Image default
Ανάλυση Οικονομία Πρώτο Θέμα

O κόσμος του Ricardo απομακρύνεται από τις ελπιδοφόρες προοπτικές του Adam Smith

Όλα  αυτά  φαίνονται  αρκετά  ανώδυνα.  Αλλά  τώρα,  ας  προσπαθήσουμε  να  τα  προσαρμόσουμε  στον  κόσμο  τον  οποίο  οραματιζόταν  ο  Ricardo  και  οι  δυσάρεστες  επιπτώσεις θα γίνουν αμέσως φανερές.  Για  τον  Ricardo,  ο  οικονομικός  κόσμος  είχε  την  τάση  να  επεκτείνεται  συνεχώς.  Καθώς  συσσώρευαν  χρήματα,  οι  καπιταλιστές  έχτιζαν  νέα  καταστήματα  και  εργοστάσια. 

Έτσι  αυξανόταν η ζήτηση για εργάτες. Αυτό ανέβαζε τους μισθούς αλλά μόνο προσωρινά, διότι  οι καλύτεροι μισθοί γρήγορα έβαζαν σε πειρασμό τα ασυμμάζευτα τάγματα των εργατών,  οι  οποίοι  ήθελαν  να  προσφέρουν  στους  εαυτούς  τους  τις  απατηλές  απολαύσεις  της  «οικιακής κοινωνίας» και ακύρωναν έτσι το πλεονέκτημά τους πλημμυρίζοντας την αγορά  με  περισσότερους  εργάτες.  Αλλά  εδώ  είναι  που  ο  κόσμος  του  Ricardo  απομακρύνεται  απότομα  από  τις  ελπιδοφόρες  προοπτικές  του  Adam  Smith. 

Καθώς  αυξανόταν  ο  πληθυσμός,  έλεγε  ο  Ricardo,  θα  γινόταν  απαραίτητο  να  διευρυνθούν  τα  όρια  των  καλλιεργειών  ακόμα  περισσότερο.  Περισσότερα  στόματα  θα  απαιτούσαν  περισσότερα  σιτηρά  και  περισσότερα  σιτηρά  θα  απαιτούσαν  περισσότερα  χωράφια.  Και  είναι  πολύ  φυσικό  ότι  τα  νέα  χωράφια,  όταν  θα  καλλιεργούνταν,  δεν  θα  αποδεικνύονταν  το  ίδιο  παραγωγικά  μ’  αυτά  τα  οποία  ήδη  καλλιεργούνταν,  διότι  μόνο ένας  ανόητος  αγρότης  δεν  θα είχε ήδη χρησιμοποιήσει το καλύτερο έδαφος που είχε στη διάθεσή του. 

Έτσι, καθώς ο αυξανόμενος πληθυσμός απαιτούσε να καλλιεργηθεί μια όλο και μεγαλύτερη  έκταση γης, το κόστος παραγωγής των σιτηρών θα μεγάλωνε. Το ίδιο θα συνέβαινε και με  την τιμή πώλησης των σιτηρών, το ίδιο θα συνέβαινε και με την πρόσοδο των κτηματιών με  τα  καλύτερα  κτήματα.  Αλλά,  εκτός  από  την  πρόσοδο,  θα  αυξάνονταν  και  οι  μισθοί.  Διότι,  καθώς  τα  σιτηρά  γίνονταν  όλο  και  πιο  δαπανηρά  στην  παραγωγή  τους,  ο  εργάτης  θα  έπρεπε να πληρώνεται περισσότερο για να μπορεί να αγοράζει το ξεροκόμματο που θα τον  κρατούσε στη ζωή. 

Και τώρα δείτε την τραγωδία. Ο καπιταλιστής ‐ο κατ’ εξοχήν υπεύθυνος για την πρόοδο της  κοινωνίας‐ υφίσταται πιέσεις από δύο πλευρές. Πρώτον, αυξάνονται οι μισθοί που πρέπει  να  πληρώσει,  αφού  ακριβαίνει  το  ψωμί.  Δεύτερον,  οι  μεγαλοκτηματίες  κερδίζουν  πολύ  περισσότερα  αφού  ανεβαίνουν  οι  πρόσοδοι  για  τα  καλά  χωράφια,  καθώς  όλο  και  χειρότερης  ποιότητας  γη  δίνεται  προς  καλλιέργεια.  Και  καθώς  αυξάνεται  το  μερίδιο  του  γαιοκτήμονα  στους  καρπούς  της  κοινωνίας,  υπάρχει  μόνο  μια  τάξη  που  μπορεί  να  παραγκωνιστεί ‐ η καπιταλιστική.  Πόσο  διαφορετικό  ήταν  αυτό  το  συμπέρασμα  από  τη  φαντασμαγορική  πρόοδο  του  Adam  Smith!  Στον  κόσμο  του Adam  Smith  βελτιωνόταν  η  θέση  όλων  καθώς  ο  καταμερισμός  της  εργασίας  αυξανόταν  και  έκανε  την  κοινότητα  πιο  εύπορη. 

