Image default
Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Τα όνειρα των ουτοπικών σοσιαλιστών (II)

Αυτή  τη  φορά  τον  έριξαν  στη  φυλακή.  Εκεί,  όμως,  μες  στο  κελί  του,  ανακάλυψε  εξ  αποκαλύψεως  αυτό  που,  κατά  κάποια  έννοια,  περίμενε  όλη  του  τη  ζωή.  Η  αποκάλυψη  ήρθε,  όπως  κάθε  τέτοιου  είδους  επιφοίτηση,  στον  ύπνο  του.  Ο  ίδιος  ο  Saint‐Simon  την  περιγράφει ως εξής:  «Κατά  τη  σκληρότερη  περίοδο  της  Επανάστασης  και  στη  διάρκεια  μιας  νύχτας  της  φυλάκισής μου στο Λουξεμβούργο, μου παρουσιάστηκε ο Καρλομάγνος και μου είπε: “Από  καταβολής κόσμου δεν έχει υπάρξει οικογένεια που να είχε την τιμή να γεννήσει έναν ήρωα  και  ταυτόχρονα  ένα  φιλόσοφο  πρώτου  μεγέθους.

 Αυτή  η  τιμή  επιφυλάχθηκε  για  τον  οίκο  μου.  Υιέ  μου,  οι  επιτυχίες  σου  ως  φιλοσόφου  θα  είναι  αντάξιες  των  δικών  μου  ως  στρατιώτη και πολιτικού”.»  Άλλο που δεν ήθελε ο Saint‐Simon. Πέτυχε την αποφυλάκισή του και άρχισε να ξοδεύει τα  χρήματα  που  είχε  συγκεντρώσει  σε  μια  πρωτόγνωρη  αναζήτηση  γνώσεων.  Ο  άνθρωπος  αυτός  βάλθηκε  πραγματικά  να  μάθει  ό,τι  μπορούσε  να  μάθει  κανείς  εκείνη  την  εποχή  ‐  καλούσε στο σπίτι του επιστήμονες, οικονομολόγους, φιλοσόφους, πολιτικούς, όλους τους  σοφούς  της  Γαλλίας,  χρηματοδοτούσε  τις  εργασίες  τους  και  τους  έκανε  αδιάκοπες  ερωτήσεις για να μπορέσει να αγκαλιάσει ολόκληρο το φάσμα της παγκόσμιας διανόησης. 

Ήταν μια αλλόκοτη προσπάθεια. Κάποια στιγμή, επειδή του πέρασε από το νου ότι δεν είχε  ακόμα  αποκτήσει,  από  πρώτο  χέρι,  την  εξοικείωση  με  την  οικογενειακή  ζωή  που  θα  τον  βοηθούσε στις κοινωνικές του μελέτες, πήγε και παντρεύτηκε ‐ με τριετές συμβόλαιο. Ένας  χρόνος τού ήταν υπεραρκετός: η γυναίκα του ήταν φλύαρη και οι καλεσμένοι του έτρωγαν  πολύ, και ο Saint‐Simon αποφάνθηκε ότι ο γάμος ως θεσμός εκπαιδευτικής μορφής είχε τα  όριά  του.

 Προτίμησε  να  βάλει  στο  στόχαστρό  του  την  ευφυέστερη  γυναίκα  της  Ευρώπης  εκείνη  την  εποχή,  τη  βαρόνη  de  Στάελ.  Ήταν  η  μόνη  γυναίκα,  κατά  δήλωση  του,  που  θα  καταλάβαινε  τα  σχέδιά  του.  Συναντήθηκαν  αλλά  η  συνάντηση  διέψευσε  τις  προσδοκίες  του:  αυτή  θαύμασε  το  πνεύμα  του  αλλά  δεν  θεώρησε  ότι  είναι  και  ο  μεγαλύτερος  φιλόσοφος  του  κόσμου,  ενώ  αυτός,  υπό  το  φως  των  νέων  δεδομένων,  έχασε  τον  ενθουσιασμό του.  Η  αναζήτηση,  πάντως,  εγκυκλοπαιδικών  γνώσεων,  όσο  θελκτική  κι  αν  ήταν,  αποδείχτηκε  οικονομικά  ολέθρια. 

Τα  έξοδά  του  ήταν  αφειδή  μέχρι  σημείου  απερισκεψίας  και  ο  γάμος  του  απρόβλεπτα  δαπανηρός.  Σύντομα  περιορίστηκε  δραστικά  η  οικονομική  του  ευμάρεια  και,  όταν  πια  ξέμεινε  εντελώς  από  λεφτά,  αναγκάστηκε  να  πιάσει  μια  δουλεία  γραφείου  και,  αργότερα,  να  εξαρτάται  για  στέγη  και  φαγητό  από  τη  βοήθεια  ενός  πρώην  υπηρέτη  του. 

Στο  μεταξύ,  έγραφε  μανιωδώς  ατέλειωτες  μπροσούρες,  παρατηρήσεις,  παραινέσεις  και κοινωνικές μελέτες. Έστελνε τα γραφτά του στους γνωστούς πάτρωνες των ημερών μαζί  με ένα αξιολύπητο σημείωμα:  ΚΥΡΙΕ: Γίνετε ο σωτήρας μου, πεθαίνω της πείνας… Εδώ και 15 μέρες ζω με ψωμί και νερό… έχω πουλήσει τα πάντα εκτός από τα ρούχα που φοράω, για να καλύψω τα έξοδα των αντιτύπων των έργων μου. Το πάθος μου για τις γνώσεις και για το γενικό καλό, και η επιθυμία μου να βρω έναν ειρηνικό τρόπο για τον τερματισμό της φοβερής κρίσης που μαστίζει ολόκληρη την ευρωπαϊκή κοινωνία, είναι οι λόγοι που με έφεραν σ’ αυτή τη δυσχερή θέση…

Κανένας  δεν  τον  συνέδραμε.  Το  1823,  αν  και  έπαιρνε  τώρα  κάποια  σύνταξη  από  την  οικογένειά  του,  αυτοπυροβολήθηκε  από  απόγνωση.  Αλλά  ποτέ  του  δεν  μπόρεσε  να  καταφέρει κάτι έτσι ακριβώς που το ήθελε. Κατάφερε μόνο να χάσει το ένα του μάτι. Έζησε  άλλα  δύο  χρόνια,  άρρωστος,  πάμπτωχος,  με  αφοσίωση  και  περηφάνια.  Όταν  έφτανε  το  τέλος,  μάζεψε  γύρω  του  τους  λίγους  μαθητές  του  και  τους  είπε:  «Να  θυμάστε  ότι  για  να κάνετε σπουδαία πράγματα πρέπει να είστε παθιασμένοι!» 

Τι είχε όμως, κάνει που να αξίζει ένα τέτοιο οπερετικό τέλος; Είχε κάνει κάτι πολύ περίεργο:  είχε ιδρύσει μια βιομηχανική θρησκεία. Δεν το είχε κάνει μέσα από τα βιβλία του, τα οποία  ήταν πολυσέλιδα αλλά έμεναν αδιάβαστα, ούτε μέσα από τις διαλέξεις του, ούτε με το να  κάνει «σπουδαία πράγματα». Με κάποιο τρόπο, ο ίδιος ο άνθρωπος ήταν η έμπνευση για  ένα είδος αίρεσης, είχε συγκεντρώσει γύρω του μια μικρή ομάδα πιστών οπαδών και είχε  δώσει στην κοινωνία μια νέα εικόνα του πώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα.  Επρόκειτο  για  μια  περίεργη,  ημιμυστικιστική  και  ανοργάνωτη  θρησκεία,  πράγμα  φυσικό  αφού  είχε  οικοδομηθεί  σε  ένα  ημιτελές  και  μονόπλευρο  οικοδόμημα  ιδεών.

