Image default
Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Τα όνειρα των ουτοπικών σοσιαλιστών (I)

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί ο Malthus και ο Ricardo αντιλαμβάνονταν τον  κόσμο  τους  με  πολύ  σκοτεινά  χρώματα.  Η  Αγγλία  στη  δεκαετία  του  1820  ήταν  πολύ  καταθλιπτικό μέρος για να ζει κανείς∙ είχε βγει θριαμβεύτρια από τη μακρά αντιπαράθεση  στην  ηπειρωτική  Ευρώπη,  αλλά  τώρα  φαινόταν  να  έχει  εμπλακεί  σε  μια  ακόμα  χειρότερη  διαμάχη  στο  εσωτερικό  της.  Όποιος  έκανε  τον  κόπο  να  κοιτάξει,  θα  αντιλαμβανόταν  αμέσως  ότι  το  ραγδαία  αναπτυσσόμενο  εργοστασιακό  σύστημα  δημιουργούσε  έναν  υπέρογκο  λογαριασμό  κοινωνικών  υποχρεώσεων  και  δεν  θα  αργούσε  πολύ  η  ημέρα  απόδοσης λογαριασμού.

 Για  την  ακρίβεια,  μια  εξιστόρηση  των  συνθηκών  που  επικρατούσαν  την  πρώτη  εκείνη  περίοδο  εργασίας  στα  εργοστάσια  είναι  τόσο  φρικιαστική  που  θα  έκανε  κάθε  σύγχρονο  αναγνώστη να ανατριχιάσει. Το 1828, το The Lion, ένα ριζοσπαστικό περιοδικό της εποχής,  δημοσίευσε  την  απίστευτη  ιστορία  του  Robert  Μπλίνκοου,  ενός  από  ογδόντα  παιδιά  φτωχών  που  τα  είχαν  στείλει  να  δουλέψουν  σε  εργοστάσιο  του  Λάουνταμ.  Αγόρια  και  κορίτσια,  όλα  τους  περίπου  δέκα  χρόνων,  υποβάλλονταν  νυχθημερόν  σε  μαστίγωμα,  όχι  μόνο  σαν  τιμωρία  για  το  παραμικρό  σφάλμα  τους,  αλλά  και  για  να  τονώνεται  η  εργατικότητά  τους  όταν  χαλάρωνε. 

Οι  συνθήκες  στο  Λάουνταμ  θα  μπορούσαν  να  θεωρηθούν  ανθρωπιστικές  αν  συγκρίνονταν  με  τις  συνθήκες  σε  εργοστάσιο  του  Λίττον,  όπου  μεταφέρθηκε  μετά  ο  Μπλίνκοου.  Στο  Λίττον  τα  παιδιά  μάλωναν  με  τα  γουρούνια  ποιος θα πρωτοφάει από τις σκάφες∙ τα κλοτσούσαν, τα γρονθοκοπούσαν και ασελγούσαν  σε  βάρος  τους,  ενώ  ο  εργοδότης  τους,  ονόματι  Ellis  Νίντχαμ,  είχε  τη  φρικτή  συνήθεια  να  τρυπά  τα  αφτιά  των  παιδιών  με  τα  νύχια  του.  Ο  επόπτης  του  εργοστασίου  ήταν  ακόμα  χειρότερος: κρεμούσε τον Μπλίνκοου απ’ τους καρπούς πάνω από μια μηχανή έτσι που να  αναγκάζεται να λυγίζει τα γόνατα του και μετά του έβαζε βάρη στους ώμους. Το αγόρι και  οι συνάδελφοί του ήταν σχεδόν γυμνοί μες στο καταχείμωνο και (προφανώς σε μια εντελώς  αδικαιολόγητη σαδιστική χειρονομία) τους λίμαραν τα δόντια!  Χωρίς αμφιβολία, τέτοιες φρικτές κτηνωδίες ήταν η εξαίρεση μάλλον παρά ο κανόνας∙ ίσως  ακόμα  ο  ζήλος  των  μεταρρυθμιστών  να  μεγαλοποίησε  τα  πράγματα.

  Όμως,  ακόμα  κι  αν  υπάρχουν  υπερβολές  σ’  αυτές  τις  αφηγήσεις,  η  ιστορία  υποδηλώνει  ένα  κοινωνικό  κλίμα  στο οποίο οι πιο ανάλγητες και απάνθρωπες ενέργειες γίνονταν αποδεκτές σαν να ήταν η  φυσική  τάξη  των  πραγμάτων  και,  ακόμα  πιο  σημαντικό,  σαν  να  μην  αφορούσαν  κανέναν  άλλο.  Η  εργάσιμη  ημέρα  των  16  ωρών  δεν  ήταν  κάτι  ασυνήθιστο  ‐  οι  εργάτες  βάδιζαν  σκυφτοί στα εργοστάσια στις έξι το πρωί και ακόμα πιο σκυφτοί πίσω στο σπίτι στις δέκα το  βράδυ.  Ο  έσχατος  εξευτελισμός  ήταν  ότι  πολλοί  εργοστασιάρχες  δεν  επέτρεπαν  στους  εργάτες  τους  ούτε  καν  να  έχουν  δικό  τους  ρολόι,  και  το  μοναδικό  ρολόι  εποπτείας  του  εργοστασίου  έδειχνε  την  περίεργη  τάση  να  τρέχει  πιο  γρήγορα  στα  ελάχιστα  λεπτά  που  προβλέπονταν  για  γεύματα.

 Οι  πιο  πλούσιοι  και  διορατικοί  βιομήχανοι  ίσως  να  αποδοκίμαζαν  αυτές  τις  υπερβολές,  αλλά  φαίνεται  ότι  οι  επόπτες  τους  ή  οι  πιεζόμενοι  ανταγωνιστές τους τις έβλεπαν με διαφορετικό μάτι.  Η  φρίκη  των  συνθηκών  εργασίας  δεν  ήταν  ο  μοναδικός  λόγος  για  αναταραχή.  Οι  μηχανές  ήταν  τώρα  στη  μόδα  και  οι  μηχανές  συνεπάγονταν  την  αντικατάσταση  των  εργατικών  χεριών  από  το  ακόμα  πιο  καρτερικό  ατσάλι.  Ήδη  το  1779  ένας  όχλος  από  8.000  εργάτες  επιτέθηκαν σ’ ένα εργοστάσιο και το πυρπόλησαν για να δείξουν την εναντίωσή τους στην  ψυχρή, αδυσώπητη αποτελεσματικότητα των μηχανών.116 Το 1811 παρόμοιες διαμαρτυρίες  εναντίον  της  τεχνολογίας  σάρωναν  την  Αγγλία  από  τη  μια  άκρη  στην  άλλη.117  Η  αγγλική  ύπαιθρος  ήταν  διάστικτη  με  κατεστραμμένα  εργοστάσια  και  γύρω  από  κάθε  ερείπιο  κυκλοφορούσε η  φήμη ότι από ‘κεί «πέρασε ο Νεντ Ludd». Λεγόταν ότι κάποιος Βασιλιάς Ludd ή Στρατηγός Ludd κατεύθυνε τις ενέργειες του όχλου. Επρόκειτο, βέβαια, για θρύλο. 

