Όλο και περισσότερα δημοσιεύματα φτάνουν στο φως για τις φρικιαστικές συνθήκες που επικρατούν στα στρατόπεδα «επανεκπαίδευσης» Ουιγούρων που διατηρεί η Κίνα στην δυτική επαρχία της Σιντζιάνγκ.

Οι μαρτυρίες κάνουν λόγο για πλύση εγκεφάλου, καταναγκαστική εργασία, εξαναγκαστικές στειρώσεις και σωματική κακοποίηση των κρατουμένων.

Αυτή τη φορά, ο Guardian δημοσίευσε τη μαρτυρία της Γκιουλμπαχάρ Χαϊτιγουατζί, μιας γυναίκας που πέρασε δύο ολόκληρα χρόνια στα κινεζικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η μαρτυρία αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο της Χαϊτιγουατζί και της Ροζέν Μοργκάτ, Rescapée du Goulag Chinois (Επιζήσασα από τα κινεζικά γκούλαγκ) που κυκλοφορεί στα γαλλικά από τις εκδόσεις Editions des Equateurs.

Όπως γράφει η Χαϊταγουατζί:

Ο άνδρας που μου μιλούσε στο τηλέφωνο μου είπε ότι εργαζόταν σε μια πετρελαϊκή εταιρεία, «στο λογιστήριο, για να είμαι ειλικρινής». Η φωνή του μου ήταν άγνωστη. Στην αρχή δεν καταλάβαινα για ποιο λόγο με καλούσε. Ήταν Νοέμβριος του 2016 και η εταιρεία με είχε θέσει σε άδεια άνευ αποδοχών από όταν εγκατέλειψα την Κίνα για να εγκατασταθώ στη Γαλλία 10 χρόνια νωρίτερα. Στη γραμμή ακούγονταν παράσιτα. Δυσκολευόμουν να τον ακούσω.

«Πρέπει να επιστρέψετε στο Καραμάι για να υπογράψετε έγγραφα που αφορούν την επερχόμενη σύνταξή σας, κυρία Χαϊτιγουατζί», μου είπε. Το Καραμάι είναι η πόλη στην επαρχία Σιντζιάνγκ της δυτικής Κίνας στην οποία εργαζόμουν ως υπάλληλος πετρελαϊκής για περισσότερα από 20 χρόνια.

«Σε αυτή την περίπτωση, θα ήθελα να εξουσιοδοτήσω έναν δικηγόρο», του είπα. «Ένας φίλος μου στο Καραμάι ασχολείται με τις διοικητικές μου υποθέσεις. Γιατί να επιστρέψω για μερικές υπογραφές; Να κάνω όλη αυτή τη διαδρομή για αυτή την ασημαντότητα; Γιατί τώρα;»

Ο άνδρας δεν είχε κάποια απάντηση. Απλώς μου είπε ότι θα με καλούσε ξανά εντός δύο ημερών, για να μου πει αν υπάρχει η δυνατότητα κάποιος φίλος να υπογράψει εκ μέρους μου.

Ο σύζυγός μου, ο Κερίμ, είχε φύγει από την Σιντζιάνγκ το 2002 για να βρει δουλειά. Πρώτα προσπάθησε στο Καζακστάν, όμως απογοητεύτηκε μετά από ένα χρόνο. Μετά στη Νορβηγία. Μετά στη Γαλλία, όπου υπέβαλε αίτηση ασύλου. Όταν εγκαταστάθηκε εκεί, εγώ και οι δύο κόρες μας πήγαμε να τον συναντήσουμε.

Ο Κερίμ ήξερε ανέκαθεν ότι θα εγκατέλειπε την Σιντζιάνγκ. Η ιδέα του είχε ριζωθεί πριν καν προσληφθούμε από την πετρελαϊκή. Είχαμε γνωριστεί όταν ήμασταν μαθητές στο Ουρούμτσι, την μεγαλύτερη πόλη της επαρχίας Σιντζιάνγκ και όταν αποφοιτήσαμε αρχίσαμε να ψάχνουμε για δουλειά, το 1988. Στις αγγελίες που δημοσιεύονταν στις εφημερίδες, συχνά υπήρχε μια διευκρίνιση γραμμένη με μικρά γράμματα: Όχι Ουιγούροι. Ποτέ δεν κατάφερε να το ξεπεράσει αυτό. Αν και προσπαθούσα να αγνοήσω τις αποδείξεις διακρίσεων εις βάρος μας που υπήρχαν παντού, ο Κερίμ είχε πάθει εμμονή.