 Ούτε  αποσκοπούσε να αποτελέσει ακριβώς  θρησκεία ‐ αν και, μετά το θάνατό του, υπήρξε μια  Σαινσιμονική Εκκλησία με έξι τοπικές εκκλησίες στη Γαλλία και παραρτήματα στη Γερμανία  και  την  Αγγλία.  Ίσως  έμοιαζε  περισσότερο  με  τάγμα  μιας  αδελφότητας:  οι  μαθητές  του  ντύνονταν  σε  αποχρώσεις  του  μπλε  και  κατατάσσονταν  σε  «πατέρες  και  υιούς».  Σ’  έναν  όμορφο συμβολισμό του τι αντιπροσώπευε ο ίδιος ο ιδρυτής, φορούσαν έναν ειδικό γιλέκο  που  δεν  μπορούσες  ούτε  να  το  βάλεις  ούτε  να  το  βγάλεις  χωρίς  βοήθεια  κι  έτσι  υπογράμμιζαν την εξάρτηση κάθε ανθρώπου από τους αδελφούς του. Γρήγορα, ωστόσο, η  εκκλησία εκφυλίστηκε καθώς οι μεταγενέστεροι  σαινσιμονικοί επινόησαν  δικό τους ηθικό  κώδικα  που  σε  μερικές  περιπτώσεις  δεν  ήταν  τίποτε  περισσότερο  από  μια  καλοκωδικοποιημένη ανηθικότητα. 

Το  ευαγγέλιο  που  κήρυσσε  ο  Saint‐Simon  δεν  θα  σκανδάλιζε  τα  δικά  μας  αφτιά.  Διακήρυσσε  ότι  «ο  άνθρωπος  πρέπει  να  δουλεύει»  αν  θέλει  να  έχει  μερίδιο  από  τους  καρπούς  της  κοινωνίας.  Αλλά,  αν  συγκριθεί  με  τα  συμπεράσματα  που  βγάζει  κανείς  απ’  αυτό το συλλογισμό, η κοινωνία των παραλληλογράμμων του Robert Owen ήταν πολύ πιο  εφαρμόσιμη.  «Ας  υποθέσουμε»,  έγραφε  ο  Saint‐Simon,  «ότι  η  Γαλλία  χάνει  ξαφνικά  τους  πενήντα  καλύτερους  φυσικούς  της,  τους  πενήντα  καλύτερους  χημικούς  της,  τους  πενήντα  καλύτερους φυσιολόγους της, μαθηματικούς της, μηχανικούς της» και συνεχίζει έτσι μέχρι  να καλύψει τρεις χιλιάδες σοφούς, καλλιτέχνες και τεχνίτες (ο Saint‐Simon δεν διακρινόταν  για την οικονομία του λόγου του).

Ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα; Θα ήταν μια καταστροφή  που θα στερούσε τη Γαλλία από την ίδια της την ψυχή.  Ας υποθέσουμε τώρα, συνεχίζει ο Saint‐Simon, ότι, αντί να χάσει αυτά τα λιγοστά άτομα, η  Γαλλία έχανε από τη μια στιγμή στην άλλη όλη την ανώτερη κοινωνική τάξη της: τον αδελφό  του βασιλιά, τον Δούκα de Μπερί, μερικές δούκισσες, τους αυλικούς, τους υπουργούς της  κυβέρνησης, τους δικαστές της και δέκα χιλιάδες από τους πλουσιότερους γαιοκτήμονες ‐  τριάντα χιλιάδες ανθρώπους συνολικά.129 Το αποτέλεσμα; Ακόμα πιο θλιβερό, λέει ο Saint‐ Simon,  γιατί  όλοι  αυτοί  είναι  καλοί  άνθρωποι  αλλά  η  απώλειά  τους  θα  άφηνε  μόνο  ένα  συναισθηματικό  κενό  ‐  το  ίδιο  κράτος  δεν  θα  έπασχε.  Πολλοί  άλλοι  θα  μπορούσαν  να  κάνουν την ίδια δουλειά που κάνουν αυτά τα ωραιότατα διακοσμητικά στοιχεία.

  Το  ηθικό  δίδαγμα  είναι  ευνόητο.  Οι  εργάτες  ‐les  industrials‐  όλων  των  βαθμίδων  της  ιεραρχίας  είναι  αυτοί  που  αξίζουν  τις  υψηλότερες  ανταμοιβές  της  κοινωνίας  και  οι  αργόσχολοι  αυτοί  που  αξίζουν  τις  λιγότερες.  Τι  βρίσκουμε  όμως  μπροστά  μας;  Από  μια  περίεργη  κακοδικία,  συμβαίνει  ακριβώς  το  αντίθετο:  αυτοί  που  προσφέρουν  τα  λιγότερα  είναι αυτοί παίρνουν τα περισσότερα.  Ο Saint‐Simon προτείνει να ανατραπεί η πυραμίδα. Η κοινωνία είναι στην πραγματικότητα οργανωμένη  σαν  ένα  τεράστιο  εργοστάσιο  και  θα  έπρεπε  να  επεκτείνει  την  αρχή  οργάνωσης του εργοστασίου σε όλες τις περιπτώσεις.  Η κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει οικονομικό ρόλο, όχι πολιτικό. Θα έπρεπε να ρυθμίζει τα  πράγματα  και  όχι  να  χειραγωγεί  τους  ανθρώπους.

 Οι  ανταμοιβές  θα  έπρεπε  να  κατανέμονται ανάλογα με την κοινωνική συμβολή του καθενός: θα έπρεπε να αποδίδονται  στα  ενεργά  μέλη  του  εργοστασίου  και  όχι  στους  αμέτοχους  παρατηρητές.  Αυτό  που  ευαγγελίζεται ο Saint‐Simon δεν είναι μια επανάσταση, ούτε καν σοσιαλισμός με την έννοια  που  τον  καταλαβαίνουμε.  Είναι  ένας  ύμνος  στη  βιομηχανική  διαδικασία  και  μια  διαμαρτυρία  ότι,  σε  μια  κοινωνία  του  μόχθου,  οι  αργόσχολοι  καταλήγουν  να  προσπορίζονται ένα δυσανάλογα μεγάλο μερίδιο του πλούτου. 

Δεν  υπάρχει  ούτε  μία  λέξη  για  το  πώς  μπορούν  να  γίνουν  όλα  αυτά:  οι  μεταγενέστεροι  σαινσιμονικοί προχώρησαν ένα βήμα πιο πέρα από τον ιδρυτή τους και τάχθηκαν υπέρ της  κατάργησης  της  ατομικής  ιδιοκτησίας,  αλλά  κι  αυτό  ακόμα  τους  άφησε  ένα  πολύ  ασαφές  πρόγραμμα κοινωνικής μεταρρύθμισης. Έχουμε να κάνουμε με μια θρησκεία της εργασίας,  που όμως της λείπει η κατάλληλη κατήχηση: επισήμαινε τις σοβαρές αδικίες στην κατανομή  του κοινωνικού πλούτου αλλά είναι απογοητευτικά λίγες οι οδηγίες που δίνει σε όσους θα  ήθελαν να διορθώσουν τα πράγματα.  Ίσως αυτή ακριβώς η έλλειψη προγράμματος βοήθησε στην επιτυχία ενός άνδρα που ήταν  το  ακριβές  αντίθετο  του  Saint‐Simon.