Μπορούμε  να  δούμε  τώρα  ότι  αυτό το συμπέρασμα ήταν απόρροια του ότι ο Smith δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τη γη σαν  εμπόδιο  στην  πρόοδο.  Στην  αντίληψη  του  Smith  δεν  υπάρχει  έλλειψη  εύφορου  εδάφους  και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει όριο πέρα απ’ το οποίο οι πρόσοδοι θα αυξάνονταν μαζί με  τον πληθυσμό.  Αντίθετα,  στον  κόσμο  του  Ricardo  μόνο  ο  γαιοκτήμονας  βγαίνει  κερδισμένος.  Ο  εργάτης  είναι καταδικασμένος να ζει αιωνίως στο όριο της επιβίωσης, διότι έτρεχε πίσω από κάθε  αύξηση του μισθού του μαζί μ’ ένα τσούρμο παιδιά κι έτσι εξανεμιζόταν κάθε βελτίωση των  αποδοχών  του.  Ο  καπιταλιστής,  ο  οποίος  εργαζόταν  και  αποταμίευε  και  επένδυε,  ανακαλύπτει  ότι  όλη  αυτή  η  φασαρία  έγινε  για  το  τίποτα:  το  κόστος  των  μισθών  έχει  αυξηθεί και τα κέρδη του έχουν μειωθεί. Όσο για τον γαιοκτήμονα, που δεν έκανε τίποτα  άλλο από το να μαζεύει προσόδους ‐ αυτός καθόταν αναπαυτικά και τις παρακολουθούσε  να αυξάνονται.

Δεν  είναι,  λοιπόν,  να  απορούμε  που  ο  Ricardo  αγωνίστηκε  ενάντια  στους  Νόμους  για  τα  Σιτηρά  και  έδειξε  τα  πλεονεκτήματα  του  ελεύθερου  εμπορίου  στην  εισαγωγή  φθηνών  σιτηρών  στη  Βρετανία.  Ούτε  είναι  απορίας  άξιο  ότι,  επί  τριάντα  χρόνια,  οι  γαιοκτήμονες  πάλεψαν με νύχια και με δόντια για να εμποδίσουν τα φθηνά σιτηρά να μπουν στη χώρα.  Και ήταν απόλυτα φυσικό ότι η νέα τάξη των βιομηχάνων βρήκε στα γραφτά του Ricardo, τη  θεωρία που ταίριαζε ακριβώς στις ανάγκες της. Ήταν αυτοί υπεύθυνοι για τους χαμηλούς  μισθούς;

Όχι, διότι έφταιγε η άγνοια του εργάτη που τον έκανε να αυξάνει τον πληθυσμό  της τάξης του. Ήταν αυτοί υπεύθυνοι  για την πρόοδο της  κοινωνίας;  Ναι, αλλά σε τι τους  ωφελούσε  να  αναλίσκουν  τις  δυνάμεις  τους  και  να  αποταμιεύουν  τα  κέρδη  τους  για  να  έχουν ακόμα μεγαλύτερες περιπέτειες στην παραγωγή; Το μόνο που αποκόμιζαν για τους  κόπους  τους  ήταν  η  αμφίβολη  ευχαρίστηση  να  παρακολουθούν  τις  προσόδους  και  τους  μισθούς  να  αυξάνονται,  και  τα  δικά  τους  τα  κέρδη  να  συρρικνώνονται.  Ενώ  αυτοί  οδηγούσαν  την  οικονομική  μηχανή,  ο  γαιοκτήμονας,  καθισμένος  αναπαυτικά  στην  πίσω  θέση, είχε όλες τις απολαύσεις και τις επιβραβεύσεις.

 Πράγματι, κάθε λογικός καπιταλιστής  θα πρέπει να αναρωτιόταν αν αυτή η ιστορία άξιζε τον κόπο.    Και ποιος άλλος θα πεταγόταν να πει ότι ο Ricardo ήταν άδικος προς τους γαιοκτήμονες αν  όχι ο αιδεσιμότατος Malthus!  Ας  μη  λησμονούμε  ότι  ο  Malthus  δεν  ήταν  μόνο  ο  ειδικός  στο  θέμα  του  πληθυσμιακού.  Ήταν πρωτίστως οικονομολόγος, και είχε στην πραγματικότητα αναπτύξει τη «ρικαρντιανή»  θεωρία περί προσόδου πριν ακόμα την υιοθετήσει και επεξεργαστεί ο ίδιος ο Ricardo. Αλλά  ο  Malthus  δεν  έβγαλε  από  τη  θεωρία  του  τα  ίδια  συμπεράσματα  με  το  φίλο  του. 