Οι  Luddites,  όπως  ονομάστηκαν,  εμπνέονταν  από  ένα  εντελώς  αυθόρμητο  μίσος  για  τα  εργοστάσια  που  τα  έβλεπαν  σαν  φυλακές  και  για  τη  μισθωτή  εργασία  που  ακόμα  καταφρονούσαν.  Οι  ταραχές,  ωστόσο,  προκάλεσαν  γνήσιο  φόβο  στη  χώρα.  Ο  Ricardo  ήταν  σχεδόν  ο  μόνος  από εκείνους που ο λόγος τους γινόταν σεβαστός που δήλωσε ότι ίσως τα μηχανήματα δεν  λειτουργούσαν  πάντοτε  προς  άμεσο  όφελος  του  εργάτη,  και  για  την  άποψη  του  αυτή  θεωρήθηκε  ότι,  για  πρώτη  φορά,  δεν  εκφραζόταν  με  τη  γνωστή  του  οξυδέρκεια.  Οι  περισσότεροι  παρατηρητές  δεν  συμμερίζονταν  τα  αισθήματά  του:  οι  κατώτερες  τάξεις  παραφέρονταν  και  έπρεπε  να  αντιμετωπιστούν  με  πυγμή.  Για  τις  ευγενείς  τάξεις,  η  κατάσταση  φαινόταν  να  προοιωνίζεται  την  έλευση  ενός  βίαιου  και  τρομακτικού  Αρμαγεδδώνα. 

Ο  ποιητής  Southey  έγραφε:  «Αυτή  τη  στιγμή  τίποτε  άλλο  εκτός  από  το  Στρατό δεν μας σώζει απ’ αυτή την πιο τρομερή απ’ όλες τις καταστροφές, την εξέγερση των  φτωχών εναντίον των πλουσίων, και το ερώτημα που δεν τολμώ να κάνω ούτε στον εαυτό  μου είναι για πόσο μπορούμε να εξαρτόμαστε από το Στρατό»∙ ο Γουόλτερ Σκοτ θρηνούσε:  «… η χώρα υποσκάπτεται κάτω από τα πόδια μας».    Σ’ όλη, όμως, αυτή τη ζοφερή και ταραγμένη περίοδο, ένα μέρος της Βρετανίας έλαμπε σαν  φάρος  στη  θύελλα.  Στα  άγρια  βουνά  της  Σκοτίας,  μιας  μέρας  ταξίδι  από  τη  Γλασκόβη,  σε  ύπαιθρο  τόσο  πρωτόγονη  που  οι  φύλακες  των  διοδίων  στην  αρχή  αρνιόνταν  να  πάρουν  χρυσά  νομίσματα  (αφού  τα  έβλεπαν  για  πρώτη  φορά  στη  ζωή  τους),  υψώνονταν  οι  λιτοί  τουβλότοιχοι των εφταώροφων εργοστασίων της μικρής κοινότητας του Νιου Λάναρκ.

Από  τη  Γλασκόβη,  μέσα  από  τους  λόφους,  κατέφθανε  μια  αδιάκοπη  ροή  επισκεπτών  ‐είκοσι  χιλιάδες υπέγραψαν το βιβλίο επισκεπτών του Νιου Λάναρκ μεταξύ 1815 και 1825‐ και στα  πλήθη των επισκεπτών συγκαταλέγονταν εξέχουσες προσωπικότητες όπως ο Μέγας Δούκας  Νικόλαος  (ο  κατόπιν  Τσάρος  Νικόλαος  Α’  της  Ρωσίας),  οι  πρίγκιπες  Ιωάννης  και  Μαξιμιλιανός της Αυστρίας, και σμήνος ολόκληρο από αντιπροσωπείες δήμων, συγγραφείς,  μεταρρυθμιστές, λεπτεπίλεπτες κυρίες και δύσπιστους επιχειρηματίες.  Αυτό που έρχονταν να δουν ήταν η ζωντανή απόδειξη ότι η εξαθλίωση και οι στερήσεις της  βιομηχανικής ζωής δεν ήταν η μοναδική και αναπόφευκτη κοινωνική διευθέτηση.

Στο Νιου  Λάναρκ  έβρισκες  καλοβαλμένες  σειρές  εργατικών  κατοικιών  με  δυο  δωμάτια  η  καθεμιά,  δρόμους με τα σκουπίδια σε τακτικούς σωρούς να περιμένουν την αποκομιδή, αντί να είναι  σκόρπια και να βρομίζουν όλο το περιβάλλον. Στα εργοστάσια ένα ακόμα πιο ασυνήθιστο  θέαμα  περίμενε  τους  επισκέπτες.  Πάνω  από  κάθε  εργάτη  κρεμόταν  ένας  μικρός  ξύλινος  κύβος  με  τις  τέσσερις  πλευρές  βαμμένες  διαφορετικά  χρώματα:  μαύρο,  μπλε,  κίτρινο  και  άσπρο.  Απ’  το  πιο  ανοιχτό  στο  πιο  σκούρο,  τα  χρώματα  αντιπροσώπευαν  διαφορετικά  επίπεδα  διαγωγής:  το  λευκό  εξαίρετη,  το  κίτρινο  καλή,  το  μπλε  αδιάφορη  και  το  μαύρο  κακή. Με μια ματιά ο επόπτης μπορούσε να κρίνει τη συνολική διαγωγή της εργατικής του  δύναμης. Στην πλειονότητα ήταν κίτρινη και άσπρη.  Άλλη  μια  έκπληξη  ήταν  ότι  στα  εργοστάσια  δεν  υπήρχαν  παιδιά  ‐τουλάχιστον  κάτω  των  ένδεκα χρόνων‐ και όσα εργάζονταν περιορίζονταν σε σύντομο μεροκάματο των δέκα ωρών  και τριών τετάρτων. Επιπλέον, δεν τιμωρούνταν ποτέ.  Για την ακρίβεια, κανένας δεν τιμωρούνταν και, εκτός από μερικούς αδιόρθωτους ενήλικες  που απολύονταν για αλκοολισμό ή κάποια παρόμοια διαστροφή, η πειθαρχία φαίνεται ότι  επιβαλλόταν  με  καλοσύνη  παρά  με  τρομοκρατία.  Η  πόρτα  του  επόπτη  του  εργοστασίου παρέμενε ανοιχτή και οποιοσδήποτε ήθελε μπορούσε να καταθέσει τις αντιρρήσεις του σε  οποιονδήποτε  κανόνα  ή  κανονισμό. 

Ο  καθένας  μπορούσε  να  εξετάσει  το  βιβλίο  που  περιείχε  λεπτομερή  περιγραφή  της  διαγωγής  του  και  λειτουργούσε  ως  οδηγός  για  τον  καθορισμό του χρώματος στον κύβο του, και ο καθένας μπορούσε να υποβάλει ένσταση αν  θεωρούσε ότι τον αδικούσαν.  Περισσότερο  εντυπωσιακή  ήταν  η  συμπεριφορά  των  μικρών  παιδιών.  Οι  επισκέπτες  τα  έβρισκαν,  αντί  να  τρέχουν  ξέφρενα  και  ανεξέλεγκτα  στους  δρόμους,  να  μαθαίνουν  με  επιμέλεια  ή  να  παίζουν  σ’  ένα  μεγάλο  σχολείο.  Τα  πιο  μικρά  μάθαιναν  τα  ονόματα  των  πετρωμάτων  και  των  δέντρων  που  τα  περιέβαλλαν,  τα  κάπως  μεγαλύτερα  διδάσκονταν  γραμματική από ένα διάζωμα όπου δινόταν μάχη ανάμεσα στον Στρατηγό Ουσιαστικό, τον  Συνταγματάρχη  Επίθετο  και  τον  Δεκανέα  Επίρρημα.  Όσο  κι  αν  φαίνονταν  ευχάριστα  τα  μαθήματα,  δεν  ασχολούνταν  μόνο  μ’  αυτά. 