 Εκεί  που  ο  πρώην  αριστοκράτης  εμπνεόταν  από  το  πάθος  για  τη  μεγάλη  ιδέα,  ο  Κάρολος  Φουριέ  είχε  πάθος  με  τη  λεπτομέρεια.  Όπως  ο  Saint‐Simon, έτσι και ο Φουριέ πίστευε ότι ο κόσμος ήταν απελπιστικά ανοργάνωτος, αλλά  η θεραπεία που αυτός πρότεινε αναλυόταν μέχρι κεραίας.  Ο Saint‐Simon ήταν παράτολμος σ’ όλη του τη ζωή∙ ο Φουριέ είχε παράτολμη φαντασία. Η  βιογραφία του είναι ένα μεγάλο κενό: γεννήθηκε το 1772 στην Μπεζανσόν της Γαλλίας. Ο  πατέρας  του  ήταν  υφασματέμπορος.  Πέρασε  την  περισσότερη  ζωή  του  σαν  ένας  μάλλον  αποτυχημένος  περιοδεύων  πλασιέ.  Κατά  μία  έννοια,  δεν  έκανε  τίποτα,  ούτε  καν  παντρεύτηκε. Είχε μόνο δύο πάθη: τα λουλούδια και τις γάτες.

Μόνο τα τελευταία χρόνια  της  ζωής  του  έχουν  κάποιο  ενδιαφέρον  επειδή  τα  πέρασε  καθισμένος  στο  δωμάτιό  του,  περιμένοντας  σε  συγκεκριμένες  ώρες  που  είχε  εξαγγείλει,  την  επίσκεψη  κάποιου  μεγαλοκαπιταλιστή  που  θα  ήταν  διατεθειμένος  να  χρηματοδοτήσει  τα  σχέδιά  του  να  αλλάξει τον κόσμο. Όπως, άλλωστε, είχε γράψει αυτός ο εμποράκος: «Μόνο εγώ μπόρεσα  να αντικρούσω είκοσι αιώνες πολιτικής ηλιθιότητας, και σ’ εμένα μόνο θα προσβλέπουν οι  τωρινές  και  μελλοντικές  γενιές  για  την  πηγή  της  αστείρευτης  ευδαιμονίας  τους».  Έχοντας  επωμιστεί τόσο μεγάλη ευθύνη, δεν μπορούσε παρά να είναι συνεχώς διαθέσιμος για τον  καπιταλιστή‐αυτόκλητο  σωτήρα  που  θα  κατέφθανε  με  τα  τσουβάλια  τα  λεφτά.

  Όμως  περίμενε εις μάτην.  Για να το πούμε ευγενικά, ο Φουριέ ήταν εκκεντρικός∙ για να ακριβολογούμε, ίσως να του  είχε σαλέψει λίγο ο νους. Είχε πλάσει έναν εντελώς φανταστικό κόσμο: πίστευε ότι η γη θα  έχει  μια  ζωή  διάρκειας  80.000  ετών,  τα  πρώτα  σαράντα  με  ανοδικές  δονήσεις  και  τα  επόμενα  σαράντα  με  καθοδικές  δονήσεις.  Στη  μέση  (μην  πονοκεφαλιάζετε  με  την  αριθμητική)  βρίσκονται  8.000  χρόνια,  που  είναι  το  Απόγειο  της  Ευδαιμονίας.  Έχουμε  ήδη  διανύσει  τα  πέντε  από  οκτώ  στάδια  εξέλιξης,  αφού  περάσαμε  από  τη  Σύγχυση,  τον  Πρωτογονισμό,  την  Πατριαρχία  και  τη  Βαρβαρότητα. 

Μπροστά  μας  βρίσκονται  ακόμα  το  στάδιο του Εξασφαλισμού  (μια όχι και τόσο άσχημη πρόβλεψη)  και κατόπιν  η ανωφέρεια  της Αρμονίας. Ωστόσο, όταν θα έχουμε πια επιτύχει την απόλυτη ευδαιμονία, η τραμπάλα  θα  κλίνει  προς  την  άλλη  πλευρά  και  θα  αρχίσουμε  πάλι  την  αντίστροφη  πορεία  μέχρι  να καταλήξουμε στο αρχικό στάδιο της εξέλιξης.  Στο μεταξύ, καθώς θα προχωρούμε όλο και πιο βαθιά στην Αρμονία, θα γίνονται διάφορα  σημεία και τέρατα: ένα Στέμμα θα περιβάλλει το Βόρειο Πόλο και θα σκορπίζει μια γλυκιά  δροσιά∙ η θάλασσα θα γίνει λεμονάδα∙ έξι νέα φεγγάρια θα πάρουν τη θέση του μοναχικού  μας  δορυφόρου∙  και  θα  εμφανιστούν  νέα  είδη  ζώων,  καλύτερα  προσαρμοσμένων  στο  στάδιο της Αρμονίας: ένας αντιλέων, ζώο υπάκουο και εξυπηρετικό∙ μια αντιφάλαινα, που  θα ζεύουμε στα πλοία∙ μια αντιαρκούδα και αντικορεοί και αντιαρουραίοι.

Θα φτάνουμε σε  ηλικία 140 ετών, από τα οποία τα πρώτα 120 χρόνια θα τα αναλώνουμε στην απεριόριστη  επιδίωξη του σαρκικού έρωτα.  Όλα  αυτά  και  μαζί  η,  από  πρώτο  χέρι,  περιγραφή  των  κατοίκων  άλλων  πλανητών  μάς  κάνουν  να  αναρωτιόμαστε  μήπως  είχε  τρελαθεί  όταν  τα  έγραφε.  Ίσως  να  ήταν  και  λίγο  τρελός.  Αλλά  όταν  έστρεφε  τα  μάτια  του  στην  καθημερινότητα,  έβλεπε  έναν  κόσμο  βυθισμένο  στο  χάος  και  τη  δυστυχία  και  έβλεπε  και  έναν  τρόπο  να  αναδιοργανώσει  την  κοινωνία.  Η συνταγή του ήταν πολύ ακριβής.

 Η κοινωνία θα έπρεπε να αναδιοργανωθεί σε φάλαγγες,  σε  phalansteres  όπως  είναι  η  γαλλική  λέξη,  που  θα  ακολουθούσαν  την  οργάνωση  ενός  μεγάλου  ξενοδοχείου  τύπου  Grand  Hotel  που  δεν  απείχε  και  πολύ  από  τα  Συνεταιριστικά  Χωριά  του  Owen.  Περιέγραφε  το  «ξενοδοχείο»  με  κάθε  λεπτομέρεια:  είχε  ένα  μεγάλο  κεντρικό κτίσμα (με ακριβή περιγραφή των διάφορων δωματίων και των διαστάσεών τους)  και  γύρω  απ’  αυτό  θα  απλώνονταν  αγροί  και  βιομηχανικές  εγκαταστάσεις.

