζήτησε να μιλήσουμε και λίγο», λέει η Τζούντι.

Οι επισκέψεις και τα γεύματα στην τραπεζαρία βοήθησαν πολύ τη Ρουθ. «Τα πράγματα βελτιώνονται κάπως. Είμαι τυχερή που μπορώ να χειριστώ το φουρνάκι μου και να ζεστάνω μόνη μου φαγητό, αλλά δεν μπορώ να πω ότι δεν μου αρέσει να με σερβίρουν», λέει η ίδια.

«Οι ηλικιωμένοι τρόφιμοι αποτελούν πηγή έμπνευσης και παραδείγματα προς μίμηση για εμάς», σημειώνει η Κάθριν Χέρστον, επικεφαλής προγραμμάτων υπηρεσίας ψυχολογικής στήριξης ηλικιωμένων. «Θυμάμαι πάντα τους γονείς μου, που επιβίωσαν από το Ολοκαύτωμα και μου έλεγαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου ότι, παρ’ όλα τα φρικτά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή, ο άνθρωπος αναπηδά και στέκεται πάλι στα πόδια του», τονίζει.

-