Σε  τακτά  διαστήματα  τα  παιδιά  συγκεντρώνονταν  για  να  τραγουδήσουν  και  να  χορέψουν,  υπό  την  καθοδήγηση  νεαρών  κυριών  που  ήταν  δασκαλεμένες  να  μην  αφήνουν  αναπάντητη  καμιά  απορία  των  παιδιών,  να μη θεωρούν κανένα παιδί κακό χωρίς λόγο, να μη εφαρμόζουν σωματικές ποινές, και να  θυμούνται  ότι  τα  παιδιά  μαθαίνουν  πιο  γρήγορα  από  το  καλό  παράδειγμα  παρά  από  τη  νουθεσία.  Θα πρέπει να ήταν ένα υπέροχο και, ασφαλώς, ενθαρρυντικό θέαμα. Για τους κυρίους με τη  νοοτροπία  του  επιχειρηματία,  που  θα  είχαν  λιγότερη  προδιάθεση  από  τις  πονόψυχες  κυρίες  να  συγκινηθούν  από  το  θέαμα  των  ευτυχισμένων  παιδιών,  δεν  έπαυε  να  ισχύει  το  αδιάψευστο γεγονός ότι το Νιου Λάναρκ ήταν επικερδές, ελκυστικά επικερδές.

Η όλη αυτή  οργάνωση  βρισκόταν  υπό  τη  διοίκηση  ενός  ανθρώπου  που  δεν  ήταν  μόνο άγιος  αλλά  και  ένας πολύ πρακτικός άγιος.    Και δεν ήταν μόνο πρακτικός ο άγιος που ευθυνόταν για το Νιου Λάναρκ αλλά και εντελώς  απίθανος. Όπως τόσοι και τόσοι από τους μεταρρυθμιστές των αρχών του 19ου αιώνα, τους  οποίους αποκαλούμε Ουτοπικούς Σοσιαλιστές, ο Robert Owen118, ο «φιλάνθρωπος κ. Owen  του  Νιου  Λάναρκ»,  ήταν  ένα  περίεργο  μίγμα  πρακτικότητας  και  αφέλειας,  επιτυχίας  και  οικτρής  αποτυχίας,  κοινής  λογικής  και  παραλογισμού. 

Ήταν  η  περίπτωση  του  ανθρώπου  που υποστήριξε την εγκατάλειψη του αρότρου υπέρ του φτυαριού∙ του ανθρώπου που από  το τίποτα έγινε μεγάλος και τρανός καπιταλιστής, και στη συνέχεια ένας σφοδρός πολέμιος  της  ατομικής  ιδιοκτησίας∙  του  ανθρώπου  που  υποστήριξε  την  καλοσύνη  γιατί  απέδιδε  οικονομικά, και κατόπιν τάχθηκε υπέρ της καταργήσεως του χρήματος.  Είναι  δύσκολο  να  πιστέψει  κανείς  ότι  η  ζωή  ενός  ανθρώπου  μπορεί  να  πάρει  τόσες  στροφές. Στην αρχή της θυμίζει κεφάλαιο βγαλμένο από μυθιστόρημα του Horatio Alger. O  Robert  Owen  γεννήθηκε  από  φτωχούς  γονείς  στην  Ουαλία  το  1771,  και  παράτησε  το  σχολείο  στα  εννιά  του  για  να  μαθητεύσει  δίπλα  σ’  έναν  έμπορο  ασπρόρουχων  με  το  απίθανο όνομα ΜακΓκάφογκ. Θα μπορούσε να είχε μείνει έμπορος λινών σ’ όλη του τη ζωή  και να καταφέρει να δει το όνομα του μαγαζιού να αλλάζει σε ΜακΓκάφογκ και Owen, αλλά  όπως κάθε  καλός ήρωας  του επιχειρηματικού κόσμου, προτίμησε να αναζητήσει την τύχη  του  στο  Μάντσεστερ.  Εκεί,  δεκαοχτώ  χρονών  ακόμα  και  με  τη  βοήθεια  εκατό  λιρών  που  είχε  δανειστεί  από  τον  αδελφό  του,  ανέλαβε  ρόλο  μικροκαπιταλιστή  κατασκευάζοντας  κλωστοϋφαντουργικά  μηχανήματα.  Η  συνέχεια  είναι  ακόμα  καλύτερη.  Ένας  κ.  Ντρινκγουότερ,  ιδιοκτήτης  μεγάλου  βαμβακουργείου,  έμεινε  κάποια  ωραία  πρωία  χωρίς  διευθυντή  εργοστασίου  κι  έβαλε  στην  τοπική  εφημερίδα  αγγελία  για  αντικαταστάτη. 

Ο  Owen δεν είχε πείρα από κλωστοϋφαντουργεία, αλλά κατάφερε να καταλάβει τη θέση με τρόπο που για πολλούς συγγραφείς θα αποτελούσε πρότυπο του συνδυασμού Θάρρος και  Τύχη.  «Έβαλα  το  καπέλο  μου»119,  έγραψε  ο  Owen  μισόν  αιώνα  αργότερα,  «και  πήγα  κατευθείαν  στο λογιστήριο του κ.  Ντρινκγουότερ.  “Πόσων χρόνων  είσαι;” “Θα γίνω  είκοσι  το  Μάιο”,  απάντησα.  “Πόσες  φορές  μεθάς  κάθε  βδομάδα;”…  “Δεν  έχω  μεθύσει  ποτέ  στη  ζωή  μου”,  είπα  και  έγινα  κόκκινος  σαν  παντζάρι  γιατί  δεν  περίμενα  τέτοια  ερώτηση.  “Τι  μισθό ζητάς;” “Τριακόσιες το χρόνο”, ήταν η απάντηση μου. “Πόσο;” είπε απορημένος ο κ.  Ντρινκγουότερ και επανέλαβε το ποσό: “Τριακόσιες το χρόνο! Έχω δει σήμερα το πρωί δεν  ξέρω  πόσους  που  θέλουν  να  πάρουν  τη  θέση,  και  δεν  νομίζω  όλοι  μαζί  να  έχουν  ζητήσει  όσα  ζητάς  εσύ”.  “Δεν  μπορώ  να  επηρεάζομαι  από  αυτά  που  ζητούν  οι  άλλοι”,  του  απάντησα, “και δεν μπορώ να δεχτώ λιγότερα”».

 Ήταν μια αντιπροσωπευτική ενέργεια του Owen και στέφθηκε με επιτυχία. Στα είκοσι του  έγινε το παιδί θαύμα της κλωστοϋφαντουργίας ‐ ένας αξιαγάπητος νεαρός με μάλλον ίσια  μύτη σε μακρουλό πρόσωπο, και με μεγάλα, ειλικρινή μάτια που διατράνωναν την αγάπη  του  για  την  αλήθεια.  Πριν  περάσουν  έξι  μήνες,  ο  κ.  Ντρινκγουότερ  τού  πρόσφερε  το  ένα  τέταρτο της επιχείρησης. Αλλά και πάλι, αυτό δεν ήταν παρά το προοίμιο μιας εκπληκτικής  καριέρας.  Λίγα  χρόνια  αργότερα,  ο  Owen  είχε  ακούσει  για  κάποια  εργοστάσια  που  πουλιόνταν  στο  άθλιο  χωριουδάκι  Νιου  Λάναρκ.  Κατά  περίεργη  σύμπτωση,  ανήκαν  στον  άνθρωπο με  την  κόρη του οποίου ήταν ερωτευμένος. Η απόκτηση τόσο των εργοστασίων  όσο  και  του  χεριού  της  κόρης  φάνταζε  σαν  ένας  ακατόρθωτος  άθλος:  ο  ιδιοκτήτης  των  εργοστασίων,  ο  κ.  Ντέιλ,  ήταν  φανατικός  Πρεσβυτεριανός  που  δεν  θα  ενέκρινε  τις  ριζοσπαστικές και φιλελεύθερες ιδέες του Owen, και βέβαια για τον τελευταίο υπήρχε και  το πρόβλημα να βρει το κεφάλαιο να αγοράσει τα εργοστάσια.