  Έμενες  στο  ξενοδοχείο  ανάλογα  με  το  πορτοφόλι  σου:  σε  δωμάτιο  πρώτης,  δεύτερης  ή  τρίτης  κατηγορίας,  με  όση  ησυχία  χρειαζόσουν  (ακόμα  και  με  γεύματα  που  σου  έφερναν  στο  δωμάτιό σου) αλλά και με αρκετή κοινωνική συναναστροφή για να διατηρείται η μαγιά της  κουλτούρας. Η αποδοτικότητα εξασφαλιζόταν μέσω της συγκεντροποίησης. Εδώ ο εργένης  Φουριέ ζωγράφισε μια θελκτικότατη εικόνα των θριάμβων της κεντροποιημένης κουζίνας.  Όλοι,  βέβαια,  θα  πρέπει  να  δουλεύουν,  για  λίγες  ώρες  κάθε  μέρα.  Κανένας  όμως  δεν  θα  απέφευγε  τη  δουλειά  γιατί  όλοι  θα  έκαναν  αυτό  που  τους  άρεσε  περισσότερο.  Έτσι  το  πρόβλημα με τις βρόμικες και βαριές δουλειές θα λυνόταν ρωτώντας ποιος θα ήθελε να τις  κάνει.

 Και η απάντηση ήταν, μα τα παιδιά βέβαια. Έτσι θα υπήρχαν Ορδές Παιδιών που θα  πήγαιναν χαρούμενα στα κεντρικά σφαγεία ή για να φτιάξουν δρόμους και θα διασκέδαζαν  αφάνταστα.  Για  τη  μειονότητα  των  παιδιών  που  δεν  θα  έκαναν  κέφι  αυτές  τις  αγγαροδουλειές, θα υπήρχαν Ομάδες Παιδιών που θα περιποιούνταν τα λουλούδια και θα  διόρθωναν την κακή προφορά των γονιών τους.  Μεταξύ  των  εργατών  θα  υπήρχε  ευγενής  άμιλλα  για  το  ποιος  θα  έκανε  την  καλύτερη  δουλειά:  διαγωνισμοί  για  τον  καλύτερο  καλλιεργητή  αχλαδιών  και  τον  καλύτερο  καλλιεργητή σπανακιού και τελικά (όταν θα είχε πια εφαρμοστεί σε παγκόσμια κλίμακα η  αρχή  των  φαλαγγών  και  είχαν  ιδρυθεί  οι  απαραίτητες  2.958.984  φάλαγγες)  μάχες  τρανές  ανάμεσα σε αρχιμάγειρες ομελέτας και εμφιαλωτές σαμπάνιας. 

Η όλη υπόθεση θα ήταν άκρως επικερδής. Τα κέρδη θα έφταναν σε ποσοστό το 30%. Όμως  το κέρδος θα ανήκε στην κοινότητα: το πλεόνασμα θα πήγαινε κατά τα 5/12 στην εργασία,  κατά  τα  4/12  στο  κεφάλαιο  και  κατά  τα  3/12  στην  «ικανότητα»,  και  όλοι  οι  εργάτες  θα  προτρέπονταν να γίνουν και μέτοχοι στις επιχειρήσεις.  Όσο αλλόκοτη και  εξωπραγματική αν  φαίνεται, η  ιδέα του Φουριέ  βρήκε οπαδούς ακόμα  και  στη  μητρόπολη  του  πρακτικού  πνεύματος  και  της  κοινής  λογικής,  τις  Ηνωμένες Πολιτείες.  Κάποια  στιγμή  υπήρχαν  πάνω  από  σαράντα  φάλαγγες  φουριεριανής  εμπνεύσεως  σ’  αυτή  τη  χώρα,  και  αν  συνυπολογίσουμε  τα  κοινόβια  του  Owen  και  τα  διάφορα  θρησκευτικά  κινήματα,  υπήρχαν  τουλάχιστο  178  ομάδες  ουτοπιστών  με  15  έως  900 μέλη η καθεμιά.  Διακρίνονταν  από  μεγάλη  ποικιλία:  κάποιες  ομάδες  ήταν  ευλαβείς  και  άλλες  ανευλαβείς‐  κάποιες ενάρετες και άλλες έκλυτες‐ κάποιες καπιταλιστικές κι άλλες αναρχικές. Υπήρχε η  «Φάλαγγα Τέρνμπουλ» στο Ohio και οι «Μοντέρνοι Καιροί» στο Λονγκ Άιλαντ, η «Ονέιντα»  και  η  «Μπρουκ  Φαρμ»  στη  Νέα  Ικαρία  και  μια  αξιοθαύμαστη  φάλαγγα,  η  «Βορειοαμερικανική Φάλαγγα της New Jersey», η οποία άντεξε από το 1843 ως το 1855 και  μετά συνέχισε, κάτι ανάμεσα σε ξενοδοχείο και κοινόβιο, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του  1930.  Καμιά  απ’  αυτές  τις  τεχνητές  ουτοπίες  δεν  κατάφερε  να  ριζώσει. 

Οι  τεχνητές  ουτοπίες  δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στις αντιξοότητες της πραγματικής ζωής και, απ’ όλες τις  προτεινόμενες  ουτοπικές  αναδιοργανώσεις  της  κοινωνίας,  καμιά  δεν  βρισκόταν  τόσο  μακριά  απ’  τη  βιωσιμότητα  όσο  η  φάλαγγα  του  Φουριέ.  Αλλά  και  καμιά  δεν  είναι  τόσο  συναρπαστική.  Αν  μπορούσαμε  να  ζήσουμε  σε  μια  τέτοια  φάλαγγα,  ποιος  θα  είχε  αντίρρηση; Ο Φουριέ επισήμανε με ακαταμάχητη πειστικότητα την αφόρητη δυστυχία του  κόσμου στον οποίο ζούσε αλλά η συνταγή του περιείχε πάρα πολλά ουράνια συστατικά για  τα γήινα δεινά που ήθελε να θεραπεύσει.   

Φαίνονται  γελοίοι  αυτοί  οι  Ουτοπιστές;  Είναι  αλήθεια  ότι  όλοι  τους  ήταν  ονειροπόλοι  ‐  αλλά, όπως είπε ο Ανατόλ Φρανς, χωρίς ονειροπόλους θα ζούσαμε ακόμα σε σπηλιές. Όλοι  τους είχαν και μια δόση τρέλας: ακόμα και ο Saint‐Simon έκανε σοβαρές υποθέσεις για την  πιθανότητα  κάποια  μέρα  ο  κάστορας,  ως  το  πιο  έξυπνο  ζώο,  να  πάρει  τη  θέση  του  ανθρώπινου είδους. Αν τους θεωρούμε αξιόλογους, δεν είναι επειδή ήταν εκκεντρικοί ή για  τον πλούτο και την ελκυστικότητα των οραμάτων τους. Αξίζει να τους προσέξουμε επειδή  ήταν  θαρραλέοι  και  για  να  εκτιμήσουμε  το  θάρρος  τους,  θα  πρέπει  να  κατανοήσουμε  το  διανοητικό κλίμα στο οποίο έζησαν.  Ο κόσμος στον οποίο ζούσαν δεν ήταν μόνο σκληρός και άκαρδος αλλά εκλογίκευε επίσης  τη  σκληρότητά  του  υπό  το  πρόσχημα  των  οικονομικών  νόμων.  Ο  Γάλλος  τραπεζίτης  και  πολιτικός Νεκέ  έλεγε προς το τέλος του 19ου αιώνα: «Αν ήταν  δυνατό να ανακαλύψουμε  κάποιο είδος τροφής λιγότερο εύγευστης απ’ το ψωμί αλλά με διπλάσια  θρεπτική αξία, ο  κόσμος θα περιόριζε τα γεύματά του σε ένα κάθε δύο μέρες». Όσο σκληρό κι αν ακουγόταν  κάτι τέτοιο, δεν στερούνταν λογικής. Ο κόσμος ήταν σκληρός, όχι οι άνθρωποι που ζούσαν  σ’  αυτόν.  Ο  κόσμος  διεπόταν  από  οικονομικούς  νόμους  και  με  τους  οικονομικούς  νόμους  δεν  αστειεύεται  κανείς. 

