Το αναμενόμενο αντανακλαστικό όλων μας είναι την επόμενη του τέλος της πανδημίας (ή τέλος πάντων του περάσματος στη φάση όπου θα μπορούμε να «ζούμε με τον ιό» χωρίς πολλά περιοριστικά μέτρα) θα είναι μια συνθήκη συλλογικής ευφορίας καθώς θα μπορούμε να ζούμε «κανονικά» ενώ θα υπάρξει και αντιστροφή των σημερινών αρνητικών οικονομικών τάσεων.

Από κάποιες πλευρές δεν είναι παράλογο να σκεφτόμαστε έτσι. Αρκεί να σκεφτούμε ότι όντως πλευρές της ζωής μας θα είναι καλύτερες, ενώ θα υπάρξει και μια ανάκαμψη της οικονομίας, έστω και εάν θα χρειαστεί αρκετός χρόνος μέχρι την επιστροφή στα προ πανδημίας επίπεδα.

Όμως, εάν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά θα δούμε ότι η επόμενη μέρα της πανδημίας θα φέρει κοινωνίες και πολιτικά συστήματα αντιμέτωπα με κρίσιμα ανοιχτά μέτωπα και προκλήσεις. Από  την αναμέτρηση με το ερώτημα μιας οικονομικής πολιτικής που όχι απλώς να οδηγεί σε ανάκαμψη αλλά και σε μια μεσοπρόθεσμη ανοδική δυναμική, μέχρι ανοιχτές κοινωνικές πληγές όπως ο ρατσισμός ή οι ανισότητες, τα παραδείγματα είναι πολλά.

Την ίδια στιγμή, δεν πρέπει να ξεχνάμε μια βασική παράμετρο: το «πρώτο κύμα» της πανδημίας σφραγίστηκε από ένα γενικό κλίμα συστράτευσης των κοινωνιών και λίγο πολύ υποστήριξης των μέτρων που ελήφθησαν.

Όμως, στο «δεύτερο κύμα» σε αρκετές χώρες το κλίμα είναι διαφορετικό. Υπάρχει μεγαλύτερη κούραση από τις οικονομικές, κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις των μέτρων, μεγαλύτερη δυσπιστία απέναντι στις διαβεβαιώσεις ότι τα πράγματα πάνε καλύτερα και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια απέναντι στις κυβερνήσεις.

Αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον στο ευρωπαϊκό τοπίο η επόμενη μέρα της πανδημίας θα σημαίνει ένταση των φαινομένων πολιτικής κρίσης.

Ιταλία: η τραυματισμένη κυβέρνηση Κόντε

Η Ιταλία ούτως ή άλλως ήταν μια χώρα όπου η σημερινή κυβέρνηση προέκυψε ύστερα από την κρίση του προηγούμενου κυβερνητικού συνασπισμού (της αντιφατικής συμμαχίας ανάμεσα στο Κίνημα των 5 Αστεριών και την ακροδεξιά Λέγκα, που με τη σειρά της ήταν ένδειξη μιας συνολικότερης κρίσης και μετάβασης του ιταλικού πολιτικού συστήματος).

Μόνο που φάνηκε ότι και εδώ η πολιτική κρίση ήταν ενεργή. Η κυβέρνηση επιβίωσε, παρά την αποστασία Ρέντσι και χάρη σε ορισμένες μετατοπίσεις πολιτικών από άλλα κόμματα, αλλά δεν παύει να είναι μια επισφαλής κυβέρνηση, που στηρίζεται σε δύο κόμματα που πριν ήταν αντίπαλα, της οποίας ο πρωθυπουργός δεν έχει δικό του πολιτικό σχηματισμό και η οποία είναι εξαιρετικά ευάλωτη σε κοινοβουλευτικούς χειρισμούς που θα οδηγούσαν την κατάρρευσή της. Άλλωστε, ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλα έδωσε στον Κόντε προθεσμία να δείξει ότι όντως έχει μια βιώσιμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Το παράδοξο είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μία κυβέρνηση ο πρωθυπουργός της οποίας κατάφερε να πετύχει το βασικό σκοπό του που ήταν ένα σχετικά γενναίο πακέτο από τη μεριά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άλλωστε, στην επιβίωση της κυβέρνησής του έπαιξε ρόλο και η σαφής υποστήριξη που είχε από τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ο Μάριο Μόντι, πρώην πρωθυπουργός και νυν γερουσιαστής το είπε καθαρά: η ψήφος του υπέρ της κυβέρνησης έλαβε υπόψη της και «τη διεθνή γνώμη».

Προφανώς, όλα αυτά έχουν να κάνουν και με πολιτικές φιλοδοξίες, που σε έναν κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο όπως το ιταλικό αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα, όμως αφορούν και την επίγνωση μιας αναντιστοιχίας ανάμεσα σε πολιτικό σύστημα και την κοινωνία, μια αδυναμία να μεταφράζονται οι κοινωνικές δυναμικές σε πολιτικά σχέδια.