Μετά την αποφοίτησή μας, βρήκαμε δουλειά ως μηχανικοί στο Καραμάι. Ήμασταν τυχεροί. Όμως μετά συνέβη το περιστατικό με τον κόκκινο φάκελο. Στη σεληνιακή πρωτοχρονιά, όταν το αφεντικό μοίραζε τα ετήσια μπόνους, οι κόκκινοι φάκελοι που λάμβαναν οι Ουιγούροι είχαν στο εσωτερικό τους λιγότερα χρήματα από εκείνα που δίνονταν σε συναδέλφους του κυρίαρχου κινεζικού φυλετικού γκρουπ, των Χαν. Λίγο καιρό αργότερα, όλοι οι Ουιγούροι απομακρύνθηκαν από το κεντρικό γραφείο προς την άκρη της πόλης. Μια μικρή ομάδα διαμαρτυρήθηκε, εμένα δεν με απασχόλησε. Λίγους μήνες αργότερα, όταν άνοιξε μια θέση προϊσταμένου, ο Κερίμ υπέβαλε αίτηση. Είχε την κατάλληλη πιστοποίηση και εμπειρία. Δεν υπήρχε λόγος να μην πάρει τη δουλειά. Όμως η θέση πήγε σε έναν υπάλληλο της φυλής των Χαν που δεν είχε καν πτυχίο μηχανικού. Μια νύχτα του 2000, ο Κερίμ γύρισε σπίτι και μου ανακοίνωσε ότι παραιτήθηκε. «Δεν άντεξα άλλο», μου είπε.

Αυτό που έζησε ο σύζυγός μου είναι εξαιρετικά συνηθισμένο. Από το 1955, όταν η Κίνα προσάρτησε την Σιντζιάνγκ ως «αυτόνομη περιοχή» οι Ουιγούροι ξέραμε ότι ήμασταν ένα αγκάθι για το Μέσο Βασίλειο.

Η Σιντζιάνγκ αποτελεί στρατηγικό πέρασμα και είναι υπερβολικά πολύτιμη για το κυβερνών κομμουνιστικό κόμμα που δεν θέλει να αφήσει περιθώρια να τη χάσει. Το κόμμα έχει επενδύσει υπερβολικά πολλά στον «νέο δρόμο του μεταξιού», το πρόγραμμα υποδομών που έχει σχεδιαστεί για να ενώσει την Κίνα με την Ευρώπη μέσω της κεντρικής Ασίας και η περιοχή μας αποτελεί σημαντικό άξονα. Η Σιντζιάνγκ είναι απαραίτητη για το μεγάλο σχέδιο του προέδρου Σι Τζινπίγνκ. Η ειρηνική Σιντζιάνγκ, που θα είναι ανοιχτή για τις επιχειρήσεις, αποκαθαρμένη από αποσχιστικές τάσεις και εθνικές εντάσεις. Εν συντομία, η Σιντζιάνγκ χωρίς τους Ουιγούρους.

Οι κόρες μου και εγώ δραπετεύσαμε στη Γαλλία για να συναντήσουμε τον σύζυγό μου το 2006, λίγο πριν η Σιντζιάνγκ μπει σε τροχιά πρωτόγνωρης καταπίεσης. Οι κόρες μου, που ήταν τότε 13 και 8 ετών, αναγνωρίστηκαν ως πρόσφυγες, όπως και ο πατέρας του. Αιτούμενος άσυλο, ο σύζυγός μου καθάρισε με το παρελθόν του. Απέκτησε γαλλικό διαβατήριο και ουσιαστικά απεκδύθηκε της ιδιότητας του κινέζου πολίτη. Για μένα, το ενδεχόμενο να παραδώσω το διαβατήριό μου άφηνε ανοιχτή μια φρικτή υπόνοια: Δεν θα μπορούσα ποτέ να επιστρέψω στη Σιντζιάνγκ. Πώς θα μπορούσα να πω αντίο στις ρίζες μου, τους αγαπημένους που άφηνα πίσω; Φαντάστηκα τη μητέρα μου να γερνά και να πεθαίνει μόνη στο ορεινό χωριό της. Αν άφηνα πίσω μου την κινέζικη υπηκοότητα, θα εγκατέλειπα και εκείνη. Δεν μπορούσα να πειστώ να το κάνω. Έτσι, υπέβαλα αίτηση για άδεια παραμονής, την οποία ανανέωνα κάθε 10 χρόνια.

Μετά την κλήση, το κεφάλι μου είχε γεμίσει ερωτήσεις. Γιατί αυτός ο άνδρας ήθελε να γυρίσω στο Καραμάι; Ήταν κάποιου είδους τέχνασμα προκειμένου να με ανακρίνει η αστυνομία; Τίποτα παρόμοιο δεν είχε συμβεί σε κανέναν από τους υπόλοιπους Ουιγούρους που γνώριζα στη Γαλλία.

Ο άνδρας με κάλεσε ξανά δυο ημέρες αργότερα. «Η εξουσιοδότηση δικηγόρου είναι ανέφικτη, κυρία Χαϊτιγουατζί. Θα πρέπει να έρθετε αυτοπροσώπως στο Καραμάι». Παραδόθηκα. Στο κάτω-κάτω, δεν ήταν παρά μερικά έγγραφα.

«Εντάξει. Θα έρθω όσο πιο γρήγορα γίνεται», του απάντησα.