 Ο Owen δεν το έβαζε κάτω  έτσι εύκολα ‐σηκώθηκε μια και δυο και πήγε και βρήκε τον κ. Ντέιλ όπως κάποτε είχε βρει  τον  κ.  Ντρινκγουότερ  και  το  αδύνατο  έγινε  δυνατό.  Δανείστηκε  τα  λεφτά,  αγόρασε  τα  εργοστάσια και, συν τοις άλλοις, κέρδισε και το χέρι της κόρης.  Τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν μείνει εκεί. Μέσα σ’ ένα χρόνο είχε αλλάξει την όψη  της  κοινότητας  του  Νιου  Λάναρκ,  σε  πέντε  χρόνια  την  είχε  κάνει  αγνώριστη,  και  σε  δέκα  χρόνια  την  είχε  κάνει  ξακουστή  σ’  όλο  τον  κόσμο.  Για  τους  περισσότερους  αυτά  τα  κατορθώματα θα ήταν υπεραρκετά γιατί, εκτός που έγινε πασίγνωστος σε όλη την Ευρώπη  για τη διορατικότητα και την καλοσύνη του, ο Robert Owen κατάφερε να δημιουργήσει και  μια περιουσία τουλάχιστον 60.000 λιρών. 

Αλλά τα πράγματα δεν έμειναν εκεί. Παρά την κατακόρυφη άνοδό του, ο Owen θεωρούσε  τον εαυτό του περισσότερο άνθρωπο  των ιδεών παρά άνθρωπο της δράσης. Γι’ αυτόν,  το  Νιου  Λάναρκ  δεν  ήταν  ποτέ  μια  απλή  άσκηση  φιλανθρωπίας.  Μάλλον,  ήταν  μια  ευκαιρία  να  δοκιμάσει  τις  θεωρίες  που  είχε  αναπτύξει  για  την  πρόοδο  του  συνόλου  της  ανθρωπότητας.  Ο  Owen  ήταν  πεπεισμένος  ότι  οι  άνθρωποι  είναι  τόσο  καλοί  όσο  το  περιβάλλον τους και ότι, αν αλλάξει το περιβάλλον, η γη θα μπορούσε να γίνει παράδεισος.  Στο  Νιου  Λάναρκ  μπορούσε  να  δοκιμάσει  τις  ιδέες  του  σαν  σε  εργαστήριο  και,  αφού  πέτυχαν πέρα από κάθε προσδοκία, δεν υπήρχε λόγος να μη διαδοθούν σ’ όλο τον κόσμο.  Η  ευκαιρία  δεν  θα  αργούσε  να  του  δοθεί.

 Είχαν  τερματιστεί  οι  ναπολεόντειοι  πόλεμοι,  αφήνοντας  πίσω  τους  πολλά  προβλήματα.  Μια  σειρά  από  κρίσεις  που  ο  Malthus  θα  ονόμαζε «γενικούς  κορεσμούς» ταλάνιζαν τη χώρα. Από το 1816 ως το 1820, με εξαίρεση  μία  μόνο  χρονιά,  η  οικονομία  πήγαινε  πολύ  άσχημα.  Η  δυστυχία  απειλούσε  με  εκρηκτικό  ξέσπασμα:  εκδηλώθηκαν  ταραχές  «άρτου  και  αίματος»  και  η  χώρα  κυριεύτηκε  από  υστερία. Οι Δούκες της Υόρκης και του Κεντ και μια ομάδα διακεκριμένων προσωπικοτήτων  συνέστησαν  επιτροπή  για  να  διερευνήσουν  τα  αίτια  του  προβλήματος  και,  για  λόγους  καθαρά τυπικούς, κάλεσαν και τον κ. Owen, το γνωστό φιλάνθρωπο, να εκθέσει τις απόψεις του. 

Η  επιτροπή  δεν  ήταν  πολύ  προετοιμασμένη  γι’  αυτό  που  την  περίμενε.  Χωρίς  αμφιβολία,  περίμενε ότι θα άκουγε κάποια έκκληση για μεταρρυθμίσεις στο εργοστασιακό καθεστώς,  καθώς  ο  κ.  Owen  ήταν  ευρύτατα  γνωστός  ως  υπέρμαχος  του  περιορισμού  των  ωρών  εργασίας  και  της  κατάργησης  της  παιδικής  εργασίας.  Αντ’  αυτού,  οι  εξέχουσες  προσωπικότητες  βρέθηκαν  να  διαβάζουν  μια  πρόταση  για  κοινωνική  αναδιοργάνωση  σε  σαρωτική κλίμακα.  Σύμφωνα με την πρόταση του Owen, η λύση του προβλήματος της φτώχειας βρισκόταν στο  να  γίνουν  οι  φτωχοί  παραγωγικοί.  Για  να  επιτευχθεί  ο  σκοπός  αυτός,  πρότεινε  τη  δημιουργία  Συνεταιριστικών  Χωριών,  όπου  800  ως  1200  ψυχές  θα  εργάζονταν  μαζί  σε  αγροκτήματα  και  εργοστάσια  για  να  σχηματίζουν  μια  αυτοσυντηρούμενη  μονάδα. 

Οι  οικογένειες  θα  ζούσαν  σε  σπίτια  ταξινομημένα  σε  παραλληλόγραμμα  ‐η  λέξη  αμέσως  τράβηξε  την  προσοχή  του  κοινού‐  με  κάθε  οικογένεια  σε  ιδιωτικό  διαμέρισμα  αλλά  με  κοινόχρηστα  σαλόνια,  αναγνωστήρια  και  κουζίνες.  Τα  παιδιά  απ’  τα  τρία  τους  χρόνια  θα  φιλοξενούνταν σε χωριστά διαμερίσματα έτσι  ώστε να μπορούσαν να εκτεθούν στο  είδος  της εκπαίδευσης που θα διαμόρφωνε καλύτερα το χαρακτήρα τους για τα επόμενα χρόνια.  Γύρω  από  το  σχολείο  θα  υπήρχαν  κήποι  που  θα  τους  φρόντιζαν  τα  κάπως  μεγαλύτερα  παιδιά και μετά απ’ αυτούς θα απλώνονταν τα χωράφια για τις καλλιέργειες ‐ όπου, περιττό  να λεχθεί, θα χρησιμοποιούνταν φτυάρια και όχι άροτρα. Πιο μακριά, έξω από τους χώρους  διαβίωσης,  θα  υπήρχε  η  εργοστασιακή  μονάδα.  Επρόκειτο,  με  λίγα  λόγια  για  μια  οργανωμένη κηπούπολη, ένα κιμπούτς, ένα κοινόβιο.