Ήταν  εκεί  και  το  να  καταφέρεσαι  εναντίον  των  αδικιών  που  θα  μπορούσαν να προκύψουν, ως ατυχής συνέπεια της λειτουργίας τους, ήταν εξίσου ανόητο  με το να θρηνείς για τις φάσεις της παλίρροιας.  Οι νόμοι ήταν λίγοι αλλά καθοριστικής σημασίας. Είδαμε πώς ο Adam Smith, ο Malthus και  ο Ricardo επεξεργάστηκαν τους νόμους οικονομικής διανομής. Αυτοί οι νόμοι φαίνονταν να  εξηγούν όχι μόνο πώς συνήθως κατανέμεται το κοινωνικό προϊόν αλλά και πώς θα έπρεπε  να  κατανέμεται.  Οι  νόμοι  έδειχναν  ότι  τα  κέρδη  συμπιέζονταν  και  ελέγχονταν  από  τον  ανταγωνισμό, ότι οι μισθοί ήταν υπό τη συνεχή πίεση της πληθυσμιακής αύξησης, και ότι οι  πρόσοδοι για το γαιοκτήμονα αυξάνονταν καθώς  επεκτεινόταν η κοινωνία.  Και αυτό ήταν  όλο. Ίσως το αποτέλεσμα να μην ήταν αρεστό αλλά ήταν φανερό ότι αυτό το αποτέλεσμα ήταν  η  φυσική  έκβαση  της  δυναμικής  της  κοινωνίας:  δεν  υπήρχε  καμιά  προσωπική  μνησικακία ούτε προσωπική χειραγώγηση. Οι οικονομικοί νόμοι ήταν σαν τους νόμους της  βαρύτητας και φαινόταν εξίσου παράλογο να αμφισβητήσεις και τους μεν και τους δε. Έτσι  ένα βασικό εγχειρίδιο οικονομικών αρχών έγραφε: «Πριν από εκατό χρόνια μόνοι οι σοφοί  μπορούσαν  να  τους  καταλάβουν  [τους  οικονομικούς  νόμους].  Σήμερα  είναι  αυτονόητες  αλήθειες επιπέδου νηπιαγωγείου και η μόνη τους πραγματική δυσκολία είναι η υπερβολική  απλότητά τους». 

Δεν  είναι  να  απορεί  κανείς  που  οι  Ουτοπιστές  έφτασαν  σε  τέτοιες  ακρότητες.  Οι  νόμοι  φαίνονταν  να  είναι  απαραβίαστοι,  και  όμως  η  κατάσταση  της  κοινωνίας  για  την  οποία  θεωρούνταν υπεύθυνοι ήταν αφόρητη. Έτσι οι Ουτοπιστές επιστράτευσαν το θάρρος τους  και ουσιαστικά αυτό που είπαν είναι ότι πρέπει να αλλάξει ολόκληρο το σύστημα. Αν αυτός  είναι ο καπιταλισμός (που δέχεται να αλυσοδένουν τον Robert Μπλίνκοου σε μια μηχανή),  ας  δοκιμάσουμε  οτιδήποτε  άλλο  ‐  Συνεταιριστικά  Χωριά,  ηθικούς  κώδικες  ή  την  απολαυστική ατμόσφαιρα θέρετρου αναψυχής στις φουριεριανές φάλαγγες. Οι Ουτοπιστές  ‐και  ήταν  πολύ  περισσότεροι  απ’  αυτούς  που  αναφέρθηκαν  σ’  αυτό  το  κεφάλαιο‐  ήταν  μεταρρυθμιστές στην καρδιά τους περισσότερο απ’ ό,τι στο μυαλό τους.  Αυτός  είναι  ένας  από  τους  λόγους  που  τους  ονομάζουμε  Ουτοπικούς  Σοσιαλιστές.

 Η  «ουτοπία»  δεν  ήταν  μόνο  ο  ιδεαλιστικός  σκοπός  αλλά  και  το  μέσο.  Σε  αντιδιαστολή  προς  τους  κομουνιστές,  αυτοί  ήταν  μεταρρυθμιστές  που  ήλπιζαν  να  πείσουν  τα  μέλη  των  ανώτερων τάξεων ότι η κοινωνική αλλαγή θα απέβαινε τελικά και προς δικό τους όφελος.  Οι  κομουνιστές  απευθύνονταν  στις  μάζες  και  τις  υποκινούσαν  και  σε  βία  ακόμα,  αν  χρειαζόταν,  για  να  πετύχουν  τους  σκοπούς  τους∙  οι  σοσιαλιστές  απευθύνονταν  στους  ομοίους τους ‐τους διανοούμενους, τους μικροαστούς, τους ελευθερόφρονες μεσοαστούς  ή τους διανοητικά απελευθερωμένους αριστοκράτες‐ για να υποστηρίξουν τα σχέδιά τους.  Ακόμα  κι  ο  Robert  Owen  ήλπιζε  ότι  οι  συνάδελφοι  βιομήχανοι  θα  έβλεπαν  το  φως  το  αληθινό.  Αλλά,  κατά  δεύτερο  λόγο,  ας  επισημάνουμε  ότι  αυτοί  ήταν  Ουτοπικοί  Σοσιαλιστές,  που  σημαίνει ότι ήταν οικονομικοί μεταρρυθμιστές. Κατασκευαστές ουτοπιών υπήρχαν από τον  καιρό του Πλάτωνα αλλά περίμεναν να φτάσει ο καιρός της Γαλλικής Επανάστασης για να  αρχίσουν να αντιδρούν όχι μόνο στην πολιτική αλλά και στην οικονομική αδικία. Και αφού  ο  πρώιμος  καπιταλισμός  ήταν  ο  υπεύθυνος  για  τη  φρικτή  κατάσταση  που  τους  έκανε  να  εξεγείρονται,  δεν  είναι  αφύσικο  που  στράφηκαν  ενάντια  στην  ατομική  ιδιοκτησία  και  τον  αγώνα για προσωπικό πλουτισμό.

 Ελάχιστοι απ’ αυτούς σκέφτηκαν τη μεταρρύθμιση μέσα  στο  ίδιο  σύστημα:  ας  μην  ξεχνάμε  ότι  αυτή  ήταν  η  εποχή  που  μόλις  είχε  αρχίσει  να  θεσπίζεται,  με  απροθυμία  από  τη  μια  μεριά  και  πολύ  κόπο  από  την  άλλη,  κάποια  εργοστασιακή  νομοθεσία,  που  περισσότερες  φορές  παραβιαζόταν  παρά  γινόταν  σεβαστή.  Οι  Ουτοπιστές  ήθελαν  κάτι  καλύτερο  από  μια  μεταρρύθμιση  ‐  ήθελαν  μια  νέα  κοινωνία  στην οποία το «Αγάπα τον πλησίον σου» θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να επικρατήσει της  στυγνής εκμετάλλευσης. Το κλειδί για την ανθρώπινη πρόοδο θα βρισκόταν στη θαλπωρή  της κοινοκτημοσύνης.