Όταν κλείσαμε το τηλέφωνο, ένιωσα ένα ρίγος να διατρέχει τη σπονδυλική μου στήλη. Έτρεμα στην ιδέα της επιστροφής. Ο Κερίμ έκανε ό,τι μπορούσε για να με ηρεμήσει επί δύο ημέρες, όμως εγώ είχα ένα κακό προαίσθημα. Αυτή την εποχή του χρόνου, ο χειμώνας στο Καραμάι ήταν άγριος. Ελάχιστοι άνθρωποι τολμούσαν να βγουν στον δρόμο, όπου μαίνονταν παγωμένοι άνεμοι. Στους δρόμους δεν υπήρχε ψυχή. Όμως αυτό που φοβόμουν κυρίως ήταν τα μέτρα που ίσχυαν για την Σιντζιάνγκ, που πλέον ήταν πιο αυστηρά από ποτέ. Όποιος έβγαινε από το σπίτι του, κινδύνευε να συλληφθεί χωρίς κανένα λόγο.

Αυτό δεν ήταν καινούργιο, είχε γίνει όμως ακόμη χειρότερο μετά τις εξεγέρσεις του Ουρούμτσι του 2009 και την έκρηξη βίας μεταξύ Ουιγούρων και Χαν που κατέληξε σε 197 νεκρούς. Το γεγονός αποτέλεσε σημείο καμπής στην σύγχρονη ιστορία της περιοχής. Αργότερα, το κομμουνιστικό κόμμα θα κατηγορούσε ολόκληρη τη μειονότητα για αυτές τις φρικτές πράξεις, νομιμοποιώντας έτσι τις καταπιεστικές του πολιτικές και ισχυριζόμενο ότι τα σπίτια των Ουιγούρων ήταν εστίες ριζοσπαστικών Ισλαμιστών και αποσχιστικών τάσεων.

Με την έλευση του Τσεν Κουανγκουό το 2016, του ανθρώπου που ήταν υπεύθυνος για τα δρακόντεια μέτρα επιτήρησης στο Θιβέτ, στη θέση του επικεφαλής της Σιντζιάνγκ το 2016, η καταπίεση κλιμακώθηκε δραματικά. Χιλιάδες εστάλησαν σε «σχολεία» που χτίστηκαν μέσα σε μια νύχτα στη μέση της ερήμου. Είναι γνωστά ως στρατόπεδα «μεταμόρφωσης μέσω της εκπαίδευσης». Οι κρατούμενοι που καταλήγουν εκεί υποβάλλονται σε πλύση εγκεφάλου –στην καλύτερη περίπτωση.

Δεν ήθελα να γυρίσω, όμως αποφάσισα ότι ο Καρίμ είχε δίκιο: Δεν υπήρχε λόγος να ανησυχώ. Το ταξίδι θα διαρκούσε μόνο μερικές εβδομάδες. «Είναι σίγουρο ότι θα σε ανακρίνουν, αλλά μην πανικοβάλλεσαι. Είναι απολύτως φυσιολογικό», με καθησύχασε.

Λίγες μέρες αφού προσγειώθηκα στην Κίνα, στις 30 Νοεμβρίου του 2016, πήγα στα γραφεία της εταιρείας για να υπογράψω τα περιβόητα έγγραφα. Στο γραφείο βρισκόταν ένας λογιστής, ένας μάλλον ειρωνικός Χαν, και η γραμματέας του.

Η επόμενη σκηνή διαδραματίζεται στο αστυνομικό τμήμα της Κουνλούν, 10 λεπτά με το αυτοκίνητο από τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας. Στη διαδρομή, προετοίμασα τις απαντήσεις μου για εκείνα που περίμενα να με ρωτήσουν. Προσπάθησα να πάρω δύναμη. Αφού άφησα τα προσωπικά μου αντικείμενα στην είσοδο, με οδήγησαν σε ένα στενό, άψυχο δωμάτιο: Την αίθουσα ανακρίσεων. Ποτέ δεν είχα ξαναβρεθεί σε τέτοια αίθουσα. Οι δυο αστυνομικοί που κάθονταν απέναντί μου με ρώτησαν τους λόγους που πήγα στη Γαλλία και τι δουλειά έκανα εκεί.

Μετά, ένας αστυνομικός έσπρωξε μια φωτογραφία κάτω από τη μύτη μου, που έκανε το αίμα μου να βράσει. Ήταν ένα πρόσωπο που ήξερα όσο καλά ξέρω και το δικό μου: Η κόρη μου η Γκιουλχουμάρ. Πόζαρε στο Παρίσι φορώντας ένα μαύρο παλτό. Στη φωτογραφία γελούσε, κρατώντας μια μικροσκοπική σημαία του Ανατολικού Τουρκιστάν, μια σημαία που συμβολίζει το αυτονομιστικό κίνημα της περιοχής. Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί στη διάρκεια διαδήλωσης που οργάνωσε το γαλλικό παράρτημα του Παγκόσμιου Κογκρέσου Ουιγούρων, που εκπροσωπεί τους εξόριστους Ουιγούρους και τοποθετείται δημόσια εναντίον της κινεζικής καταπίεσης στην Σιντζιάνγκ.

Είτε είσαι πολιτικοποιημένος είτε όχι, αυτές οι εκδηλώσεις είναι πάνω από όλα μια ευκαιρία να συναντηθείς με την υπόλοιπη κοινότητα στη Γαλλία. Μπορεί να πας για να διαμαρτυρηθείς ή, όπως έκανε η Γκιουλχουμάρ, για να δεις τους φίλους σου. Εκείνη την εποχή, ο Κερίμ πήγαινε συχνά. Τα κορίτσια είχαν πάει μία ή δύο φορές. Εγώ καμία. Δεν ήμουν πολιτικοποιημένη. Από τότε που έφυγα από τη Σιντζιάνγκ, αυτά τα ζητήματα με ενδιέφεραν ακόμη λιγότερο.