Αυτό φυσικά δεν ακυρώνει την κυνική επιδίωξη π.χ. του Σαλβίνι να διεκδικήσει να είναι η ακροδεξιά απάντηση (αν και βλέπει την Forza Italia να διεκδικεί ξανά μερίδιο στη συνολική ψήφο της δεξιάς), ή την προσπάθεια άλλων κέντρων να προωθήσουν ξανά την ιδέα κυβερνήσεων πιο προσηλωμένων στη δημοσιονομική πειθαρχία, μέσα από τα σενάρια για κάθοδο του Μάριο Ντράγκι στην ενεργό πολιτική.

Σε κάθε περίπτωση μια κατάσταση που απέχει από το να έχει σταθεροποιηθεί.

Η Γερμανία ετοιμάζεται για τη μετά-Μέρκελ εποχή

Η Γερμανία ετοιμάζεται για εκλογές με την πιο δημοφιλή πολιτικό να μην πρόκειται να είναι υποψήφια και τη χώρα να προσπαθεί να προβλέψει προς τα πού θα πάει το πολιτικό σκηνικό.

Σε πρώτη φάση, όλα δείχνουν ότι η Άνγκελα Μέρκελ έκανε ό,τι μπορούσε ώστε η βασική πολιτική κατεύθυνση να μην αλλάξει. Η εκλογή του εκλεκτού της Άρμιν Λάσετ στην ηγεσία της CDU, σηματοδοτεί ότι δεν πρόκειται να υπάρξει μια αλλαγή πολιτικής της Χριστιανοδημοκρατίας, όποια και εάν είναι η τελική επιλογή υποψηφιότητας για την καγκελαρία στις επερχόμενες εκλογές. Τα στοιχεία από τις δημοσκοπήσεις δείχνουν επίσης ότι η CDU/CSU έχει καταφέρει να έχει ανακτήσει ένα μέρος της δημοσκοπικής δυναμικής της.

Ωστόσο, το τοπίο παραμένει ακόμη ασαφές ως προς τον συνολικό πολιτικό σχηματισμό. Στο βαθμό που οι σοσιαλδημοκράτες εξακολουθούν να μην μπορούν να ανακάμψουν, σε αντίθεση με τους Πράσινους που στην τρέχουσα εκδοχή τους (ενός κεντρώου επί της ουσίας κόμματος με οικολογικές ευαισθησίες) δείχνουν να έχουν δυναμική, το ενδεχόμενο μιας συγκυβέρνησης ανάμεσα σε Χριστιανοδημοκράτες και Πρασίνους φαντάζει υπαρκτό, διαμορφώνοντας ένα νέο τοπίο, με πλευρές του να είναι δύσβατες (για παράδειγμα η δύσκολη συνεννόηση ως προς τα ορυκτά καύσιμα).

Και βέβαια υπάρχει πάντα το ερώτημα εάν και σε ποιο βαθμό η ακροδεξιά AfD θα προσπαθήσει να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη θέση της, εκμεταλλευόμενη ανάμεσα στα άλλα και τη δυσαρέσκεια ή και δυσπιστία απέναντι στα μέτρα που μέχρι τώρα έχουν εφαρμοστεί (ας μην ξεχνάμε ότι η Γερμανία είναι και μία χώρα όπου έχουν καταγραφεί σχετικά μεγάλες κινητοποιήσεις ενάντια στα περιοριστικά μέτρα).

Γαλλία: ο ορίζοντας των προεδρικών του 2022

Παρότι η Γαλλία ακόμη παλεύει με την πανδημία, προσπαθώντας να καλύψει και τον αρχικό χαμένο χρόνο για τον μαζικό εμβολιασμό, ταυτόχρονα βρίσκεται και στην άτυπη έναρξη της προεκλογικής εκστρατείας για το 2022.

Ο Εμανουέλ Μακρόν που έχει δει κατά περίπτωση τη δημοτικότητα να είναι στάσιμη και στις πρόσφατες τοπικές εκλογές δεν τα πήγε πολύ καλά, ελπίζει να επαναλάβει το σενάριο του 2017. Δηλαδή, να βρεθεί στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών αντιμέτωπος με την ακροδεξιά Μαρίν Λε Πεν και να εκλεγεί εκμεταλλευόμενος ένα πλειοψηφικό ρεύμα αντίθεσης στην ακροδεξιά. Αυτό εξηγεί και την ιδιαίτερη κινητικότητα στον χώρο της κεντροαριστεράς και της αριστεράς, είτε αυτό αφορά τον χώρο των σοσιαλιστών και των οικολόγων (που πήγαν πολύ καλά στα ευρωεκλογές του 2019), είτε το χώρο της Ανυπότακτης Γαλλίας του Μελανσόν. Ένας υποψήφιος της ευρύτερης αριστεράς στον δεύτερο γύρο θα μπορούσε να διεκδικήσει την προεδρία.

Ο ίδιος ο Μακρόν δείχνει προς το παρόν να θέλει να καλύψει τις απώλειες προς τα δεξιά, τόσο με τη ρητορική νόμου και τάξης που έχει υιοθετήσει, όσο και με την όλη συζήτηση για τον νόμο για τον «σεπαρατισμό» που έχει κατηγορηθεί ως «ισλαμοφοβικός».

Όμως, το πιο μεγάλο ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό θα αντανακλασθούν στις εκλογικές δυναμικές όλα αυτά που συνέβησαν στην γαλλική κοινωνία τα τελευταία χρόνια, από το μεγάλο (και πολιτικά «ορφανό») κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» έως την ίδια την εμπειρία της πανδημίας.

-