 Περιττό  να  περιγράψουμε  τη  μεγάλη  έκπληξη  της  επιτροπής  εκ  προσωπικοτήτων.  Στις  μέρες  του  ανεμπόδιστου  laissez‐faire,  δεν  ήταν  στο  παραμικρό  διατεθειμένοι  να  υποστηρίξουν  την  υιοθέτηση  κοινωνικά  οργανωμένων  κοινοτήτων.  Ευχαρίστησαν  τον  κ.  Owen και αγνόησαν επιδεικτικά τις υποδείξεις του. Αλλά ο Owen δεν κατέθετε εύκολα τα  όπλα.  Επέμενε  να  επανεξεταστεί  η  εφαρμοσιμότητα  των  σχεδίων  του  και  κατέκλυσε  το  Κοινοβούλιο  με  φυλλάδια  στα  οποία  ανέλυε  τις  θεωρίες  του.  Για  άλλη  μια  φορά  η  αποφασιστικότητά  του  έφερε  αποτέλεσμα.  Το  1819  συστάθηκε  μια  ειδική  επιτροπή  (στην  οποία  συμμετείχε  και  ο  David  Ricardo)  με  σκοπό  να  συγκεντρώσει  το  απαιτούμενο  ποσό  των  96.000  λιρών  για  την  ίδρυση  ενός  ολοκληρωμένου  πειραματικού  Συνεταιριστικού  Χωριού.  Ο Ricardo δυσπιστούσε, αλλά ήταν διατεθειμένος να δοκιμάσει το σχέδιο120. Η χώρα, όμως,  δεν δυσπιστούσε απλώς ‐ θεωρούσε την όλη ιδέα αποκρουστική. Ένας σχολιαστής έγραψε:  «Ο  αξιότιμος  κύριος  Robert  Owen,  ένας  φιλάνθρωπος  υφαντουργός…  φαντάζεται  ότι  όλα  τα  ανθρώπινα  όντα  δεν  είναι  παρά  φυτά  που  έχουν  μείνει  εκτός  εδάφους  για  μερικές  χιλιάδες  χρόνια  και  χρειάζεται  να  ξαναφυτευτούν.  Συνεπώς  αποφασίζει  να  τα  φυτέψει  σε  τετράγωνα σύμφωνα με μια νέα μέθοδο».

  Ο  William  Cobbett,  που  τότε  βρισκόταν  εξόριστος  στην  Αμερική  για  τις  δικές  του  ριζοσπαστικές ιδέες, εκφράστηκε με ακόμα περισσότερη περιφρόνηση. «Ο κύριος αυτός»,  έγραψε,  «τάσσεται  υπέρ  της  ιδρύσεως  κοινοτήτων  των  πτωχών!…  Αξιοθαύμαστη  ειρήνη,  ευτυχία και εθνικό όφελος θα είναι το αποτέλεσμα. Δεν αντιλαμβάνομαι πώς ακριβώς θα  ρυθμιστούν κάποια μικρά ζητήματα που αφορούν μαυρισμένα μάτια, ματωμένες μύτες και  τραβήγματα κασκέτων. Το σχέδιο του κ. Owen έχει, οπωσδήποτε, τις συστάσεις της τέλειας  καινοτομίας, αφού δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει ξανακούσει για κοινότητα πτωχών…  Αντίο, κ. Owen του Λάναρκ».

Ο  Owen  δεν  οραματιζόταν,  βεβαίως,  μια  κοινότητα  πτωχών.  Αντιθέτως,  πίστευε  ότι  οι  φτωχοί  μπορούσαν  να  δημιουργήσουν  πλούτο  αρκεί  να  τους  δινόταν  η  ευκαιρία  να  δουλέψουν,  και  ότι  οι  αξιοθρήνητες  κοινωνικές  τους  συνήθειες  μπορούσαν  εύκολα  να  μετατραπούν  σε  χρηστές  συνήθειες  κάτω  από  την  επίδραση  ενός  αξιοπρεπούς  περιβάλλοντος.  Και  δεν  ήταν  μόνο  οι  φτωχοί  που  θα  επωφελούνταν.  Τα  Συνεταιριστικά  Χωριά θα ήταν τόσο εμφανώς ανώτερα σε σχέση με την τύρβη της βιομηχανικής ζωής που  και άλλες κοινότητες θα ήταν φυσικό να θέλουν να μιμηθούν το παράδειγμά τους.  Ήταν,  ωστόσο,  προφανές  ότι  οι  άλλοι  δεν  συμμερίζονταν  τις  απόψεις  του  Owen. 

Οι  συντηρητικοί  έβλεπαν  στο  σχέδιο  του  Owen  την  απειλή  ανατροπής  της  καθεστηκυίας  τάξεως,  ενώ  οι  ριζοσπάστες  το  θεωρούσαν  σκέτη  φάρσα.  Τα  χρήματα  που  κρίθηκαν  απαραίτητα  για  να  στηθεί  το  πρώτο  δοκιμαστικό  Χωριό  δεν  συγκεντρώθηκαν  ποτέ,  αλλά  τίποτε  δεν  σταματούσε  πια  τον  ακατάβλητο  φιλάνθρωπο.  Από  απλός  ουμανιστής  έγινε  ανθρωπιστής εξ επαγγέλματος. Την περιουσία που είχε δημιουργήσει, την αφιέρωσε τώρα  στη διάδοση και εφαρμογή των ιδεών του. Πούλησε το μερίδιο του στο Νιου Λάναρκ και το  1824 άρχισε να χτίζει τη δική του κοινότητα του μέλλοντος.

Δεν είναι περίεργο που διάλεξε  την Αμερική για να την εγκαταστήσει, γιατί πού θα ήταν, άλλωστε, καλύτερο να χτίσει την  ουτοπία  του  παρά  ανάμεσα  σε  ανθρώπους  που  γνώριζαν  ήδη  την  πολιτική  ελευθερία  για  πενήντα χρόνια.  Για να τη στήσει αγόρασε από μια θρησκευτική οργάνωση Γερμανών που ήταν γνωστοί ως  Ραππίτες  μια  έκταση  120.000  στρεμμάτων  στις  όχθες  του  ποταμού  Wabash  στην  επαρχία  Posey  της  πολιτείας  Indiana.  Στις  4  Ιουλίου  του  1826  την  εγκαινίασε  με  τη  Διακήρυξη  Πνευματικής Ανεξαρτησίας ‐ανεξαρτησίας από την Ατομική Ιδιοκτησία, από την Παράλογη  Θρησκεία και από το Γάμο‐ και μετά, αφού της έδωσε το όμορφο και αισιόδοξο όνομα Νέα  Αρμονία, την άφησε να τα βγάλει πέρα μόνη της.    Δεν πέτυχε και δεν ήταν δυνατό να πετύχει. Ο Owen είχε οραματιστεί μια ουτοπία που θα  ερχόταν στον κόσμο σε πλήρη ανάπτυξη, και δεν ήταν προετοιμασμένος να βοηθήσει για να  μεγαλώσει από το ατελές περιβάλλον της παλιάς κοινωνίας. Δεν υπήρξε σχεδιασμός: μέσα  σε  λίγες  βδομάδες  κατέφθασαν,  πατείς  με  πατώ  σε,  οκτακόσιοι  άποικοι. 