Ξαφνικά, ο αστυνομικός χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι.

«Την ξέρεις, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, είναι κόρη μου.»

«Η κόρη σου είναι τρομοκράτισσα.»

«Όχι, δεν ξέρετε γιατί βρέθηκε σε αυτή τη διαδήλωση».

Έλεγα ξανά και ξανά: «Δεν ξέρω, δεν ξέρω τι έκανε εκεί, δεν έκανε τίποτα κακό, ορκίζομαι! Η κόρη μου δεν είναι τρομοκράτισσα! Ούτε και ο σύζυγός μου!»

Δεν μπορώ να θυμηθώ τη συνέχεια της ανάκρισης. Θυμάμαι μόνο εκείνη τη φωτογραφία, τις επιθετικές ερωτήσεις και τις μάταιες απαντήσεις μου. Δεν ξέρω για πόση ώρα συνεχίστηκε. Θυμάμαι ότι όταν τελείωσε, του είπα εκνευρισμένη: «Μπορώ να πάω τώρα; Έχουμε τελειώσει εδώ;» Ένας από αυτούς μου είπε: «Όχι, Γκιουλμπαχάρ Χαϊτιγουατζί, δεν έχουμε τελειώσει».

«Δεξιά! Αριστερά! Ανάπαυση!»

Στο δωμάτιο ήμασταν σαράντα άτομα, όλες γυναίκες και φορούσαμε μπλε πιτζάμες. Ήταν μια αδιάφορη τετράγωνη αίθουσα. Ένα μεγάλο μεταλλικό παντζούρι, με μικροσκοπικές τρύπες που άφηναν το φως να περνά, δεν μας επέτρεπε να δούμε τον έξω κόσμο. Επί έντεκα ώρες την ημέρα, όλος ο κόσμος μας ήταν αυτό το δωμάτιο. Οι παντόφλες μας έτριζαν στο δάπεδο. Δυο στρατιώτες Χαν κρατούσαν αδιάκοπα τον ρυθμό, καθώς κάναμε παρέλαση από τη μία άκρη του δωματίου στην άλλη. Αυτό το αποκαλούσαν «φυσική αγωγή». Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για στρατιωτική εκπαίδευση.

Τα εξαντλημένα σώματά μας κινούνταν συγχρονισμένα στο χώρο, μπρος πίσω, από τη μια πλευρά στην άλλη, από τη μια γωνία στην άλλη.

Όταν ο στρατιώτης φώναζε «Ανάπαυση!» στα μανδαρινικά, παγώναμε στις θέσεις μας. Μας διέταζαν να σταθούμε ακίνητες. Αυτό μπορούσε να κρατήσει μισή ώρα, αλλά εξίσου συχνά διαρκούσε μια ώρα ή περισσότερο. Τα πόδια μας μυρμήγκιαζαν σαν να τα τρυπούν με καρφίτσες. Λαχανιάζαμε σαν να ήμασταν ζώα. Μερικές φορές, κάποια από εμάς λιποθυμούσε. Αν δεν συνερχόταν, ένας φρουρός την σήκωνε όρθια και τη χαστούκιζε για να ξυπνήσει. Αν κατέρρεε ξανά, την έσερνε έξω από το δωμάτιο και δεν την ξαναβλέπαμε ποτέ. Ποτέ. Στην αρχή, αυτό με σόκαρε, όμως πλέον το είχα συνηθίσει. Μπορείς να συνηθίσεις τα πάντα, ακόμη και τον τρόμο.

Πλέον είχαμε φτάσει στον Ιούνιο του 2017 και βρισκόμουν εκεί για τρεις μέρες. Μετά από σχεδόν πέντε μήνες στα κρατητήρια του Καραμάι, υποβαλλόμουν σε αδιάκοπες ανακρίσεις και τυχαίες πράξεις βαναυσότητας. Κάποια στιγμή με έδεσαν στο κρεβάτι για 20 μέρες ως τιμωρία. Ακόμη δεν ξέρω για ποια πράξη. Και μετά μου είπαν ότι θα πήγαινα «στο σχολείο». Δεν είχα ξανακούσει για αυτά τα μυστηριώδη σχολεία ή τα μαθήματα που παρέδιδαν. Η κυβέρνηση τα είχε χτίσει για να «διορθώσει» τους Ουιγούρους, με ενημέρωσαν. Οι γυναίκες που έμεναν στο κελί μου μου είπαν ότι θα ήταν σαν κανονικό σχολείο, αλλά με δασκάλους Χαν. Από τη στιγμή που αποφοιτούσες, ήσουν ελεύθερος να γυρίσεις στο σπίτι σου.