«Οι  γαιοπρόσοδοι»111,  έλεγε  ο  Malthus  στο  βιβλίο  του  Αρχές  Πολιτικής  Οικονομίας,  το  οποίο  κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά από το αντίστοιχο του Ricardo, «είναι η ανταμοιβή για την  τρέχουσα  γενναιότητα  και  σοφία,  καθώς  επίσης  και  για  την  παλαιότερη  δύναμη  και  πονηρία. Καθημερινά αγοράζεται γη με τους καρπούς της εργατικότητας και του ταλέντου».  «Στην  πραγματικότητα»,  προσθέτει  ο  Malthus  σε  μια  υποσημείωση,  «ο  ίδιος  ο  κύριος  Ricardo είναι γαιοκτήμονας και ένα καλό παράδειγμα του τι εννοώ». 

Δεν ήταν και πολύ πειστικό αντεπιχείρημα. Ο Ricardo δεν απεικόνιζε τον γαιοκτήμονα σαν  μια μορφή του κακού βουτηγμένη στις δολοπλοκίες. Ήξερε πολύ καλά ότι οι γαιοκτήμονες  συχνά  βελτίωναν  την  παραγωγικότητα  της  γης  τους,  παρ’  όλο  που,  όπως  επισήμαινε,  κάνοντας  αυτό  λειτουργούσαν,  για  την  ακρίβεια,  ως  καπιταλιστές.  Αλλά  με  αδιάσειστη  λογική απέδειξε ότι ως ιδιοκτήτες γης, ακόμα κι αν παραμελούσαν τη γη τους, θα κέρδιζαν  οπωσδήποτε από την υψηλότερη τιμή των σιτηρών. Χωρίς να τις έχει επηρεάσει κανείς, οι  δυνάμεις  της  οικονομικής  ανάπτυξης  απλώς  λειτουργούσαν  προσπορίζοντας  έσοδα  στις  τσέπες της τάξης που κατείχε τη γη. 

Δεν  μπορούμε  να  σταματήσουμε  εδώ  για  να  παρακολουθήσουμε  όλες  τις  παραλλαγές  αυτής της αντιπαράθεσης. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι οι ολέθριες  επιπτώσεις της  προσόδου  τις  οποίες  οραματίστηκε  ο  Ricardo  ποτέ  δεν  συνέβησαν.  Διότι  οι  βιομήχανοι  έκαμψαν  τελικά  την  αντίσταση  των  γαιοκτημόνων  και  κατάφεραν  να  εξασφαλίσουν  την  εισαγωγή  φθηνών  τροφίμων!  Οι  πλαγιές  των  λόφων  πάνω  στις  οποίες,  την  εποχή  του  Ricardo,  είχαν  επεκταθεί  ανησυχητικά  οι  σιτοβολώνες,  μέσα  σε  λίγες  δεκαετίες  ξανάγιναν  βοσκοτόπια.  Εξίσου  σημαντικό  ήταν  ότι  ο  πληθυσμός  ποτέ  δεν  αυξήθηκε  τόσο  γρήγορα,  ώστε να  εξαντλήσει τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας. Διότι η ρικαρντιανή  θεωρία  λέει ότι η πρόσοδος προέρχεται από ανισότητες μεταξύ της καλύτερης και χειρότερης γης.  Προφανώς, αν το πρόβλημα του υπερπληθυσμού είναι υπό έλεγχο, αυτή η διαφορά δεν θα αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα έσοδα από την πρόσοδο να προσλάβουν κοινωνικά  ανησυχητικές  διαστάσεις. 

Αλλά  σκεφθείτε  για  λίγο  την  κατάσταση  εάν  η  Βρετανία  ήταν  σήμερα  αναγκασμένη  να  θρέψει  έναν  πληθυσμό,  ας  πούμε,  εκατό  εκατομμυρίων,  αποκλειστικά από την ντόπια παραγωγή. Και φανταστείτε να μην είχαν ποτέ καταργηθεί οι  Νόμοι  για  τα  Σιτηρά.  Υπάρχει  καμιά  αμφιβολία  ότι  η  εικόνα  του  Ricardo,  μιας  κοινωνίας  κυριαρχούμενης  από  γαιοκτήμονες  θα  ήταν  μια  ανατριχιαστική  πραγματικότητα;  Το  πρόβλημα  της  προσόδου  έχει  γίνει  ένα  δευτερεύον  ακαδημαϊκό  πρόβλημα  στο  σύγχρονο  Δυτικό κόσμο. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει επειδή η ανάλυση του Ricardo ήταν λανθασμένη. 