Οι Ουτοπιστές ήταν εξαιρετικά καλοπροαίρετοι αλλά, παρά τις καλές τους προθέσεις και τις  φιλότιμες θεωρίες τους, δεν ενέπνεαν σεβασμό. Αυτό που τους χρειαζόταν ήταν το κύρος  κάποιου που η καρδιά του θα εμφορούνταν από τις ιδέες τους αλλά και που η λογική του  θα  ήταν  πιο  τετράγωνη.  Βρήκαν  αυτό  το  πρόσωπο  στο  πιο  απίθανο  μέρος:  στην  τελική  μεταστροφή  στον  σοσιαλισμό  του  ανθρώπου  που  κατά  γενική  ομολογία  ήταν  ο  μεγαλύτερος οικονομολόγος της εποχής, του John Stuart Mill.

  Όλοι σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι κάπως ασυνήθιστοι άνθρωποι, αλλά ο John Stuart Mill τους  ξεπερνάει  όλους.  Πατέρας  του  ήταν  ο  James  Mill,  ιστορικός,  φιλόσοφος,  επιφυλλιδογράφος,  φίλος  και  έμπιστος  του  Ricardo  και  του  Τζέρεμυ  Μπένθαμ,  και  ένας  από τους κορυφαίους διανοούμενους των αρχών του 19ου αιώνα. Ο James Mill είχε πολύ  ξεκάθαρες  απόψεις  για  όλα  σχεδόν  τα  πράγματα,  και  ειδικότερα  για  τη  μόρφωση.  Ο  γιος  του, ο John Stuart Mill, ήταν το καταπληκτικό προϊόν αυτών των απόψεων.  Ο  John  Stuart  Mill  γεννήθηκε  το  1806.  Ήδη  το  1809  (όχι  το  1819)  άρχισε  να  μαθαίνει  ελληνικά. Σε ηλικία επτά ετών είχε διαβάσει τους περισσότερους από τους διάλογους του  Πλάτωνα.  Την  επόμενη  χρονιά  άρχισε  λατινικά,  έχοντας  στο  μεταξύ  εμπεδώσει  τον  Ηρόδοτο,  τον  Ξενοφώντα,  τον  Διογένη  Λαέρτιο  και  μέρος  του  Λουκιανού.

 Από  τα  οκτώ  μέχρι  τα  δώδεκά  του  κάλυψε  τους  Βιργίλιο,  Οράτιο,  Λίβιο,  Σαλλούστιο,  Οβίδιο,  Τερέντιο,  Λουκρήτιο,  Αριστοτέλη,  Σοφοκλή  και  Αριστοφάνη.  Έμαθε  τέλεια  γεωμετρία,  άλγεβρα  και  διαφορικό  λογισμό,  έγραψε  μια  Ρωμαϊκή  Ιστορία,  μια  Σύνοψη  της  Αρχαίας  Παγκόσμιας  Ιστορίας,  μια  Ιστορία  της  Ολλανδίας  και  μερικά  ποιήματα.  «Ποτέ  δεν  έγραψα  τίποτε  στα  ελληνικά,  ούτε  καν  πεζά,  και  πολύ  λίγα  στα  λατινικά»132,  αναφέρει  στην  πασίγνωστη  Αυτοβιογραφία  του.  «Όχι  ότι  ο  πατέρας  μου  έβαζε  σε  δεύτερη  μοίρα  την  αξία  αυτής  της  ενασχόλησης… αλλά διότι πραγματικά δεν υπήρχε χρόνος για κάτι τέτοιο».  Στην ώριμη ηλικία των δώδεκα ετών, ο Mill άρχισε να ασχολείται με τη Λογική και τα έργα  του Hobbes. Στα δεκατρία έκανε μια πλήρη επισκόπηση όλων εκείνων που μπορούσε τότε  να μάθει κανείς στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας.  Ήταν  μια  παράξενη  και,  με  τα  δικά  μας  κριτήρια,  μια  μαρτυρική  ανατροφή.  Δεν  υπήρχαν  διακοπές,  «από  φόβο  μήπως  έτσι  διακοπτόταν  η  ρουτίνα  της  εργασίας  και  υιοθετούνταν  μια  τάση  προς  την  οκνηρία»,  δεν  υπήρχαν  παιδικοί  φίλοι,  ούτε  καν  η  επίγνωση  ότι  η  μόρφωση και η ανατροφή του διέφεραν πολύ από το συνηθισμένο. Το αξιοθαύμαστο δεν  είναι  επομένως  ότι  ο  Mill  έγραψε  μεγάλα  έργα,  αλλά  το  ότι  κατόρθωσε  να  αποφύγει  μια  ολοκληρωτική  καταβαράθρωση  της  προσωπικότητάς  του. 

Πέρασε,  όμως,  έναν  νευρικό  κλονισμό: στα είκοσι του. Ο εύθραυστος πνευματικός κόσμος της εργασίας και του μόχθου  στον  οποίο  είχε  γαλουχηθεί,  ξαφνικά  έγινε  στείρος  και  ανεπαρκής.  Και  την  εποχή  που  οι  άλλοι νέοι ανακάλυπταν ότι μπορεί να υπάρχει ομορφιά στην πνευματική δραστηριότητα, ο  καημένος ο Mill βρέθηκε να ανακαλύπτει ότι υπάρχει ομορφιά στην ομορφιά. Περιέπεσε σε  κατάσταση  μελαγχολίας.  Μετά  διάβασε  Γκαίτε,  Γουέρντσγουερθ  και  Saint‐Simon  ‐  διανοητές  που  μιλούσαν  για  την  καρδιά  τόσο  σοβαρά  όσο  ο  πατέρας  του  για  το  μυαλό.  Τότε ήταν που γνώρισε και τη Χάριετ Τέιλορ.

 Για κακή τους τύχη, υπήρχε και κύριος Τέιλορ. Αγνοήθηκε παντελώς. Η Χάριετ Τέιλορ και ο  Mill αγαπήθηκαν και για τα επόμενα είκοσι χρόνια αλληλογραφούσαν, ταξίδευαν μαζί, και  τελικά ζούσαν και μαζί ‐ σε απόλυτη αγνότητα (αν πιστέψει κανείς την αλληλογραφία τους).  Στο τέλος, ο κύριος Τέιλορ έπαψε να αποτελεί εμπόδιο λόγω του επελθόντος θανάτου του,  και οι δυο τους παντρεύτηκαν.  Ήταν  ένας  πολύ  ταιριαστός  γάμος.  Η  Χάριετ  Τέιλορ  (και  αργότερα  και  η  κόρη  της  Helen)  ολοκλήρωσαν  τη  συναισθηματική  αφύπνιση  που  τόσο  καθυστερημένα  προέκυψε  για  τον  Mill. Οι δυο γυναίκες μαζί, τού άνοιξαν τα μάτια στα δικαιώματα των γυναικών και, πράγμα  ακόμα  σπουδαιότερο,  στα  δικαιώματα  του  ανθρώπινου  γένους.  Μετά  το  θάνατο  της  Χάριετ,  όταν  ανασκοπούσε  την  ιστορία  της  ζωής  του,  αποτιμούσε  τις  συγκλίνουσες  επιρροές τους πάνω του και έγραφε: «Όποιος, είτε τώρα είτε στο μέλλον, κρίνει εμένα και το  έργο  μου,  δεν  θα  πρέπει  να  λησμονεί  ότι  είναι  προϊόν  όχι  ενός  μυαλού  και  μιας  συνείδησης, αλλά τριών».