Αυτό το «σχολείο» ήταν στο Μπαϊτζιαντάν, μια περιοχή στα προάστια του Καραμάι. Αυτές ήταν όλες οι πληροφορίες που έλαβα. Η εκπαίδευση υποτίθεται ότι θα διαρκούσε δεκαπέντε ημέρες. Μετά από αυτό, θα ξεκινούσαν τα θεωρητικά μαθήματα. Δεν ήξερα πώς θα κατάφερνα να αντέξω. Πώς δεν είχα καταρρεύσει ακόμη; το Μπαϊτζιαντάν ήταν η μέση του τίποτα και εκεί δέσποζαν τρία κτίρια, σε μέγεθος μικρών αεροδρομίων. Πέρα από το συρματόπλεγμα της περίφραξης, το μόνο που μπορούσες να δεις ήταν έρημος.

Στη διάρκεια της πρώτης μου ημέρας, οι γυναίκες φρουροί με οδήγησαν σε έναν κοιτώνα γεμάτο κρεβάτια, σκέτες αριθμημένες σανίδες. Ήδη υπήρχε άλλη μια γυναίκα εκεί, η Νάντιρα, στην κουκέτα Νο 8. Εγώ είχα την κουκέτα Νο 9.

Η Νάντιρα μου έδειξε τον κοιτώνα που μύριζε φρέσκια μπογιά: Υπήρχε ένας κουβάς που χρησίμευε ως τουαλέτα, ένα παράθυρο με μεταλλικό παντζούρι που έμενε πάντα κλειστό και δυο κάμερες που κινούνταν αριστερά-δεξιά στις γωνίες του δωματίου. Αυτό ήταν όλο. Ούτε στρώμα. Ούτε έπιπλα. Ούτε χαρτί υγείας. Ούτε σεντόνια. Ούτε νιπτήρας. Μόνο οι δυο μας στο σκοτάδι και οι ήχοι από τις βαριές πόρτες των κελιών που έκλειναν με δύναμη.

Δεν ήταν σχολείο. Ήταν στρατόπεδο επανεκπαίδευσης, με στρατιωτικούς όρους και ο στόχος ήταν ξεκάθαρα να μας «σπάσουν». Μας επέβαλαν τη σιωπή, όμως η εξάντληση έτσι κι αλλιώς δεν μας άφηνε διάθεση για κουβέντα. Με την πάροδο του χρόνου, οι συζητήσεις μας μειώνονταν. Οι μέρες μας περιλάμβαναν περπάτημα, γεύμα και ύπνο. Οι φρουροί δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω μας. Δεν υπήρχε τρόπος να αποδράσεις από το βλέμμα τους, να ψιθυρίσεις, να σκουπίσεις το στόμα σου ή να χασμουρηθείς. Αν το έκανες, υπήρχε κίνδυνος να σε κατηγορήσουν ότι προσευχόσουν. Ήταν ενάντια στους κανόνες να αρνηθείς την τροφή σου: Υπήρχε κίνδυνος να χαρακτηριστείς «Ισλαμιστής τρομοκράτης». Οι φρουροί υποστήριζαν ότι τα γεύματά μας ήταν χαλάλ.

Το βράδυ κατέρρευσα στην κουκέτα μου. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν υπήρχαν ρολόγια. Μάντευα την ώρα από το πόσο κρύωνα ή ζεσταινόμουν.

Οι φρουροί με τρομοκρατούσαν. Δεν είχα δει το φως της ημέρας από την μέρα της άφιξής μου –όλα τα παράθυρα ήταν πάντα κλειστά με τα αναθεματισμένα μεταλλικά παντζούρια. Γύρω μας υπήρχε έρημος ως εκεί που έφτανε το μάτι. αν και ένας από τους αστυνομικούς μου είχε υποσχεθεί ότι θα μου έδιναν ένα τηλέφωνο, αυτό δεν έγινε ποτέ. Ποιος γνώριζε ότι βρισκόμουν εκεί; Είχαν ειδοποιήσει την αδερφή μου ή τον Κερίμ και την Γκιουλχουμάρ; Ήταν εφιαλτικό. Κάτω από τις κάμερες ασφαλείας, φοβόμουν να ανοιχτώ ακόμη και στις συγκρατούμενές μου. Ήμουν εξαντλημένη, τόσο εξαντλημένη. Δεν μπορούσα καν να σκεφτώ.

Το στρατόπεδο ήταν ένας τεράστιος λαβύρινθος και οι φρουροί μας καθοδηγούσαν σε ομάδες. Για να πάμε στα ντους, το μπάνιο, την αίθουσα διδασκαλίας ή την καντίνα, πάντα είχαμε συνοδεία. Ήταν αδύνατον να μείνεις μόνη σου έστω και για ένα λεπτό. Σε κάθε άκρη του διαδρόμου, αυτόματες πόρτες ασφαλείας έκλειναν αεροστεγώς. Ένα πράγμα ήταν σίγουρο: Όλα εδώ ήταν καινούργια. Η μυρωδιά της φρέσκιας μπογιάς λειτουργούσε ως διαρκής υπενθύμιση. Έμοιαζε με εγκαταστάσεις εργοστασίου, όμως ακόμη δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε πόσο μεγάλο ήταν πραγματικά.

Και μόνο ο αριθμός των φρουρών και των υπόλοιπων γυναικών κρατουμένων που προσπερνούσαμε καθώς μετακινούμασταν μου έδειχνε ότι το στρατόπεδο ήταν τεράστιο.

