Κάθε χρόνο τον Ιανουάριο σημειώνεται ένα ιδιαίτερο είδος μετανάστευσης: Χιλιάδες οικονομολόγοι από όλο τον κόσμο συγκεντρώνονται σε μια μεγάλη αμερικανική πόλη για τις ετήσιες συσκέψεις της Αμερικανικής Οικονομικής Ένωσης (ΑΕΑ). Η πανδημία ανέτρεψε τα δεδομένα και σε αυτή την περίπτωση, επιτρέποντας στους συμμετέχοντες να παρακολουθήσουν το συνέδριο ρίχνοντας μια ματιά στα σαλόνια και τα γραφεία των πανεπιστημιακών που παρουσίαζαν τη δουλειά τους.

Καθόλου αναπάντεχα, μεγάλο μέρος της επικεντρωνόταν στις επιπτώσεις του κοροναϊού.

Τα γεγονότα του 2020 τράβηξαν την προσοχή στη σημασία της ευρωστίας παραγόντων που οι οικονομολόγοι συνήθιζαν να παραβλέπουν, όπως οι δυνατότητες του κράτους και η κοινωνική εμπιστοσύνη. Ίσως πρόκειται για ένα πρώτο σημάδι των αλλαγών που θα φέρει το μέλλον για την οικονομική σκέψη, με αρκετούς συμμετέχοντες να υποστηρίζουν ότι η αύξηση της κοινωνικής πρόνοιας συχνά είναι μάλλον προϊόν συλλογικής επιλογής, παρά μεγιστοποίησης της αποτελεσματικότητας.

Οι συζητήσεις για το ρόλο των κοινωνικών ειωθότων και αξιών επανέρχονταν διαρκώς στο συνέδριο.

Πανεπιστημιακοί παρουσίασαν δουλειές που έδειχναν ότι τα υψηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης και κοινωνικής ευθύνης συνδέονταν με μικρότερο σκεπτικισμό απέναντι στα δημοσιεύματα των ΜΜΕ για τον κοροναϊό, αλλά και αυξημένη προθυμία για αποδοχή των αυστηρών περιοριστικών μέτρων του lockdown. Άλλες έρευνες έδειξαν ότι οι έμφυλες πτυχές της εταιρικής κουλτούρας κρίνονται σε μεγάλο βαθμό από τα ειωθότα που επικρατούν στην εκάστοτε τοπική κοινωνία, όμως εξακολουθούν να επηρεάζονται από την εθνική πολιτική. Παρόλα αυτά, υπήρξαν και παρουσιάσεις που εξέτασαν τον τρόπο με τον οποίο οι οικονομικοί παράγοντες συνέβαλαν στην αποσταθεροποίηση των πολιτικών ειωθότων αλλά και στην τελική κατάρρευση της δημοκρατίας στην Ευρώπη πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η συζήτηση, όμως, που επικράτησε, αφορούσε τη σημασία των κοινωνικών δυνάμεων –και την τάση των οικονομολόγων να την αγνοούν- σε μια ομιλία του Εμάνουελ Σάεζ, του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ στην Καλιφόρνια. Ο Σάεζ είναι γνωστός για τη συγκέντρωση ιστορικών δεδομένων για το εισόδημα και την ανισότητα πλούτου, όμως η ομιλία του ήταν πολύ πιο φιλοσοφική από ό,τι εμπειρική. Στο πλαίσιό της, ζήτησε από τους συναδέλφους του οικονομολόγους να επανεπεξεργαστούν τη συνήθη προσέγγισή τους απέναντι στο κοινωνικό κράτος.

Όπως επισήμανε ο Σάεζ, το συνηθισμένο πλαίσιο λαμβάνει ως δεδομένο ότι η κοινωνία απαρτίζεται από ορθολογικά άτομα που λαμβάνουν αποφάσεις με βάση το συμφέρον τους. Οι επιλογές που κάνουν για τα ποσά που θα αποταμιεύσουν ή την εκπαίδευση που θα λάβουν, πληροφορούνται από την αντίληψή τους για την κατάστασή τους, αλλά και για τις προτιμήσεις τους. Οι οικονομολόγοι που εργάζονται βάσει αυτών των αξιωμάτων, ενδέχεται να υποστηρίζουν προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας σε περιπτώσεις αποτυχίας της αγοράς.