Έχουμε γλιτώσει από το δίλημμα του  Ricardo μόνο διότι ο ρυθμός της βιομηχανικής ζωής  μάς  έχει  σώσει  από  τη  μαλθουσιανή  μάστιγα.  Η  βιομηχανοποίηση  δεν  έβαλε  μόνο  φρένο  στις γεννήσεις, αλλά έχει αυξήσει απίστευτα τη δυνατότητά μας να αποκτούμε τροφή απ’  τη γη που έχουμε στη διάθεσή μας.  Στο μεταξύ, ο Malthus βρήκε άλλον ένα λόγο για ανησυχία. Ανησυχούσε για την πιθανότητα  αυτού  που  αποκαλούσε  «γενικός  κορεσμός»  ‐  μια  πλημμυρίδα  εμπορευμάτων  χωρίς  αγοραστές.  Μια τέτοια σκέψη δεν είναι καθόλου άγνωστη σε μας αλλά φαινόταν τελείως ανόητη στον  Ricardo.  Η  Αγγλία  είχε  αναστατώσεις  στο  εμπόριο,  αλλά  όλα  αυτά  φαίνονταν  ότι  μπορούσαν να αποδοθούν σε κάποια συγκεκριμένη αιτία ‐ τη χρεοκοπία κάποιας τράπεζας  ή κάποια έκρηξη ανεπιθύμητης κερδοσκοπίας ή κάποιο πόλεμο.

Ακόμα, για το μαθηματικό  μυαλό  του  Ricardo,  η  πιθανότητα  ενός  γενικού  «κορεσμού»  μπορούσε  να  αποδειχτεί  ότι  ήταν λογικά αδύνατη. Επομένως, δεν μπορούσε να συμβεί ποτέ.  Η απόδειξη του Ricardo είχε ανακαλυφτεί από έναν νεαρό Γάλλο που λεγόταν Jean‐Baptiste  Say. Ο Say είχε δύο πολύ απλές προτάσεις. Πρώτον, πίστευε ότι η επιθυμία για αγαθά ήταν  αστείρευτη.  Η  επιθυμία  για  τροφή  μπορούσε  να  περιοριστεί  από  τη  χωρητικότητα  του  στομάχου  του  ανθρώπου,  όπως  είχε  πει  ο  Adam  Smith,  αλλά  η  επιθυμία  του  για  ρούχα,  έπιπλα,  χλιδή  και  στολίδια  φαινόταν  ανυπολόγιστα  μεγάλη.  Αλλά  δεν  ήταν  ανυπολόγιστα  μεγάλη  μόνο  η  ζήτηση,  υποστήριζε  ο  Say,  αλλά  και  η  δυνατότητα  για  αγορές  ήταν  επίσης  εγγυημένη. 

Διότι  κάθε  αγαθό  που  παραγόταν  κόστιζε  κάτι  ‐  και  κάθε  κόστος  ήταν  το  εισόδημα  κάποιου  ανθρώπου.  Ό,τι  κι  αν  ήταν  αυτό  το  κόστος  ‐μισθοί,  γαιοπρόσοδοι  ή  κέρδη‐  η  τιμή  πώλησής  του  προσθέτονταν  στο  εισόδημα  κάποιου.  Έτσι  πώς  θα  μπορούσε  να  προκύψει  ένας  γενικός  κορεσμός;  Η  ζήτηση  για  αγαθά  υπήρχε,  και  τα  εισοδήματα  για  την  αγορά  τους  επίσης  υπήρχαν.  Μόνο  προσωρινοί  κακοί  υπολογισμοί  θα  μπορούσαν  να  εμποδίσουν την αγορά από το να βρει τους απαραίτητους αγοραστές για να ξεπουλήσει τα  εμπορεύματά της.  Αλλά  ενώ  ο  Ricardo  δεχόταν  ότι  έτσι  φαινόταν  να  έχουν  τα  πράγματα,  ο  Malthus  το  απέρριπτε. Δεν ήταν όμως εύκολο να αποδυναμώσεις αυτό το επιχείρημα, διότι φαινόταν  λογικά  ακαταμάχητο.  Αλλά  ο  Malthus  έψαξε  πίσω  απ’  τη  διαδικασία  ανταλλαγής  των  αγαθών με τα εισοδήματα, και του κατέβηκε μια περίεργη ιδέα. 