Κάθε μέρα έβλεπα καινούργια πρόσωπα, με βλέμματα που θύμιζαν ζόμπι, με σακούλες κάτω από τα μάτια. Μέχρι το τέλος της πρώτης μέρας, το κελί μου φιλοξενούσε επτά άτομα. Μετά την τρίτη ημέρα ήμασταν 12. Μερικοί σύντομοι υπολογισμοί: Έχω μετρήσει 16 ομάδες κελιών, συμπεριλαμβανομένης της δικής μου, με 12 κρατούμενες η καθεμία, δηλαδή σχεδόν 200 κρατούμενες. Διακόσιες γυναίκες μακριά από την οικογένειά τους, κλειδωμένες επ’ αόριστον. Και το στρατόπεδο δεν σταματούσε να γεμίζει.

Καταλάβαινες ποιες ήταν οι καινούργιες από τον τρόμο στα πρόσωπά τους. Προσπαθούσαν ακόμη να σε κοιτάξουν στα μάτια καθώς συναντιόσασταν στον διάδρομο. Εκείνες που βρίσκονταν εκεί περισσότερο καιρό κοιτούσαν τα πόδια τους. Κινούνταν σαν ρομπότ. Έστρεφαν την προσοχή τους στις εντολές που δέχονταν χωρίς να ανοιγοκλείσουν τα μάτια τους. Θεέ μου, τι τους είχαν κάνει και έγιναν έτσι;

Πίστευα ότι τα θεωρητικά μαθήματα θα ήταν ανακουφιστικά σε σχέση με τη φυσική αγωγή, όμως ήταν ακόμη χειρότερα. Η καθηγήτρια μας επέβλεπε πάντα και μας χαστούκιζε με κάθε ευκαιρία. Μια μέρα μια συγκρατούμενή μου, μια 60χρονη γυναίκα, έκλεισε τα μάτια της, από εξάντληση ή φόβο. Η καθηγήτρια τη χαστούκισε με αγριότητα. «Νομίζεις ότι δεν βλέπω ότι προσεύχεσαι; Θα σε τιμωρήσω!» Οι φρουροί την έσυραν βίαια έξω από την αίθουσα. Αργότερα, γύρισε με κάτι που είχε γράψει: Την αυτοκριτική της. Η καθηγήτρια την ανάγκασε να μας το διαβάσει. Υπάκουσε, άσπρη σαν το πανί, και κάθισε κάτω. Το μόνο που είχε κάνει, ήταν να κλείσει τα μάτια της.

Μετά από λίγες μέρες κατάλαβα τι σημαίνει η φράση «πλύση εγκεφάλου». Κάθε πρωί, μια ουιγούρος καθηγήτρια ερχόταν στην ήσυχη αίθουσά μας. Μια γυναίκα της δικής μας εθνικότητας, μας μάθαινε πώς να γίνουμε Κινέζες. Μας αντιμετώπιζε σαν παρασυρμένους πολίτες που το κόμμα ήταν αναγκασμένο να επανεκπαιδεύσει. Αναρωτήθηκα τι να πίστευε η ίδια για όλα αυτά. Πίστευε κάτι; Από πού ήταν; Πώς κατέληξε εδώ; Είχε υποστεί και η ίδια επανεκπαίδευση πριν βρεθεί σε αυτή τη θέση;

Με ένα σήμα της, σηκωνόμασταν συγχρονισμένες και τη χαιρετούσαμε. Μετά ακολουθούσαν τα εντεκάωρα καθημερινά μαθήματα. Επαναλαμβάναμε ένα είδος όρκου προς την Κίνα: «Ευχαριστούμε υπέροχη χώρα μας. Ευχαριστούμε κόμμα μας. Ευχαριστούμε αγαπημένε μας Σι Τζινπίγνκ». Το βράδυ, το μάθημα ολοκληρωνόταν με κάτι αντίστοιχο: «Εύχομαι η υπέροχη χώρα μου να αναπτυχθεί και να έχει ένα λαμπρό μέλλον. Εύχομαι όλες οι εθνικότητες να δημιουργήσουν ένα μοναδικό, υπέροχο έθνος. Εύχομαι ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ να έχει καλή υγεία. Ζήτω ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ».

Κολλημένες στις θέσεις μας, επαναλαμβάναμε τα μαθήματά μας σαν παπαγάλοι. Μας μάθαιναν την λαμπρή ιστορία της Κίνας. Ή τουλάχιστον μια εκδοχή της, από την οποία είχαν αφαιρεθεί τα δυσάρεστα κομμάτια. Στο εξώφυλλο του βιβλίου μας έγραφε «πρόγραμμα επανεκπαίδευσης». Δεν περιείχε τίποτα άλλο εκτός από τις ιστορίες των ισχυρών δυναστειών και των εκπληκτικών τους κατακτήσεων και τις τεράστιες επιτυχίες του κομμουνιστικού κόμματος. Ήταν ακόμη πιο πολιτικοποιημένο και υποκινούμενο και από τη διδασκαλία των κινεζικών πανεπιστημίων. Τις πρώτες μέρες, με έκανε να γελάω. Πίστευαν πραγματικά ότι θα κατάφερναν να μας σπάσουν με μερικές σελίδες προπαγάνδας;

Όμως καθώς οι μέρες περνούσαν, η εξάντληση έκανε την εμφάνισή της σαν παλιός εχθρός.