Δεν  πάρθηκαν  ούτε  καν  οι  στοιχειώδεις  προφυλάξεις  ενάντια  σε  απάτες.  Ο  ίδιος  ο  Owen  έπεσε  θύμα  απάτης όταν ένας συνέταιρος του όχι μόνο ιδιοποιήθηκε μια έκταση αλλά έχτισε κι επάνω  της ένα εργοστάσιο για να παρασκευάζει ουίσκι. Και αφού απουσίαζε ο Owen, άρχισαν να  ξεπηδούν αντίπαλες κοινότητες: η Μακλούρια υπό τη διοίκηση ενός William ΜακΚλουρ και  άλλες,  δημιουργήματα  άλλων  διαφωνούντων.  Η  έλξη  των  ιδιοκτησιακών  συνηθειών  ήταν  πολύ  δυνατή  για  τους  δεσμούς  των  ιδεών.  Εκ  των  υστέρων,  είναι  απορίας  άξιο  πώς  κατάφερε να διατηρηθεί εκείνη η κοινότητα τόσο καιρό. 

Το 1828 είχε γίνει φανερό ότι το πείραμα είχε αποτύχει. Ο Owen πούλησε τη γη (είχε ήδη  χάσει από το εγχείρημα τα τέσσερα πέμπτα της περιουσίας του) και πήγε να παρουσιάσει  τα  σχέδιά  του  στον  Πρόεδρο  Andrew  Jackson  και  μετά  στον  Σάντα  Άννα  στο  Μεξικό.  Κανένας από τους δύο δεν έδειξε κάτι περισσότερο από ευγενικό ενδιαφέρον.  Ο Owen επέστρεψε τότε στην Αγγλία. Εκεί τον θυμούνταν πάντα σαν τον φιλάνθρωπο (αν  και λίγο σαλεμένο) κ. Owen και η καριέρα του έμελλε να πάρει την τελευταία απροσδόκητη  τροπή της. Μολονότι η κοινή γνώμη είχε χλευάσει τα Συνεταιριστικά Χωριά του, οι διδαχές  του  είχαν  διαποτίσει  ένα  κομμάτι  του  πληθυσμού:  τις  εργατικές  τάξεις.

  Τον  καιρό  εκείνο  εμφανίζονταν  τα  πρώτα  εργατικά  συνδικάτα,  και  οι  ηγέτες  των  κλωστοϋφαντουργών,  των αγγειοπλαστών  και  των  οικοδόμων  θεωρούσαν  ότι  ο  Owen  ήταν  ένας  άνθρωπος  που  θα  μπορούσε να υποστηρίξει τα συμφέροντά τους, και μάλιστα ως ηγέτης τους. Αντίθετα από  τους ομοίους του, αυτοί έπαιρναν στα σοβαρά τις διδαχές του. Την ίδια ώρα που επιτροπές  προσωπικοτήτων  συζητούσαν  για  τα  Συνεταιριστικά  Χωριά,  πραγματικές  συνεταιριστικές  κοινότητες  βασισμένες  στα  γραφτά  του  ξεπηδούσαν  σε  διάφορα  σημεία  της  χώρας  σε  λιγότερο φιλόδοξη μορφή: συνεταιρισμοί παραγωγών και συνεταιρισμοί καταναλωτών και  ορισμένες ατελέσφορες προσπάθειες να εφαρμόσουν τις ιδέες του κ. Owen μέχρι κεραίας  και να καταργήσουν εντελώς το χρήμα.  Χωρίς  καμία  εξαίρεση,  οι  συνεταιρισμοί  παραγωγών  απέτυχαν  και  οι  συναλλαγές  χωρίς  χρήμα  κατέληξαν  σε  χρεοκοπίες  χωρίς  χρήμα.

 Μια  όμως  από  τις  μορφές  του  συνεταιριστικού  κινήματος  ρίζωσε  για  τα  καλά.  Είκοσι  οχτώ  αφοσιωμένοι  άνδρες,  που  αυτοαποκαλούνταν  οι  Πιονέροι  του  Ρότσντεϊλ,  ίδρυσαν  το  συνεταιριστικό  κίνημα  καταναλωτών. Για τον Owen ήταν δευτερεύοντος ενδιαφέροντος, αλλά με το πέρασμα του  χρόνου θα δυνάμωνε και θα αποτελούσε μια από τις κυριότερες δεξαμενές για το Εργατικό  Κόμμα  της  Βρετανίας.  Είναι  αξιοπερίεργο  ότι  το  κίνημα  που  τράβηξε  λιγότερο  το  ενδιαφέρον του θα ήταν το μόνο που θα επιζούσε από όλα τα εγχειρήματα στα οποία είχε  καταθέσει την ψυχή του και τις δυνάμεις του. 

Ο  Owen  είχε  κάθε  λόγο  να  μην  μπορεί  να  ασχοληθεί  με  τα  συνεταιριστικά  κινήματα.  Επιστρέφοντας  απ’  την  Αμερική,  είχε  συλλάβει  την  ιδέα  μιας  μεγάλης  ηθικής  εκστρατείας  και  εργάστηκε  πυρετωδώς  να  την  υλοποιήσει  με  τη  γνωστή  του  σθεναρή  αυτοθυσία.  Ο  άλλοτε  φτωχός  υπαλληλάκος,  άλλοτε  καπιταλιστής  και  άλλοτε  κοινωνικός  αρχιτέκτονας,  τώρα  συγκέντρωσε  γύρω  του  τους  ηγέτες  του  εργατικού  κινήματος.  Έδωσε  στη  νέα  του  πρωτοβουλία  το  εντυπωσιακό  όνομα  που  της  άρμοζε:  Μεγάλη  Εθνική  Ηθική  Ένωση  των  Παραγωγικών και Ωφέλιμων Τάξεων. Σύντομα το όνομα έγινε, επί το συντομότερο, Μεγάλη  Εθνική  Ένωση  Ενοποιημένων  Συνδικάτων  και,  επειδή  κι  αυτό  ήταν  γλωσσοδέτης,  Μεγάλη  Εθνική. Υπό το λάβαρό της συσπειρώθηκαν οι ηγέτες των εργατικών ενώσεων και το 1833  εγκαινιάστηκε επίσημα το εργατικό κίνημα της Αγγλίας.  Ήταν μια εργατική ένωση εθνικής εμβέλειας ‐ ο πρόδρομος των βιομηχανικών συνδικάτων  των ημερών μας.

Τα μέλη της αριθμούσαν τις 5.000 ‐τεράστιο αριθμό για εκείνη την εποχή‐  και  είχε  αγκαλιάσει  κάθε  σημαντική  εργατική  ένωση  των  ημερών.  Διέφερε  όμως  από  τα  σημερινά  συνδικάτα  στο  ότι  οι  στόχοι  της  δεν  περιορίζονταν  σε  ωράρια,  ημερομίσθια  ή  ακόμη και στα προνόμια της διοίκησης. Η Μεγάλη Εθνική έμελλε να αποτελέσει όργανο όχι  μόνο κοινωνικής βελτίωσης αλλά και βαθιάς κοινωνικής αλλαγής. Έτσι, ενώ το πρόγραμμά  της  ζητούσε  καλύτερα  μεροκάματα  και  καλύτερες  συνθήκες  εργασίας,  στη  συνέχεια  επεκτεινόταν  σ’  ένα  θολό  μίγμα  Συνεταιριστικών  Χωριών,  κατάργησης  του  χρήματος  και  ορισμένων άλλων ιδεών από το σύνολο του έργου του Owen.  Ο Owen έκανε εκστρατεία σ’ ολόκληρη τη χώρα για την επιτυχία του τελικού σκοπού του.  Αποδείχτηκε  σκέτο  φιάσκο. 