 Ως «γενικός κορεσμός» αποδίδεται ο όρος «general glut», που στη συγκεκριμένη περίπτωση  αναφέρεται σε μια κατάσταση γενικευμένης υπερβάλλουσας προσφοράς εμπορευμάτων σε όλες ή  τις περισσότερες αγορές της οικονομίας. Το επιχείρημα που περιγράφεται παρακάτω αποτελεί τη  βάση των θεωριών οικονομικής κρίσης που έχουν σαν κύρια αιτία την υποκατανάλωση ή την έλλειψη  επαρκούς ενεργούς ζήτησης

D.Ricaedo by Thomas Phillips, oil on canvas, circa 1821

 Και  πάλι,  για  το  σύγχρονο  κόσμο,  αυτό  το  επιχείρημα  φαίνεται  σαν  μια  ανησυχητικά  πρόσφορη  γραμμή  έρευνας.  Αλλά  για  τον  Ricardo,  δεν  ήταν  παρά  ανοησίες.  «Ο  κύριος  Malthus ποτέ δεν φαίνεται να θυμάται ότι το να αποταμιεύεις σημαίνει να ξοδεύεις, με τον  ίδιο  ακριβώς  τρόπο  που  αυτός  εννοεί  το  να  ξοδεύεις»,  γράφει  ο  Ricardo  σε  ένα  επιτιμητικό σημείωμα. Μ’ αυτό εννοούσε ότι του ήταν αδιανόητο ότι κάποιος μπορούσε να  μπαίνει στον κόπο να αποταμιεύει τα κέρδη του για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από το  να  θέλει  να  τα  ξοδέψει  για  μεγαλύτερο  εργατικό  δυναμικό  και  περισσότερο  εξοπλισμό,  έχοντας ως στόχο να επιτύχει ακόμα μεγαλύτερα κέρδη.  Αυτό  έφερε  τον  Malthus  σε  δύσκολη  θέση.

 Όπως  και  ο  Ricardo,  πίστευε  ότι  το  να  αποταμιεύεις σημαίνει να ξοδεύεις ‐ για βιομηχανικούς σκοπούς, φυσικά. Παρ’ όλα αυτά,  φαινόταν  να  υπάρχει  κάτι  στο  επιχείρημά  του,  αρκεί  να  μπορούσε  να  το  εντοπίσει.  Αλλά  δεν  τα  κατάφερε  ποτέ.  Έγραφε,  για  παράδειγμα,  για  να  αποδείξει  ότι  η  συσσώρευση  δεν  ήταν και τόσο ουσιώδης όσο πίστευε ο Ricardo:  Πολλοί έμποροι έχουν κάνει περιουσία παρ’ όλο που, κατά τη διάρκεια της απόκτησης αυτής της περιουσίας, δεν πέρασε σχεδόν ούτε μία χρονιά στην οποία να μην αύξησαν μάλλον παρά να μείωσαν τα έξοδά τους για αντικείμενα χλιδής, απόλαυσης και σπατάλης.

Σε απάντηση ο Ricardo έκανε το ακόλουθο καυστικότατο σχόλιο:  Αλήθεια είναι αυτό, αλλά ένας άλλος έμπορος ο οποίος θα απέφευγε τα αυξημένα έξοδα για αντικείμενα χλιδής, απόλαυσης και σπατάλης, με τα ίδια κέρδη θα γινόταν πλούσιος γρηγορότερα από τον πρώτο.

Ο  καημένος  ο  Malthus!  Ποτέ  δεν  έβγαινε  κερδισμένος  απ’  αυτές  τις  αψιμαχίες.  Τα  επιχειρήματα  του  ήταν  μπερδεμένα,  όπως  μάλλον  το  αντιλαμβανόταν  κι  ο  ίδιος.  Κάποτε  έγραψε:  «Έχω  τόσο  μεγάλη  εκτίμηση  για  τα  χαρίσματα  του  κ.  Ricardo  ως  πολιτικού  οικονομολόγου  και  τέτοια  ακλόνητη  πεποίθηση  στην  απόλυτη  ειλικρίνειά  του  και  αγάπη  για  την  αλήθεια,  ώστε  παραδέχομαι  ευθέως  ότι  μερικές  φορές  έχω  νιώσει  σχεδόν  να  παραπαίω από την αυθεντία του ενώ δεν έχω πειστεί από την επιχειρηματολογία του».  Δυστυχώς  για  τις  επερχόμενες  γενιές,  ο  Malthus  δεν  μπόρεσε  ποτέ  να  κάνει  τα  δικά  του  επιχειρήματα  σαφή  ή  απολύτως  κατανοητά.  Διότι  σκόνταφτε  σε  ένα  φαινόμενο  το  οποίο  μια  μέρα  θα  απορροφούσε  αποκλειστικά  την  προσοχή  των  οικονομολόγων  ‐το  πρόβλημα  της  οικονομικής  άνθησης  και  ύφεσης‐  ενώ  ο  Ricardo  είχε  απορροφηθεί  από  το  τελείως  διαφορετικό πρόβλημα της κατανομής. Για τον Malthus, το ζήτημα ήταν το πολύ σημαντικό  ερώτημα του «Πόσα υπάρχουν;». Για τον Ricardo υπήρχε το εκρηκτικό ζήτημα του «Ποιος  παίρνει  τι;». 

