Οι εικόνες από τις ΗΠΑ σοκάρουν. Ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι παρότι η Ουάσιγκτον έχει γνωρίσει πολλές φορές μεγάλες διαδηλώσεις, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι θα μπορούσαν διαδηλωτές να εισβάλουν στο Καπιτώλιο και να διακόψουν μια διαδικασία τυπική αλλά πολύ σημαντική: την επικύρωση της εκλογής του νέου Προέδρου.

Με έναν τρόπο ο πρόεδρος Τραμπ τήρησε την «υπόσχεσή» του να μην είναι ένας συνηθισμένος πρόεδρος. Κόντρα σε όλους επέμεινε να μην αποδέχεται ένα εκλογικό αποτέλεσμα, που με σαφήνεια έδειξε ότι έχασε την πλειοψηφία της λαϊκής ψήφου, αμφισβήτησε το αποτέλεσμα με κάθε δυνατό τρόπο, αναζήτησε «συνωμοσίες» και απόπειρες αλλοίωσης της ψήφου και μέχρι και την τελευταία στιγμή επέμεινε να καλεί το «λαό του» να πάει στην Ουάσιγκτον και να διαμαρτυρηθεί για την «κλοπή των εκλογών».

Μικρή σημασία έχει εάν ο Τραμπ έχει μια πραγματική επίγνωση των όσων λέει και του βαθμού στον οποίο επικοινωνούν με την πραγματικότητα ή εάν σε κάποιες στιγμές πιστεύει την ίδια του τη ρητορική.

Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: ένα μειοψηφικό αλλά σημαντικό κομμάτι της Αμερικής τον ακούει και τον ακολουθεί. Στο βαθμό που να θεωρήσει ότι μπορούσε να πάει στην Ουάσιγκτον και να προσπαθήσει να επιβάλει με κάθε τρόπο τη δική του ερμηνεία για το εκλογικό αποτέλεσμα.

Η βαθύτερη κρίση της αμερικανικής δημοκρατίας

Όλα αυτά πατάνε πάνω σε μια βαθύτερη κρίση της αμερικανικής δημοκρατίας. Αυτό δεν αφορά απλώς όλα τα τεράστια προβλήματα που δημιουργεί ο αναχρονιστικός θεσμός των εκλεκτόρων και των διαφορετικών εκλογικών κανόνων σε διαφορετικές Πολιτείες.

Κυρίως αφορά τον τρόπο που εξακολουθούν να υπάρχουν τεράστια χάσματα ανάμεσα στο τι συμβαίνει στην αμερικανική κοινωνία, σε όλη την αντιφατικότητά της και ένα πολιτικό σύστημα που περηφανεύεται για τα checks and balances αλλά στην πραγματικότητα απλώς πολλαπλασιάζει τους μηχανισμούς που υψώνουν εμπόδια σε κρίσιμες και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ή θεσμικές τομές, την ώρα που επιτρέπουν εξαιρετικά εκτεταμένες δυνατότητες παρέμβασης επιχειρηματικών συμφερόντων στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων.

Αυτή η συνθήκη γεννά διαρκώς κομμάτια της Αμερικής που αισθάνονται αδικημένα, καταπιεσμένα και αποξενωμένα από το πολιτικό σύστημα.

Κάποια από αυτά κατορθώνουν και βρίσκουν δρόμους συλλογικής έκφρασης, μεγάλων κινημάτων, πρωτοβουλιών που προσπαθούν να επιβάλλουν αλλαγές. Το είδαμε αρκετές φορές σε σχέση με ζητήματα όπως ο ρατσισμός, η αστυνομική βία σε βάρος των μαύρων, αλλά και θέματα όπως το αίτημα για κατώτατο μισθό ή τις προσπάθειες να ανακοπούν τα βάναυσα αντιμεταναστευτικά μέτρα του Τραμπ.

Σε κάποιες, όμως, περιπτώσεις, εκεί όπου η οργή συναντιέται με παραδόσεις που στην Ευρώπη θα τις χαρακτηρίζαμε ακροδεξιές και ένα μίγμα «λευκής περηφάνιας», ρατσισμού, συνωμοσιολογίας, αντιδραστικού «αντικρατισμού», αγάπης για την οπλοκατοχή, τότε τα πράγματα γίνονται πραγματικά άσχημα.