Ήμουν τόσο κουρασμένη που η απόφασή μου να αντισταθώ ξεχάστηκε. Προσπάθησα να μην παραδοθώ, όμως το σχολείο περνούσε από πάνω μου σαν οδοστρωτήρας. Περνούσε πάνω από τα πονεμένα σώματά μας. Λοιπόν, έτσι μοιάζει η πλύση εγκεφάλου: Ολόκληρες ημέρες που τις περνάς επαναλαμβάνοντας τις ίδιες ηλίθιες φράσεις. Και σαν αυτό να μην ήταν αρκετό, μας ανάγκαζαν να μελετήσουμε άλλη μια ώρα μετά το δείπνο, το βράδυ πριν κοιμηθούμε. Κάναμε άλλη μια επανάληψη των πραγμάτων που λέγαμε όλη τη μέρα ξανά και ξανά. Κάθε Παρασκευή, είχαμε γραπτές και προφορικές εξετάσεις. Μία-μία, υπό το άγρυπνο βλέμμα των επικεφαλής του στρατοπέδου, επαναλαμβάναμε την προπαγάνδα που μας είχαν ταΐσει.

Με αυτό τον τρόπο, η βραχυχρόνια μνήμη μας μετατράπηκε στον πιο σημαντικό σύμμαχο και στον χειρότερο εχθρό μας. Μας επέτρεπε να απορροφούμε και να θυμόμαστε τόνους ιστορίας και διακηρύξεις του πιστού πολίτη, προκειμένου να αποφύγουμε τον δημόσιο εξευτελισμό από την καθηγήτριά μας. Ταυτόχρονα όμως, αποδυνάμωνε τις κριτικές μας δεξιότητες. Μας έκλεψε τις αναμνήσεις και τις σκέψεις που μας συνέδεαν με τις ζωές μας. Μετά από λίγο καιρό δεν μπορούσα να θυμηθώ τις λεπτομέρειες των προσώπων του Κερίμ και των κορών μας. Μας επεξεργάστηκαν μέχρι που δεν ήμασταν τίποτα περισσότερο από ηλίθια ζώα. Κανείς δεν μας έλεγε πόσο καιρό θα διαρκούσε όλο αυτό.

Από πού να αρχίσω να διηγούμαι την ιστορία της παραμονής μου στην Σιντζιάνγκ;

Πώς να πω στους αγαπημένους μου ότι έζησα στο έλεος της αστυνομικής βίας, για τους Ουιγούρους όπως εγώ που με το κύρος που τους έδιναν οι στολές τους, μας έκαναν ό,τι ήθελαν, στο σώμα και στις ψυχές μας; Για τους άνδρες και τις γυναίκες που είχαν μετατραπεί σε άβουλα ρομπότ, απεκδυμένοι από κάθε ίχνος ανθρωπιάς, που μας ανάγκαζαν με ζήλο να ακολουθούμε τις εντολές τους, για τους μικροπρεπείς γραφειοκράτες που εργάζονταν για ένα σύστημα που αποκηρύσσει όσους αρνούνται να αποκηρύξουν τους άλλους και τιμωρεί εκείνους που δεν τιμωρούν τους άλλους. Πεπεισμένοι ότι ήμασταν οι εχθροί που έπρεπε να τσακίσουν, προδότες και τρομοκράτες, έκλεψαν την ελευθερία μας. Μας κλείδωσαν σαν ζώα κάπου μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο, έξω από τον ίδιο τον χρόνο. Στα στρατόπεδα.

Στα στρατόπεδα «μεταμόρφωσης μέσω της εκπαίδευσης», η ζωή και ο θάνατος δεν έχουν την ίδια σημασία.

Σκέφτηκα εκατοντάδες φορές, όταν τα βήματα των φρουρών μας ξυπνούσαν τη νύχτα, ότι είχε έρθει η στιγμή που θα μας εκτελούσαν. Όταν ένα χέρι έφερε ένα ψαλίδι κοντά στο κρανίο μου και άλλα χέρια έπιαναν τις τούφες των μαλλιών που έπεφταν στους ώμους μου, έκλεισα τα μάτια μου, σκεπτόμενη ότι το τέλος μου ήταν κοντά, ότι με ετοίμαζαν για την κρεμάλα, την ηλεκτρική καρέκλα, τον πνιγμό. Ο θάνατος παραμόνευε σε κάθε γωνιά. Όταν οι νοσοκόμες έπιαναν το χέρι μου για να μου κάνουν «εμβόλιο», πίστευα ότι με δηλητηρίαζαν. Στην πραγματικότητα, μας στείρωναν. Τότε κατάλαβα τη μέθοδο των στρατοπέδων, την στρατηγική που ακολουθούσαν: Δεν θα μας εκτελούσαν εν ψυχρώ, θα μας εξαφάνιζαν. Τόσο αργά, που κανείς δεν θα το παρατηρούσε.