Όσο  προετοιμασμένη  ήταν  η  Αμερική  για  έναν  τοπικό  παράδεισο, άλλο τόσο ήταν και η Αγγλία για μια εθνική συνδικαλιστική ένωση. Τα τοπικά  συνδικάτα δεν μπορούσαν να ελέγξουν τα μέλη τους και οι τοπικές απεργίες εξασθένισαν  τον εθνικό κορμό. Ο Owen ήρθε σε ρήξη με τους υπαρχηγούς του: αυτοί τον κατηγορούσαν  ως  άθεο  κι  αυτός  τους  κατηγορούσε  ότι  υπέθαλπαν  το  ταξικό  μίσος.  Η  κυβέρνηση  παρενέβη  και,  ασκώντας  βία,  έκανε  ό,τι  μπορούσε  για  να  καταστείλει  το  διογκούμενο  κίνημα.

 Οι  εργοδοτικές  τάξεις  άκουγαν  στη  Μεγάλη  Εθνική  το  άγγελμα  θανάτου  της  ατομικής  ιδιοκτησίας  και  απαιτούσαν  ποινικές  διώξεις  στα  πλαίσια  των  αντισυνδικαλιστικών νόμων. Κανένα κίνημα στα σπάργανά του δεν θα μπορούσε να αντέξει  τέτοιο  κατατρεγμό.  Μέσα  σε  δύο  χρόνια  το  μεγάλο  εργατικό  συνδικάτο  αποτελούσε

παρελθόν και ο Owen, στα 64 χρόνια του, είχε παίξει τον τελευταίο ιστορικό του ρόλο.  Συνέχισε για άλλα είκοσι χρόνια, ως ο πρεσβύτερος του εργατικού κινήματος, προωθώντας  τις συνεταιριστικές του ιδέες, την προτίμηση του για το φτυάρι, την αφελή δυσπιστία του  προς  το  χρήμα.  Το  1839  έγινε  δεκτός  σε  ακρόαση  από  τη  βασίλισσα  Βικτόρια,  παρά  τις  διαμαρτυρίες μιας ομάδας της εκλεκτής κοινωνίας γνωστής ως «Σύλλογος για την Ειρηνική  Καταστολή της Συζυγικής Απιστίας». Αλλά ο Owen ήταν πια ξοφλημένος. Στα τελευταία του  χρόνια βρήκε καταφύγιο στον πνευματισμό, στη συγγραφή της μιας μπροσούρας μετά την  άλλη, όλες με ομοιόμορφο περιεχόμενο, και στη θαυμάσια Αυτοβιογραφία του. Πέθανε το  1858, σε ηλικία 87 χρόνων και χωρίς να έχει χάσει τις ελπίδες του. 

Τι  ρομαντική  και  φανταστική  ιστορία!  Κοιτώντας  προς  τα  πίσω,  αντιλαμβανόμαστε  ότι  η  ιστορία του μάς ενδιαφέρει περισσότερο από τις ιδέες του. Ο Owen δεν υπήρξε ποτέ ένας  πραγματικά πρωτότυπος και πολύ λιγότερο ένας ευέλικτος στοχαστής. «Ο Robert Owen δεν  είναι  ο  άνθρωπος  που  θα  αλλάξει  άποψη  για  ένα  βιβλίο  όταν  το  διαβάσει»122,  ήταν  ο  καταλυτικός τρόπος με τον οποίο τον χαρακτήριζε ένας συγγραφέας του καιρού του, και ο  Μακόλεϊ,  που  έφευγε  με  το  που  άκουγε  τη  φωνή  του  Owen,  τον  αποκαλούσε  «ευγενή  προσωποποίηση της πλήξης».  Σε  καμιά  περίπτωση  δεν  ήταν  οικονομολόγος.  Αλλά  ήταν  κάτι  περισσότερο  ‐  ήταν  ένας  νεοτεριστής  της  οικονομίας  που  αναδιατύπωσε  τα  αρχικά  δεδομένα  με  τα  οποία  καταπιάνονται  οι  οικονομολόγοι.  Όπως  όλοι  οι  Ουτοπικοί  Σοσιαλιστές,  ο  Owen  ήθελε  να  αλλάξει  τον  κόσμο∙  εκεί  όμως  που  οι  άλλοι  έγραφαν,  με  περισσότερη  ή  λιγότερη  πειθώ,  αυτός προσπάθησε πραγματικά να τον αλλάξει.

Κι  αν  το  καλοσκεφτούμε,  ίσως  άφησε  πραγματικά  μια  μεγάλη  ιδέα  στο  πέρασμά  του.  Απεικονίζεται  με  γοητευτικό  τρόπο  στην  παρακάτω  ιστορία  από  την  αυτοβιογραφία  του  γιου του, του Robert Dale Owen:  «Όταν το παιδί τσιρίζει γιατί έχει νευράκια, αγαπητή μου Καρολίνα», είπε ο πατέρας του (ο  Robert Owen), «άφησε το κάτω στη μέση του παιδικού δωματίου και φρόντισε να μην το  σηκώσεις μέχρι να σταματήσει να κλαίει». «Μα αγαπητέ μου, έτσι θα κλαίει με τις ώρες».  «Τότε άφησε το να κλαίει». «Μπορεί να κάνει κακό στα μικρά του πνευμόνια, ίσως να έχει  και  σπασμούς».  «Δεν  το  νομίζω.  Όπως  και  να  ‘χει,  θα  του  κάνει  περισσότερο  κακό  αν  μεγαλώσει και γίνει ανυπάκουος. Ο άνθρωπος είναι δημιούργημα των περιστάσεων».

 «Ο  άνθρωπος  είναι  δημιούργημα  των  περιστάσεων».  Και  ποιος  άλλος  δημιουργεί  τις  περιστάσεις  αν  όχι  ο  ίδιος  ο  άνθρωπος;  Ο  κόσμος  δεν  είναι  αναπόδραστα  καλός  ή  κακός  αλλά  είναι  αυτό  που  εμείς  τον  κάνουμε.  Με  αυτή  τη  σκέψη  ο  Owen  άφησε  πίσω  του  μια  φιλοσοφία της ελπίδας πολύ πιο ισχυρή απ’ όλες τις ιδιόρρυθμες ιδέες του για τα φτυάρια  και τα άροτρα ή την κατάργηση του χρήματος ή τα Συνεταιριστικά Χωριά.    Ο  Robert  Owen  είναι,  χωρίς  αμφιβολία,  ο  πιο  ρομαντικός  από  την  ομάδα  των  μεταρρυθμιστών  του  19ου  αιώνα  που  διαμαρτύρονταν  εναντίον  του  πρωτογενούς  καπιταλισμού∙ δεν είναι όμως ο πιο ιδιόρρυθμος. Το βραβείο ανορθόδοξου χαρακτήρα θα  πρέπει  να  το  απονείμουμε  στον  Ερρίκο  de  Ρουβρουά,  κόμη  του  Saint‐Simon124,  ενώ  σε  εκκεντρικότητα απόψεων κανένας δεν ανταγωνίζεται τον Κάρολο Φουριέ.  Ο Saint‐Simon, όπως φαίνεται κι από το πλήρες όνομά του, ήταν αριστοκράτης και οι δικοί του ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από τον Καρλομάγνο.

