Στις 20 Νοεμβρίου, μετά από μια περιπετειώδη τετραετία και ένα χωρίς προηγούμενο μεταβατικό διάστημα από τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, ο Τζο Μπάιντεν αναλαμβάνει και επισήμως την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Από την πρώτη κιόλας στιγμή δε, με την ομιλία που θα εκφωνήσει κατά την ορκωμοσία του, καλείται να αποδείξει ότι θέλει και μπορεί να κάνει πράξη όλα εκείνα τα οποία υποσχέθηκε και έπεισαν τους 81.283.485 Αμερικανούς πολίτες που τον ψήφισαν.

Ένα από τα μεγάλα μέτωπα στα οποία θα δοκιμαστεί και θα κριθεί είναι αυτό της οικονομίας. Πολύ περισσότερο καθώς ο προκάτοχός του δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι τα πήγε ιδιαιτέρως άσχημα εκεί (για τα δεδομένα των ΗΠΑ) σε αντίθεση με όλα σχεδόν τα υπόλοιπα. Εμφανίστηκε δε ιδιαιτέρως «γαλαντόμος» στις επιδοτήσεις προς τους Αμερικανούς προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της πανδημίας, ζητώντας να αυξηθεί το κατά κεφαλή ποσό από τα 600 στα 2.000 δολάρια – κάτι με το οποίο συμφώνησαν και οι Δημοκρατικοί του Κογκρέσου.

Ο πήχης βρίσκεται λοιπόν ήδη ψηλά, ενώ την ίδια στιγμή η πραγματική κατάσταση εμπνέει σοβαρές ανησυχίες. Σε αντίθεση, φυσικά, με το χρηματιστήριο και τους δείκτες της Wall Street, που πετούν από ρεκόρ σε ρεκόρ, αδιαφορώντας πρακτικά και για την αλλαγή προέδρου, αλλά και για την εικόνα και τις συνέπειες από την εισβολή των οπαδών του Ντόναλντ Τραμπ στο Καπιτώλιο.

  • Χρέος

    . Η χρονιά του κοροναϊού, της πανδημίας και των lockdown επιβάρυνε σημαντικά και το συνολικό χρέος των ΗΠΑ, σε όλα τα επίπεδα. Με βάση τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, στο τέλος του 2020, το δημόσιο χρέος αναλογούσε σε πάνω από 130% του ΑΕΠ, των νοικοκυριών ξεπερνούσε το 80% και των ιδιωτικών επιχειρήσεων (εκτός του χρηματοπιστωτικού τομέα) το 90%. Συνολικά, λοιπόν, η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει απέναντί της ένα «βουνό» που ξεπερνά τα 60 τρισ. δολάρια, ενώ μόνο για φέτος το ποσό που απαιτείται για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους αγγίζει τα 8 τρις.!

  • Φορολογία

    . Για να βγει ο λογαριασμός, αλλά και για να εμφανιστεί πιο κοινωνικά δίκαιος ο Μπάιντεν, όπως προεκλογικά, καλείται να δώσει σάρκα και οστά στην αναίρεση σημαντικών φοροαπαλλαγών και μειώσεων συντελεστών που είχε περάσει ο προκάτοχός του. Το πρόγραμμα, όπως αναφέρει σε σχετικό ρεπορτάζ της η γερμανική Handelsblatt, κάνει λόγο για αύξηση του εταιρικού φόρου από το 21% που είναι σήμερα, του φόρου υπεραξίας από το 24% (ενδέχεται να φτάσει και το 40%) και για επιβολή ενός φόρου σε περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω των 400.000 δολαρίων.

  • Εμπόριο

    . Η σκληρή στάση και η επιβολή δασμών απέναντι σε εταίρους και ανταγωνιστές σφράγισε την πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ σε αυτό το μέτωπο την περασμένη τετραετία. Θύμα της, μάλιστα, δεν ήταν μόνο η Κίνα, αλλά και η ΕΕ, όπως κατέστη σαφές στη διαμάχη Airbus-Boeing, στα προϊόντα χάλυβα και αλλού. Φαίνεται, ωστόσο, ότι εδώ υπάρχει και η μεγαλύτερη συναίνεση ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα, καθώς οι Δημοκρατικοί του Μπάιντεν έχουν σύνθημα το «αγοράζουμε αμερικανικά», ενώ το εμπορικό έλλειμμα παραμένει πολύ μεγάλο (κάπου 850 δισ. δολάρια στα αγαθά, με πλεόνασμα άνω των 250 δισ. στις υπηρεσίες) για να αγνοηθεί.

  • Πράσινη ανάπτυξη

    . Ο Τζο Μπάιντεν έχει κάνει λόγο για ένα «Green Deal» και για μηδενικές εκπομπές «αερίων του θερμοκηπίου» από τις ΗΠΑ μέχρι το 2050 (πέντε χρόνια νωρίτερα από ό,τι η ΕΕ). Οι πληροφορίες, ωστόσο, αναφέρουν ότι σε αυτό το θέμα ενδέχεται να αντιμετωπίσει προβλήματα και στο εσωτερικό των Δημοκρατικών, καθώς η πιο συντηρητική και μετριοπαθής πτέρυγα του κόμματος δεν θέλει να θίξει επιχειρηματικά συμφέροντα σε μια σειρά παραδοσιακούς κλάδους.

  • Ρυθμιστικό πλαίσιο

    . Στη διάρκεια της θητείας Τραμπ, «ξηλώθηκαν» περίπου εκατό νόμοι που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Το ίδιο συνέβη και με μια σειρά ρυθμίσεων που είχαν υιοθετηθεί μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers και το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008 και αφορούσαν περιορισμούς στην κερδοσκοπική δράση και τα «παράγωγα» προϊόντα. Μεγάλη πρόκληση αποτελεί, αναμφίβολα, η διαχείριση του ζητήματος που έχει προκύψει με τους «γίγαντες» της τεχνολογίας και του Διαδικτύου, μιας και πυκνώνουν οι φωνές που απαιτούν να τεθούν όρια στην ισχύ τους και το μερίδιο αγοράς ή ζητούν ακόμη και να «σπάσουν», κατά το πρότυπο των «Big Oil» των αρχών του προηγούμενου αιώνα.

-