Για παράδειγμα, τα επιδόματα ανεργίας είναι απαραίτητα, επειδή οι πιστωτικές αγορές δεν είναι τέλειες και ένας άνεργος δεν μπορεί απλώς να δανειστεί χρήματα για να αναπληρώσει την προσωρινή του απώλεια εισοδήματος, όσο σίγουρος και αν είναι ότι εντέλει θα ξαναβρεί δουλειά.

Όμως το αξίωμα της ορθολογικής δράσης για το προσωπικό συμφέρον, περιορίζει σημαντικά την ανάλυση του κοινωνικού κράτος. Τα γενναιόδωρα επιδόματα και οι υψηλοί φόροι που απαιτούνται για τη χρηματοδότησή του, θα έπρεπε να διώξουν τους ορθολογιστές από την αγορά εργασίας, υπονομεύοντας την οικονομική ανάπτυξη και μειώνοντας περαιτέρω την ικανότητα του κράτους να στηρίζει εκείνους που το έχουν ανάγκη.

Συλλογικές λύσεις και αίσθημα δικαίου

Στην πράξη, όμως, υποστηρίζει ο Σάεζ, ο κόσμος λειτουργεί διαφορετικά. Οι κοινωνίες έχουν επιλέξει σε μεγάλο βαθμό να αντιμετωπίζουν προβλήματα όπως η φτώχεια στην Τρίτη ηλικία και η ανεπαρκής εκπαίδευση με συλλογικές και όχι με ατομικές λύσεις, μέσα από ελάχιστες εγγυημένες συντάξεις και υποχρεωτική εκπαίδευση όλων των παιδιών. Αυτές οι κοινωνικές επιλογές, εν μέρει αποτελούν μια απάντηση στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι όταν προσπαθούν να εξασφαλίσουν μόνοι τους αυτά τα αγαθά. Ταυτόχρονα, όμως, αντανακλούν και αξίες, όπως για παράδειγμα τις ιδέες περί κοινωνικής δικαιοσύνης.

Το γεγονός ότι η κοινωνία μας θεωρεί την εκπαίδευση κοινωνικό αγαθό και προσφέρει τα μέσα για την επίτευξή της, ενθαρρύνει τους νέους να συμμετέχουν επί χρόνια στην εκπαιδευτική διαδικασία, ανεξάρτητα από το αν αυτό είναι ορθολογική οικονομική επιλογή ή όχι. Και όπως έχουν αποδείξει οι συμπεριφοριστές οικονομολόγοι, οι άνθρωποι δεν λειτουργούν αποκλειστικά με βάση την ορθή λογική. Η δικαιοσύνη των αποτελεσμάτων μετρά για τους δρώντες, και είναι πρόθυμοι να κάνουν θυσίες για το γενικό καλό όταν κινούνται σε ένα περιβάλλον κοινωνικής δικαιοσύνης και ανταπόδοσης.

Αυτές οι παρατηρήσεις θα έπρεπε να επηρεάζουν τις αναλύσεις δημόσιων πολιτικών.