Μια διαιρεμένη χώρα και ο άτυπος εμφύλιος πόλεμος

Όλα αυτά πατάνε πάνω στις διαιρέσεις που διαπερνούν την Αμερική σε όλα τα επίπεδα και που αποτυπώνονται και σε μια αδυναμία να αποκτήσει μια συνεκτική αφήγηση για το μέλλον της.

Μια χώρα με τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες, που όμως στο εσωτερικό της παράγει ανισότητα, όπως φάνηκε και στην πανδημία. Μια χώρα που εξακολουθεί να μην μπορεί να έχει ακόμη και ένα στοιχειώδες κοινωνικό κράτος, με τον τρόπο που το ορίζουμε στην Ευρώπη. Μια χώρα, που δεν μπορεί να συμφιλιωθεί ακόμη με το παρελθόν της και να υπερβεί το τραύμα (και το χάσμα) του ρατσισμού. Μια χώρα που εξάγει στο διεθνές τοπίο της αντιφάσεις της και αρνείται να στοχαστεί μια πιο συνεργατική οργάνωση του διεθνούς συστήματος.

Μόνο που όλα αυτά δεν αποτυπώνονται  μόνο σε αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις ελίτ (που άλλωστε ενίοτε βολεύονται μέσα σε αυτή την κατάσταση, αρκεί να πηγαίνουν καλά οι δείκτες στη Wall Street).

Με έναν ιδιότυπο τρόπο κατεβαίνουν και προς τα κάτω σε έναν ιδιότυπο εμφύλιο πόλεμο, που μεταφράζει τις μεγάλες διαφορές και αποστάσεις που χωρίζουν μια χώρα που μπορεί να περιλαμβάνει ταυτόχρονα την Bible Belt και την Νέα Υόρκη και την Καλιφόρνια, στον παραληρηματικό ακροδεξιό λόγο που θέλει τα “Proud Boys” και τους φανατικούς της οπλοκατοχής να φαντασιώνονται ότι ηγούνται μια «αντίστασης» απέναντι ταυτόχρονα στη «ριζοσπαστική αριστερά» και τις φιλελεύθερες ελίτ.

Το δύσκολο μέλλον

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η τρέχουσα φάση τα κρίσης κάπως θα ξεπεραστεί. Ούτως ή άλλως έγκαιρα η ηγεσία των Ρεπουμπλικάνων αποστασιοποιήθηκε από τον Τραμπ και άρα θα διαμορφωθούν όροι ώστε να γίνει η μετάβαση στη νέα διακυβέρνηση. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει αποκτήσει έναν στρατό οπαδών του, αλλά είναι ένα ερώτημα τι θα θελήσει να κάνει στο μέλλον με αυτόν είναι ακόμη ανοιχτό. Αυτό, άλλωστε, θα είναι και ένα ερώτημα που θα κληθεί να απαντήσει και το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό κόμμα στη διαδρομή μέχρι τις επόμενες εκλογές.

Όμως, το τραύμα που αφήνουν εικόνες όπως αυτές της εισβολής, αλλά και όλες οι εκτεταμένες μορφές αμφισβήτησης του εκλογικού αποτελέσματος, θα παραμείνει βαθύ για αρκετό καιρό. Γιατί θα θυμίζει ακριβώς τη βαθύτερη κρίση της ίδιας της Αμερικής τα ίδια τα ανοιχτά ερωτήματα για το μέλλον της.

Ο Τζο Μπάιντεν και η Καμάλα Χάρις δεν έχουν ως έργο απλώς να διαχειριστούν πετυχημένα την προεδρία. Έχουν την πρόκληση να δώσουν ξανά σχήμα σε ένα αμερικανικό μέλλον που να μπορεί να συμπεριλάβει το μεγαλύτερο μέρος μιας διαιρεμένης και πολλαπλά τραυματισμένης κοινωνίας. Διαφορετικά, η βαθύτερη αμερικανική κρίση δεν πρόκειται να τελειώσει.

-