Δεν  είναι,  λοιπόν,  ανεξήγητο  ότι  διαφωνούσαν  τόσο  ριζικά.  Μιλούσαν  για  τελείως  διαφορετικά  πράγματα.  Μένει  να  απαντηθεί  ένα  τελευταίο  ερώτημα:  Πώς  μπορούμε να εξηγήσουμε την αλλαγή στο όραμα και την ανάλυση που χωρίζει τον Malthus  και  τον  Ricardo  από  τον  Adam  Smith;  Η  απάντηση  μάς  λέει  κάτι  για  τη  διαδικασία  με  την  οποία η πρώτη ύλη της αντίληψης μετατρέπεται σε αρχιτεκτονική της σκέψης. Είναι αρκετά  περίεργο  ότι,  παρά  τις  εντυπωσιακές  διαφορές  στις  αναλύσεις  τους  ‐τις  προσδοκίες  τους  και τις υποδείξεις τους‐ σε ένα βασικό επίπεδο το όραμα του Malthus και του Ricardo δεν  έχει θεμελιώδεις διαφορές από το όραμα του Smith!  Τι  ήταν  αυτό  το  βασικό  όραμα;  Ήταν  μια  θεώρηση  της  «κοινωνίας»  ως  ενός  μεγάλου  κοινωνικού  μηχανισμού  που  κινητοποιείται  από  την  προτεραιότητα  της  επιδίωξης  του  κέρδους,  που  ελέγχεται  από  τις  πανταχού  παρούσες  πιέσεις  του  ανταγωνισμού,  και  που  φροντίζει να δίνει στην κυβέρνηση τη σφαίρα των αρμοδιοτήτων της και να την περιορίζει μέσα  σ’  αυτή  τη  σφαίρα.  Πώς,  λοιπόν,  κατέληξαν  σε  τόσο  διαφορετικά  συμπεράσματα; 

Χωρίς  αμφιβολία,  η  προσωπικότητα  έπαιξε  το  ρόλο  της  ‐  πάντα  παίζει  κάποιο  ρόλο.  Υπάρχει,  ωστόσο,  μια  διαφορετική  εξήγηση  που  βασίζεται  σε  κάτι  πιο  ουσιώδες.  Έχει  να  κάνει  με  διαφορές  στη  λειτουργία  της  κοινωνίας  όπως  την  παρατήρησε  ο  Smith,  σε  σύγκριση  με  τη  λειτουργία  που  παρατήρησαν  ο  Malthus  και  ο  Ricardo.  Οι  διαφορές  έγκεινται  όχι  στα  αντίστοιχα  κίνητρα  για  το  κέρδος  ή  το  ρόλο  της  αγοράς  ή  τη  θέση  της  κυβέρνησης  ‐  αυτά  ήταν  τα  ίδια  και  για  τους  τρεις. 

Πηγάζουν  από  τις  μεταβολές  στις  επιπτώσεις της τεχνολογίας.  Για τον Smith, αυτές οι επιπτώσεις αντιπροσωπεύονται από τον καταμερισμό της εργασίας.  Θυμόμαστε  την  ενθουσιώδη  εκτίμηση  του  Smith,  ανάμικτη  με  κάποιες  κοινωνικές  ανησυχίες,  ως  προς  την  επίδραση  αυτής  της  μεταβολής  στην  παραγωγή  ενός  δεδομένου  προϊόντος,  όπως  οι  καρφίτσες.  Θυμόμαστε,  όμως,  επίσης  ότι  δεν  υπάρχει  τίποτα  στην  εκτίμηση  του  Smith  που  να  λέει  ότι,  άπαξ  και  ο  καταμερισμός  της  εργασίας  είχε  κάνει  τα  θαύματά  του  στην  κατασκευή  κάποιου  προϊόντος,  θα  επεκτεινόταν  και  σε  νέα  προϊόντα  ‐  υφάσματα, προϊόντα σιδήρου και ποιος ξέρει τι άλλο.