  Ο  Mill,  όπως  είδαμε,  έμαθε  στην  ηλικία  των  δεκατριών  ετών  όλη  την  πολιτική  οικονομία  που ήταν γνωστή στις ημέρες του. Χρειάστηκε να  περάσουν τριάντα ολόκληρα χρόνια για  να  γράψει  το  σπουδαιότερο  κείμενό  του,  τους  δυο  μεγάλους  αριστοτεχνικά  γραμμένους  τόμους με τις Αρχές της πολιτικής οικονομίας (Principles of Political Economy). Ήταν σαν να  συσσώρευε τριάντα χρόνια γνώσης γι’ αυτό το σκοπό και μόνο.  Το  βιβλίο  αποτελεί  μια  πλήρη  επισκόπηση  του  χώρου:  πραγματεύεται  τη  γαιοπρόσοδο,  τους  μισθούς,  τις  τιμές  και  τους  φόρους,  και  ξαναπερνά  από  τα  μονοπάτια  που  πρώτοι  χάραξαν ο Adam Smith, ο Malthus και ο Ricardo. Όμως κάνει κάτι πολύ περισσότερο απ’ τον  απλό  εκσυγχρονισμό  αρχών  οι  οποίες  είχαν  εν  τω  μεταξύ  προσλάβει  αξία  πραγματικού  δόγματος. Προχωρεί και κάνει μια δική του ανακάλυψη, μια ανακάλυψη που ο ίδιος ο Mill  πίστευε  ότι  ήταν  μνημειώδους  σημασίας.

  Όπως  τόσες  και  τόσες  μεγάλες  εμπνεύσεις,  η  ανακάλυψη  ήταν  πολύ  απλή.  Συνίστατο  στο  να  καταδείξει  ότι  ο  πραγματικός  τομέας  δράσης των οικονομικών νόμων είναι η παραγωγή και όχι η κατανομή.  Αυτό που εννοούσε ο Mill ήταν ξεκάθαρο: οι οικονομικοί νόμοι της παραγωγής αφορούν τη  φύση. Δεν υπάρχει τίποτε το αυθαίρετο στο αν η εργασία είναι πιο παραγωγική στη μία ή  την  άλλη  χρήση,  ούτε  υπάρχει  τίποτε  το  ιδιότροπο  ή  τυχαίο  σε  ένα  φαινόμενο  όπως  η  φθίνουσα  παραγωγικότητα  του  εδάφους.  Η  ανεπάρκεια  και  η  ακαμψία  της  φύσης  είναι  πράγματα  υπαρκτά  και  οι  οικονομικοί  κανόνες  συμπεριφοράς  που  μας  λένε  πώς  να  μεγιστοποιούμε τους καρπούς του μόχθου μας είναι τόσο απρόσωποι και απόλυτοι όσο και  οι νόμοι που διέπουν τη διαστολή των αερίων ή την αλληλεπίδραση των χημικών ουσιών.  Αλλά  ‐και  αυτό  είναι  το  μεγαλύτερο  «αλλά»  στην  οικονομική  επιστήμη‐  οι  νόμοι  της  οικονομίας δεν έχουν καμία σχέση με τη διανομή. Όταν έχουμε παραγάγει πλούτο με τον  καλύτερο  δυνατό  τρόπο,  μπορούμε  να  τον  διαθέσουμε  κατά  το  δοκούν.  «Εφόσον  έχουν  παραχθεί τα πράγματα», λέει ο Mill, «η ανθρωπότητα, ατομικά ή συλλογικά, μπορεί να  τα  κάνει  ό,τι  θέλει.

 Μπορεί  να  τα  θέσει  στη  διάθεση  οποιουδήποτε  θέλει  και  με  οποιουσδήποτε όρους… Ακόμα κι αυτά που κάποιο άτομο έχει δημιουργήσει με προσωπικό  μόχθο,  χωρίς  τη  βοήθεια  κανενός,  δεν  μπορεί  να  τα  κρατήσει  χωρίς  την  άδεια  της  κοινωνίας. Όχι μόνο μπορεί η κοινωνία να του τα αφαιρέσει, αλλά και μεμονωμένα άτομα  μπορούν  να  το  κάνουν  αυτό  και  θα  το  έκαναν  αν  η  κοινωνία…  δεν  απασχολούσε  άλλα  άτομα επί πληρωμή για να τον προστατεύουν από τον κίνδυνο να θιγεί η περιουσία [του]. Η  κατανομή του πλούτου, επομένως, εξαρτάται από τους νόμους και τα έθιμα της κοινωνίας.  Οι  κανόνες  που  διέπουν  αυτή  την  κατανομή  ορίζονται  από  τις  απόψεις  και  τα  αισθήματα  της άρχουσας τάξης της κοινωνίας, και είναι πολύ διαφορετικοί σε διαφορετικές εποχές και  χώρες,  και  θα  μπορούσαν  να  είναι  ακόμα  πιο  διαφορετικοί,  αν  έτσι  αποφάσιζε  το  ανθρώπινο γένος…».

 Αυτό ήταν ένα καίριο πλήγμα κατά των οπαδών του Ricardo, οι οποίοι είχαν μετατρέψει τις  αντικειμενικές του παρατηρήσεις σε άκαμπτο δόγμα για τον καθορισμό της συμπεριφοράς  της κοινωνίας. Διότι αυτό που είπε ο Mill ήταν αυτονόητο ‐ από τη στιγμή που ειπώθηκε.  Δεν έχει σημασία αν η «φυσική» δράση της κοινωνίας καταλήγει στη συμπίεση των μισθών  ή  την  εξίσωση  των  κερδών  ή  την  αύξηση  των  γαιοπροσόδων  ή  οτιδήποτε  άλλο.  Αν  δεν  αρέσουν  στην  κοινωνία  οι  «φυσικές»  συνέπειες  των  ενεργειών  της,  μπορεί  να  τις  μεταβάλλει.  Η  κοινωνία  μπορεί  να  φορολογεί  και  να  επιδοτεί,  να  απαλλοτριώνει  και  να  ανακατανέμει. Μπορεί να δώσει όλο τον πλούτο της σε κάποιο βασιλιά, ή να δημιουργήσει  έναν γιγαντιαίο φιλανθρωπικό οργανισμό. Μπορεί να δώσει την απαιτούμενη προσοχή σε κίνητρα  ή  να  αναλάβει  το  ρίσκο  και  να  τα  αγνοήσει.

 Αλλά,  ό,τι  κι  αν  κάνει,  δεν  υπάρχει  «ορθή»  διανομή  ‐  σίγουρα  όχι  τέτοια  που  να  μπορεί  να  την  εξιχνιάσει  η  οικονομική  επιστήμη. Δεν υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής σε «νόμους» που θα δικαιολογούν το πώς  η  κοινωνία  μοιράζει  τους  καρπούς  της:  υπάρχουν  μόνον  άνθρωποι  οι  οποίοι  μοιράζονται  τον πλούτο τους όπως αυτοί θεωρούν σωστό.  Στην πραγματικότητα, η ανακάλυψη του Mill δεν ήταν και τόσο μνημειώδης όσο πίστευε ο  ίδιος.  Διότι,  όπως  πολύ  σύντομα  επισήμαναν  συντηρητικοί  οικονομολόγοι,  όταν  ο  άνθρωπος  επεμβαίνει  στη  διαδικασία  της  διανομής,  δεν  μπορεί  παρά  να  επέμβει  και  στη  διαδικασία παραγωγής: φορολογία 100% επί των κερδών, για παράδειγμα, θα είχε σίγουρα  τρομερό  αντίκτυπο  στον  πλούτο  που  θα  παραγόταν  και  όχι  μόνο  στο  ποιος  θα  ήταν  ο  αποδέκτης. Και, όπως επισήμανε ο Marx από διαφορετική οπτική γωνία, είναι αδύνατο να  διαχωρίσεις  τη  διανομή  από  την  παραγωγή  τόσο  ξεκάθαρα  όσο  νόμιζε  ο  Mill,  διότι  οι  διαφορετικές κοινωνίες ρυθμίζουν τις μεθόδους πληρωμής τους ως αναπόσπαστα τμήματα  των  τρόπων  παραγωγής  τους:  οι  φεουδαρχικές  κοινωνίες,  για  παράδειγμα,  δεν  έχουν  «μισθούς», κατά τον ίδιο τρόπο που οι καπιταλιστικές κοινωνίες δεν έχουν φεουδαρχικούς  φόρους. 