Γεννήθηκε το 1760 και ανατράφηκε  έτσι ώστε να έχει πλήρη συνείδηση της ευγενικής του καταγωγής και της σημασίας που είχε  να  διατηρηθεί  η  αίγλη  του  οικογενειακού  ονόματος.  Όταν  ήταν  νέος,  κάθε  πρωί  τον  ξυπνούσε  ένας  υπηρέτης  που  τού  φώναζε:  «Σηκωθείτε,  κύριε  Κόμη,  έχετε  σπουδαία  πράγματα να κάνετε σήμερα»125.  Η πεποίθηση ότι είσαι ο διαλεκτός της ιστορίας μπορεί να έχει περίεργη επίδραση σ’ έναν  άνθρωπο. Στην περίπτωση του Saint‐Simon, του έδωσε τη δικαιολογία για μια σπάταλη ζωή  καλοπέρασης.

Ακόμα και σαν παιδί, μπέρδευε την αφοσίωση σε θέματα αρχής με τη σκέτη  ισχυρογνωμοσύνη:  λέγεται  ότι  μια  φορά  που  μια  διερχόμενη  άμαξα  διέκοψε  ένα  παιδικό  παιχνίδι τους, αυτός ρίχτηκε στη μέση του δρόμου και αρνιόταν να μετακινηθεί ‐ και ποιος  θα είχε την τόλμη να πετάξει έναν νεαρό κόμη στο χαντάκι; Αργότερα, αυτού του είδους η  ισχυρογνωμοσύνη  τον  έκανε  να  αρνηθεί  να  πάει  να  κοινωνήσει  όπως  του  ζητούσε  ο  πατέρας του ‐ όμως ο πατέρας του, που ίσως γνώριζε καλύτερα τα πείσματα του γιου του  και σίγουρα εντυπωσιαζόταν λιγότερο, αρκέστηκε να τον ρίξει στη φυλακή.  Η τρυφηλότητά του θα μπορούσε να τον έχει στρέψει προς την πλέον τρυφηλή από όλες τις  πολιτικές ομάδες, την αυλή του Λουδοβίκου ΙΣΤ’. 

Την αντιστάθμιζε, ωστόσο, η αγάπη του  για  μια  άκρως  αντιβασιλική  ιδέα:  τη  δημοκρατία.  Το  1778  ο  νεαρός  κόμης  πήγε  στην  Αμερική, όπου διακρίθηκε στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Πολέμησε σε πέντε εκστρατείες,  του  απονεμήθηκε  τα  παράσημο  του  Τάγματος  του  Κιγκιννάτου  και,  πάνω  απ’  όλα,  έγινε  ένθερμος υποστηρικτής των νέων ιδεών της ελευθερίας και ισότητας.  Αυτά, όμως, δεν ήταν ακόμα «σπουδαία πράγματα».

 Ο Επαναστατικός Πόλεμος τον άφησε  στη  Louisiana,  απ’  όπου  ξεκίνησε  και  πήγε  στο  Μεξικό  για  να  πείσει  τον  Αντιβασιλέα  να  χτίσει  μια  διώρυγα  που  θα  είχε  προηγηθεί  της  διώρυγας  του  Παναμά.  Κάτι  τέτοιο  θα  τον  είχε  κάνει  διάσημο,  αλλά  η  ιδέα  του  δεν  βρήκε  υποστήριξη  ‐ήταν  βέβαια  κατά  τα  εννέα  δέκατα ιδέα και κατά το ένα δέκατο σχέδιο‐ κι ο νεαρός επαναστάτης ευγενής τα μάζεψε  και γύρισε στη Γαλλία.  Εκεί είχε μόλις φτάσει η ώρα για την Επανάσταση και ο Saint‐Simon συμμετέσχε με θέρμη. 

Οι συντοπίτες του στο Φαβύ της Περόν τού ζήτησαν να αναλάβει ως δήμαρχος αλλά αυτός  αρνήθηκε,  λέγοντας  ότι  η  εκλογή  ενός  μέλους  της  παλαιάς  αριστοκρατίας  σε  αξίωμα  θα  αποτελούσε  άσχημο  προηγούμενο.  Όταν  τελικά  τον  εξέλεξαν  μέλος  της  Εθνοσυνέλευσης,  πρότεινε  την  κατάργηση  των  τίτλων  ευγενείας  και  έσπευσε  να  αποποιηθεί  τον  δικό  του,  παίρνοντας  το  απλό  όνομα  Πολίτης  Μπονόμ.  Οι  δημοκρατικές  του  τάσεις  δεν  ήταν  προσποιητές  ‐  ο  Saint‐Simon  έτρεφε  γνήσια  συναισθήματα  για  τους  συνανθρώπους  του. 

Πριν από την Επανάσταση, ταξίδευε μια μέρα προς τις Βερσαλλίες, με κάθε επισημότητα,  όταν  βρήκε  στο  δρόμο  του  έναν  αγρότη  με  το  κάρο  του  που  είχε  κολλήσει  στη  λάσπη.  Ο  Saint‐Simon κατέβηκε από την άμαξά του, έβαλε τον καλοντυμένο ώμο του στον τροχό και  μετά βρήκε τη συζήτηση με τον αγρότη τόσο ενδιαφέρουσα που έδιωξε τη δική του άμαξα  και, παρέα με τον καινούργιο φίλο του, πήγαν στην Ορλεάνη.  Η Επανάσταση τού επιφύλαξε μια περίεργη μεταχείριση. Από τη μια, έκανε μερικές έξυπνες  αγοραπωλησίες  εκκλησιαστικών  κτημάτων  που  του  απέφεραν  μια  μικρή  περιουσία.

 Από  την άλλη, καταπιάστηκε  μ’ ένα μεγαλεπήβολο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που τον έφερε  σ’  επαφή  με  ξένους,  με  αποτέλεσμα  να  πέσει  σε  δυσμένεια  και  να  βρεθεί  υπό  περιορισμό.  Κατάφερε να δραπετεύσει και αμέσως μετά, με μια χειρονομία ταυτόχρονα ρομαντική και  αρχοντική, ξαναπαραδόθηκε στις αρχές όταν έμαθε ότι ο ξενοδόχος του είχε κατηγορηθεί  άδικα ότι τον βοήθησε να δραπετεύσει.

Σχετικα αρθρα

Το αμείλικτο σύστημα του Karl Marx

admin

Πανδημική Κρίση και Τουρισμός:Οικονομικός Αντίκτυπος & Προοπτικές

admin

XA:Μάρτιος προσδοκιών και αρνητικής παράδοσης

admin

OTE:Ισχυρές επιδόσεις για τον Όμιλο σε ένα πρωτόγνωρο οικονομικό περιβάλλον-Μέρισμα €0,68 ανά μετοχή

admin

Ο νέος γενναίος κόσμος των κεντρικών τραπεζών – J.Pisani-Ferry

admin

COVID-19 και επιστροφή στην κανονικότητα: Ακόμη και το «εμβολιασμένο» Ισραήλ έχει προβλήματα

admin

Τουρισμός:Ρεκόρ κρατήσεων και… ελπίδων για το καλοκαίρι

admin

PwC: Αυτοί είναι οι κλάδοι που επωφελούνται περισσότερο από το 5G

admin

Η “φούσκα” του δολαρίου διογκώνεται επικίνδυνα…

admin

Το τρίγωνο της δύναμης του Draghi και πως θα αλλάξει την Ευρώπη – Melvyn Krauss

admin

XA:Ρεύμα και τάση για λίγους

admin

Δεν πείθει τους επενδυτές ο Ερντογάν: Συνεχίζουν να «πυροβολούν» οι ξένοι

admin