Μας διέταξαν να απαρνηθούμε τις ταυτότητές μας. Να φτύσουμε τις ίδιες μας τις παραδόσεις, τις πεποιθήσεις μας. Να επικρίνουμε τη γλώσσα μας. Να προσβάλουμε τον λαό μας. Γυναίκες όπως εγώ, που βγήκαν από τα στρατόπεδα, δεν είναι πια αυτές που ήταν. Είμαστε σκιές. Οι ψυχές μας είναι νεκρές. Με έκαναν να πιστέψω ότι οι αγαπημένοι μου, οι κόρες μου και ο άνδρας μου, ήταν τρομοκράτες. Ήμουν τόσο μακριά, τόσο μόνη, τόσο εξαντλημένη που σχεδόν το πίστεψα όντως. Ο Κερίμ και οι κόρες μας, η Γκιουλχουμάρ και η Γκμιουλνιγκάρ. Ικέτευσα για τη συγχώρεση του κομμουνιστικού κόμματος για φρικαλεότητες που δεν είχε διαπράξει κανείς τους, ούτε κι εγώ. Μετανιώνω για κάθε τι που είπα που τους υποτίμησα. Σήμερα είμαι ζωντανή και θέλω να φωνάξω την αλήθεια. Δεν ξέρω αν θα με αποδεχτείτε, δεν ξέρω αν θα με συγχωρήσετε.

Από πού να αρχίσω να σας λέω τι έζησα εκεί;

Κρατήθηκα στο στρατόπεδο για δύο χρόνια. Σε αυτό το διάστημα όλοι γύρω μου, οι αστυνομικοί που με ανέκριναν, οι κρατούμενες, οι φρουροί, οι δασκάλες και οι καθηγήτριες προσπάθησαν να με πείσουν το τεράστιο ψέμα, χωρίς το οποίο η Κίνα δεν μπορεί να νομιμοποιήσει το πρόγραμμα επανεκπαίδευσης: Ότι οι Ουιγούροι ήταν τρομοκράτες και επομένως εγώ, η Γκιουλμπαχάρ, που ζούσα ήδη 10 χρόνια εξόριστη στη Γαλλία, ήμουν επίσης τρομοκράτισσα. Το ένα κύμα προπαγάνδας μετά το άλλο έσκαγε επάνω μου και καθώς οι μήνες περνούσαν έχανα μέρος της ψυχικής μου διαύγειας. Η ψυχή μου ράγισε και τα κομμάτια άρχισαν να σπάνε. Ποτέ δεν θα το ξεπεράσω.

Στη διάρκεια των βίαιων ανακρίσεων γινόμουν όλο και πιο πειθήνια από τα χτυπήματα που δεχόμουν. Τόσο που ομολόγησα πράξεις που δεν είχα κάνει. Κατάφεραν να με πείσουν ότι όσο πιο γρήγορα παραδεχόμουν τα εγκλήματά μου, τόσο πιο γρήγορα θα μπορούσα να φύγω. Εξαντλημένη, τελικά παραδόθηκα. Δεν είχα άλλη επιλογή. Κανείς δεν μπορεί να πολεμάει τον εαυτό του για πάντα. Όσο ακούραστα και αν αντισταθείς στην πλύση εγκεφάλου, η δουλειά που κάνει είναι υπόγεια. Όλο το πάθος και οι επιθυμίες σου σε εγκαταλείπουν. Τι επιλογές σου έχουν μείνει; Η αργή, επώδυνη παράδοση στον θάνατο ή η υποταγή. Αν επιλέξεις την υποταγή, αν προσποιηθείς ότι έχεις χάσει την ψυχολογική μάχη ισχύος με την αστυνομία, τότε τουλάχιστον, παρά τα χτυπήματα, θα διατηρήσεις ένα ψήγμα διαύγειας που θα σου θυμίζει ποια υπήρξες.

Δεν πίστευα ούτε μια λέξη που τους είπα. Απλώς έκανα ότι καλύτερο μπορούσα για να είμαι μια καλή ηθοποιός.

Στις 2 Αυγούστου του 2019, μετά από μια σύντομη δίκη ενώπιον ελάχιστων ανθρώπων, ένας δικαστής από το Καραμάι με ανακήρυξε αθώα. Σχεδόν δεν άκουγα τι έλεγε. Σκεφτόμουν όλες εκείνες τις φορές που είχα διακηρύξει την αθωότητά μου, όλες εκείνες τις νύχτες που στριφογύριζα στην κουκέτα μου, εξοργισμένη που δεν με πίστευε κανείς. Και σκεφτόμουν όλες εκείνες τις άλλες φορές, που είχα παραδεχτεί όλα εκείνα για τα οποία με κατηγορούσαν, όλες τις ψευδείς ομολογίες, όλα τα ψέματα.

Με είχαν καταδικάσει σε επτά χρόνια επανεκπαίδευσης. Είχαν βασανίσει το σώμα μου και είχαν φέρει το μυαλό μου στα όρια της τρέλας. Και τώρα, έχοντας εξετάσει την υπόθεσή μου, ένας δικαστής έκρινε ότι όχι, τελικά στην πραγματικότητα ήμουν αθώα. Ήμουν ελεύθερη να φύγω.

TAGS: ανθρώπινα δικαιώματακίναουιγούροι

-