Η απόφαση να εργαστεί κανείς, για παράδειγμα, μπορεί να επηρεάζεται τόσο από «κανονικότητες», όσο και από οικονομικά κίνητρα. Λαμβάνοντας υπόψη τους μόνο τον δεύτερο παράγοντα, οι οικονομολόγοι ίσως υπερεκτιμούν τον βαθμό στον οποίο η ύπαρξη κοινωνικών επιδομάτων αποθαρρύνει τους πολίτες από την αναζήτηση εργασίας. Τα ποσοστά εργαζομένων μεταξύ των ανδρών παραγωγικής ηλικίας είναι εντυπωσιακά όμοια στις πλούσιες χώρες, τόνισε ο Σάεζ, παρά το γεγονός ότι τα συστήματα φορολόγησης και κοινωνικής πρόνοιας διαφέρουν πολύ. Τα μέσα ποσοστά φορολογίας στη Γαλλία είναι περίπου 20% υψηλότερα σε σχέση με εκείνα στην Αμερική για όλα τα εισοδήματα, κι όμως και στις δύο χώρες περίπου το 80% των μεσήλικων ανδρών εργάζεται. (Οι Αμερικανοί εργάζονται περισσότερες ώρες, όμως όπως σημείωσε ο Σάεζ και αυτό με τη σειρά του αντανακλά κοινωνικές επιλογές, όπως για παράδειγμα τη νομοθέτηση μικρότερης εργασιακής εβδομάδας από το γαλλικό κράτος).

Υπάρχουν έντονες κοινωνικές πιέσεις που απαιτούν οι υγιείς άνδρες να μην μπορούν να θεωρηθούν «τζαμπατζήδες», που εξουδετερώνουν τα κίνητρα υπέρ της ανεργίας που υποτίθεται ότι προκύπτουν από τους υψηλότερους φόρους ή τα μεγαλύτερα επιδόματα.

Όταν οι κοινωνικές πιέσεις υπέρ της εργασίας είναι πιο ασαφείς, για παράδειγμα όταν πρόκειται πολύ νέους, τους ηλικιωμένους ή, σε ορισμένα μέρη, για γυναίκες, τα υψηλά επιδόματα τείνουν να επηρεάζουν περισσότερο τις αποφάσεις απασχόλησης, διευκρίνισε ο Σάεζ. Όμως αυτό μάλλον ενισχύει παρά αποδυναμώνει την άποψη ότι οι κοινωνικοί παράγοντες ασκούν σημαντική επίδραση στις οικονομικές αποφάσεις.

Ζητήματα δικαιοσύνης

Όταν οι κοινωνικές αξίες θωρακίζουν την κοινωνία απέναντι σε «κακές» συμπεριφορές, όπως η εκούσια ανεργία ή η φοροδιαφυγή, που θα μπορούσε να ειδωθεί ως άδικη εκμετάλλευση του συστήματος, τα κοινωνικά κράτη δεν προκύπτουν από την ανταλλαγή της αποτελεσματικότητας για την ισότητα, όπως πιστεύουν αρκετοί οικονομολόγοι.

Αναλύσεις που στηρίζονται σε αξιώματα για το προσωπικό συμφέρον μπορούν ακόμη να αποδειχθούν χρήσιμες σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα για να περιγράψουν πώς θα αποτύγχαναν τα κυβερνητικά σχέδια αν τα κοινωνικά προστατευτικά κιγκλιδώματα διαβρωθούν. Όμως δεν είναι σίγουρο αν μπορούν να χρησιμεύσουν στην πρόβλεψη του μέλλοντος. Αν οι οικονομολόγοι δεν λάβουν σοβαρά υπόψη τους τις κοινωνικές προτιμήσεις, οι συστάσεις τους για τη δημιουργία πιο ίσων και δυναμικών κοινωνιών ενδέχεται να αποδειχθούν ανούσιες.

Φυσικά, η κουλτούρα αλλάζει με αργούς ρυθμούς, τόσο εντός όσο και εκτός των οικονομικών. Ο Σάεζ δίνει πολύ περισσότερη έμφαση από τους συναδέλφους του στο ρόλο των κοινωνικών παραγόντων. Όμως όπως η χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-09 προκάλεσε αλλαγές στον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι οικονομολόγοι τις οικονομικές αγορές και τις μακροοικονομικές πολιτικές, η πανδημία ενδέχεται να φέρει στο προσκήνιο άλλα τυφλά σημεία. Και ίσως το συνέδριο της επόμενης χρονιάς, να έχει πιο κοινωνικό χαρακτήρα από το φετινό –από πολλές απόψεις.

- Economist

-