Αυτός είναι ένας τεχνολογικός λόγος  που μια χώρα η οποία έχει εξασφαλίσει την «πλήρη ποσότητα πλούτου» της, στη συνέχεια  θα περάσει σε στασιμότητα ή και κάμψη.  Η αναδυόμενη βιομηχανική τεχνολογία που ήταν γνωστή στον Malthus και τον Ricardo μισό  αιώνα  αργότερα,  δεν  συνοδευόταν  από  τέτοιες  περιορισμένες  προοπτικές.  Η  κλωστική  μηχανή,  η  ατμομηχανή,  οι  νέες  δυνατότητες  κατεργασίας  του  σιδήρου  έγινε  αμέσως  αντιληπτό  ότι  άνοιγαν  νέους  δρόμους  οικονομικής  ανάπτυξης.  Με  αυτά  ακυρώθηκε  η  άποψη του Smith για πεπερασμένες δυνατότητες επέκτασης ‐ και μαζί μ’ αυτά ήρθε και ένα  προμήνυμα  νέων  προβλημάτων  που  προέρχονταν  απ’  αυτή  την  ίδια  προοπτική.  Αν  μη  τι  άλλο,  η  αύξηση  του  πληθυσμού  έπαιρνε  πια  μια  πολύ  πιο  απειλητική  διάσταση  καθώς  η  οικονομική επέκταση στερούνταν το φρένο των περιορισμένων δυνατοτήτων.  Με τον ίδιο  τρόπο, οι πιο επεκτατικές προοπτικές για βιομηχανική οικονομική ανάπτυξη συνεπάγονταν,  επίσης, τον ακόμα μεγαλύτερο πλουτισμό του γαιοκτήμονα. Έτσι, είναι ευλογοφανές ότι ο  πλήρης προβλημάτων χαρακτήρας των οικονομικών του Malthus και του Ricardo μπορεί να  αποδοθεί  στις  αναλυτικές  συνέπειες  της  μεταβολής  στο  όραμα  που  επιβλήθηκε  από  τη  διεύρυνση των τεχνολογικών οριζόντων.  

 Πώς  μπορούμε  να  συνοψίσουμε  τη  συνεισφορά  των  δύο  κεντρικών  μορφών  αυτού  του  κεφαλαίου,  που  ταυτόχρονα  έμοιαζαν  σε  τόσα  επίπεδα  αλλά  και  τόσο  πολύ  διέφεραν  σε  άλλα;  Το  δώρο  του  Ricardo  στην  ανθρωπότητα  ήταν  απλό.  Παρουσίασε  έναν  κόσμος  απογυμνωμένο  στα  εξ  ων  συνετέθη  και  ανοιχτό  στον  καθένα  για  να  τον  εξετάσει:  ο  μηχανισμός  ήταν  πια  εκτεθειμένος.  Στην  ίδια  του  την  εξωπραγματικότητα  βρισκόταν  η  δύναμή  του,  διότι  η  γυμνή  δομή  ενός  εξαιρετικά  απλοποιημένου  κόσμου  όχι  μόνο  αποκάλυπτε  τους  νόμους  της  προσόδου  αλλά  επίσης  αποσαφήνιζε  ζωτικά  ζητήματα  εξωτερικού  εμπορίου,  χρήματος,  φορολογίας  και  οικονομικής  πολιτικής. 

Με  το  να  κατασκευάσει  ένα  μοντέλο  του  κόσμου,  ο  Ricardo  έδωσε  στην  οικονομική  επιστήμη  το  δυνατό  εργαλείο  της  αφαίρεσης  ‐  ένα  εργαλείο  που  είναι  απαραίτητο  αν  θέλουμε  να  διαπεράσουμε τον περισπασμό της καθημερινής ζωής και να κατανοήσουμε το μηχανισμό  που λειτουργεί από πίσω. Ασφαλώς, όπως είπαν κάποιοι παρατηρητές εκείνης της εποχής,  το  εργαλείο  της  αφαίρεσης  μπορούσε  επίσης  να  χρησιμοποιηθεί  για  να  αγνοηθούν  δυσάρεστα  γεγονότα  και  συμπεριφορές  που  δεν  είναι  πάντα  «ορθολογικές»  ‐  ένα πρόβλημα  που  έγινε  γνωστό  ως  το  «Πρόβλημα  του  Ricardo». 

Παρ’  όλα  αυτά,  στην  αφαιρετική  ικανότητα  του  Ricardo  οφείλουμε  την  απαίτηση  των  οικονομικών  να  θεωρηθούν  επιστήμη.  Ίσως,  σ’  αυτή  την  τάση  του  για  υπεραπλούστευση  να  οφείλεται  επίσης το κηλιδωμένο μητρώο των οικονομικών ως επιστήμης.  Ο Malthus δεν κατάφερε ποτέ να χτίσει έναν αφηρημένο κόσμο, κι έτσι η μακροπρόθεσμη  ακαδημαϊκή  συμβολή  του  είναι  μικρότερη.  Αλλά  επισήμανε  το  τρομερό  πρόβλημα  του  υπερπληθυσμού, και αυτό ήταν αρκετό για να ζει ακόμα το όνομά του. Και διαισθάνθηκε,  έστω  κι  αν  δεν  μπορούσε  να  το  εξηγήσει,  το  πρόβλημα  της  γενικής  ύφεσης,  το  οποίο  θα  απασχολούσε τους οικονομολόγους έναν αιώνα μετά από την εμφάνιση του βιβλίου του. 

Πάντως, κάνοντας μια ανασκόπηση, ίσως η κύρια συνεισφορά αυτών των δύο να βρίσκεται  έξω από τα ειδικότερα επιτεύγματά τους. Διότι, χωρίς καθόλου να το επιδιώξουν, ο Malthus  και  ο  Ricardo  έκαναν  κάτι  εκπληκτικό.  Άλλαξαν  την  οπτική  της  εποχής  τους  από  την  αισιοδοξία  στην  απαισιοδοξία.  Δεν  ήταν  πλέον  δυνατόν  να  ατενίζει  κανείς  το  σύμπαν  του  ανθρώπινου  είδους  ως  ένα  στίβο  στον  οποίο  οι  φυσικές  δυνάμεις  της  κοινωνίας  θα  έφερναν αναπόφευκτα μια ζωή καλύτερη για όλους. Αντίθετα, εκείνες οι φυσικές δυνάμεις  που  κάποτε  φαίνονταν  τελεολογικά  σχεδιασμένες  να  φέρουν  αρμονία  και  ειρήνη  στον  κόσμο,  τώρα  φαίνονταν  μοχθηρές  και  απειλητικές.

 Αν  η  ανθρωπότητα  δεν  στέναζε  κάτω  από μια πλημμύρα πεινασμένων στομάτων, φαινόταν ότι μπορεί να υπέφερε κάτω από μια  πλημμύρα εμπορευμάτων χωρίς αγοραστές. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα μιας  μακροχρόνιας πάλης για πρόοδο θα ήταν μια ζοφερή κατάσταση, όπου ο εργάτης μόλις και  μετά  βίας  θα  φυτοζωούσε,  ενώ  του  καπιταλιστή  θα  του  υπέκλεπταν  τους  κόπους  του  και  μόνον ο κτηματίας θα μπορούσε να θριαμβολογεί.  Μάλιστα, εδώ υπάρχει ακόμα ένα κοινό στοιχείο στα οράματα του Smith, του Malthus και  του Ricardo, εκτός από τη δομή που θα ονομάζαμε καπιταλιστική οικονομία. Ήταν το όραμα  της  εργατικής  τάξης  ως  μιας  τάξης  κατ’  ουσίαν  παθητικής. 

Σε  κανέναν  από  τους  τρεις  δεν  υπάρχει η υποψία ότι οι εργαζόμενοι φτωχοί θα διανοούνταν ποτέ να επιφέρουν αλλαγές  στο σύστημα ‐ πολύ λιγότερο, να χτίσουν ένα νέο δικό τους σύστημα. Αλλά αυτό μάς φέρνει  στο  επόμενο  κεφάλαιο,  όπου  θα  παρακολουθήσουμε  ένα  νέο  όραμα  να  καθοδηγεί  την  πορεία της φιλοσοφίας του υλικού κόσμου.

Σχετικα αρθρα

Τι καταβάλλεται από Υπ. Εργασίας, ΟΑΕΔ και e-ΕΦΚΑ έως τις 5 Μαρτίου

admin

Το αμείλικτο σύστημα του Karl Marx

admin

Αποκλειστικό MEGA : Πότε και πώς θα δοθεί το voucher των 200 ευρώ σε 560.000 νέους

admin

Οικονομία σε τεντωμένο σχοινί: Σε 60 ημέρες κρίνονται έξοδος στις αγορές και… ο λογαριασμός

admin

Τη μεγαλύτερη έξοδο εργαζομένων προκάλεσε η πανδημία στη Βρετανία

admin

Berkshire Hathaway: Η εταιρεία του Μπάφετ ξόδεψε $24,7 δισ. για επαναγορά μετοχών της

admin

Μπάιντεν προς Γερουσία: Γρήγορη έγκριση του πακέτου των 1,9 δισ. – «Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο»

admin

Πανδημική Κρίση και Τουρισμός:Οικονομικός Αντίκτυπος & Προοπτικές

admin

Στ. Καλαφάτης: Τα χρονοδιαγράμματα στα μεγάλα έργα της Θεσσαλονίκης τηρούνται στο ακέραιο

admin

ΚΕΠΕ: Διατηρείται η αβεβαιότητα για την πορεία της αγοράς

admin

Δήμος Ρεθύμνου: Προχωρά η δημοπράτηση έργων προϋπολογισμού 5 εκατ. ευρώ

admin

Τέλη κυκλοφορίας : Παράταση μέχρι τη Δευτέρα 1η Μαρτίου η προθεσμία πληρωμής

admin