Έτσι, τόσο από τα δεξιά όσο και τα αριστερά ακούστηκε η κριτική ότι υπάρχουν όρια στην  ελευθερία με την οποία οι κοινωνίες μπορούν να ανακατανείμουν ‐ πολύ στενότερα όρια  από  ό,τι  άφησε  ο  Mill  να  εννοηθεί.  Όμως  θα  ήταν  λάθος  να  υποτιμήσει  κανείς  την  ανακάλυψη του Mill, όπως θα ήταν εξίσου λάθος να την υπερτιμήσει. Διότι η ύπαρξη ορίων  σημαίνει  ότι  υπάρχει  και  χώρος  για  ελιγμούς,  ότι  ο  καπιταλισμός  δεν  είναι  ανεπίδεκτος  μεταρρύθμισης.

  Πραγματικά,  το  New  Deal  και  οι  σκανδιναβικού  τύπου  καπιταλισμοί  κοινωνικής πρόνοιας είναι η άμεση έκφραση του οράματος του Mill για μια κοινωνία που  θα προσπαθούσε να διορθώσει τις «φυσικές» της λειτουργίες επιβάλλοντας τις ηθικές της  αξίες. Ποιος μπορεί να πει ότι αυτό δεν έχει οδηγήσει σε σημαντικές κοινωνικές αλλαγές,  ακόμα και αν αυτές είναι περιορισμένου χαρακτήρα;  Βέβαια, την εποχή του Mill, οι ανακαλύψεις του ήρθαν σαν δροσερό αεράκι. Σε μια εποχή  όπου  κυριαρχούσαν  η  αυταρέσκεια  και  οι  υποκριτικές  ηθικολογίες,  ο  Mill  διατύπωσε  την  άποψή  του  με  ασυνήθιστη  ηθική  σαφήνεια.

 Στις  Αρχές,  για  παράδειγμα,  αφού  έκανε  τη  σπουδαία  διάκριση  μεταξύ  Παραγωγής  και  Διανομής,  προχώρησε  στην  εξέταση  των  «κομουνιστικών» προγραμμάτων που πρότειναν τότε διάφοροι Ουτοπικοί μεταρρυθμιστές  ‐ και όχι βέβαια του κομουνισμού του Marx, τον οποίο ο Mill αγνοούσε παντελώς.  Ο Mill εξέτασε τις διάφορες αντιρρήσεις που θα μπορούσαν να εγερθούν εναντίον αυτών  των  «κομουνιστικών»  θεωριών,  και  βρήκε  προτερήματα  σε  πολλές  απ’  αυτές.  Αλλά  συνόψισε την άποψη του σ’ αυτή τη ριζοσπαστική παράγραφο:  Εάν… η επιλογή έπρεπε να γίνει ανάμεσα στον Κομουνισμό με όλες του τις θετικές προοπτικές και την παρούσα κατάσταση της κοινωνίας με όλα τα βάσανα και τις ανισότητες, εάν ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια ότι το προϊόν της εργασίας θα πρέπει να κατανέμεται με τον τρόπο που γίνεται τώρα, σχεδόν με τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την εργασία -το μεγαλύτερο μερίδιο σε εκείνους που δεν έχουν εργαστεί καθόλου, κατά τι μικρότερο σε εκείνους που εργάζονται ελάχιστα και ούτω καθεξής ακολουθώντας μια φθίνουσα κλίμακα, με την αμοιβή να μειώνεται όσο η εργασία γίνεται όλο και πιο σκληρή και πιο δυσάρεστη, μέχρι του σημείου που η πιο κουραστική και εξοντωτική σωματική εργασία να μην μπορεί, με βεβαιότητα, να εξασφαλίσει καν τα απολύτως απαραίτητα- εάν οι εναλλακτικές λύσεις ήταν είτε αυτή η κατάσταση ή ο Κομουνισμός, όλες οι δυσκολίες, μεγάλες και μικρές, του Κομουνισμού θα έμοιαζαν να είναι σταγόνα στον ωκεανό.

Αλλά, πρόσθεσε ο Mill, δεν ήταν αυτή ακριβώς η επιλογή. Διότι, όπως πίστευε, η αρχή της ατομικής  ιδιοκτησίας  δεν  είχε  ακόμη  δοκιμαστεί  αρκετά.  Οι  νόμοι  και  οι  θεσμοί  της  Ευρώπης  αντικατόπτριζαν  ακόμη  το  βίαιο  φεουδαρχικό  καθεστώς  και  όχι  το  πνεύμα  της  μεταρρύθμισης, το οποίο ο Mill θεωρούσε εφικτό μέσα από την εφαρμογή αυτών ακριβώς  των αρχών για τις οποίες έγραφε.  Έτσι,  τελικά,  απέφυγε  να  συνηγορήσει  υπέρ  επαναστατικών  αλλαγών  για  δύο  λόγους.  Πρώτον,  διέκρινε  στον  άγριο  και  σκληρό  ανταγωνισμό  της  καθημερινής  ζωής  την  απαραίτητη διέξοδο για την ενεργητικότητα του ανθρώπινου γένους.

  «Ομολογώ»,  έγραφε,  «ότι  δεν  με  ελκύει  το  ιδεώδες  που  υιοθετείται  από  εκείνους  που  πιστεύουν ότι η φυσιολογική κατάσταση των ανθρώπων είναι η πάλη για να πας μπροστά.  Ότι  το  τσαλαπάτημα,  το  στρίμωγμα,  ο  διαγκωνισμός,  ο  αλληλοσπαραγμός,  όλα  όσα  αποτελούν το σημερινό καθεστώς της κοινωνικής ζωής, είναι το πιο επιθυμητό πεπρωμένο  για το ανθρώπινο είδος, και όχι απλώς τα δυσάρεστα συμπτώματα κάποιας από τις φάσεις  της βιομηχανικής προόδου». 

Αλλά  η  αποδοκιμασία  της  απληστίας  δεν  τον  εμπόδισε  να  διακρίνει  τη  χρησιμότητά  της.  «Το να δραστηριοποιείται η ενεργητικότητα της ανθρωπότητας στον αγώνα για πλουτισμό  όπως άλλοτε στον αγώνα για επικράτηση μέσω των πολέμων, έως ότου τα πιο φωτισμένα  μυαλά  κατορθώσουν  να  διδάξουν  στους  υπόλοιπους  να  ασχολούνται  με  ανώτερα  πράγματα, είναι αναμφίβολα καλύτερο απ’ το να σκουριάζει και να αποτελματώνεται. Όσο  τα  μυαλά  είναι  άξεστα,  χρειάζονται  χονδροειδή  ερεθίσματα,  οπότε  ας  είναι  αυτά  που  θα  έχουν».

  Και επιπλέον υπήρχε μια δεύτερη, ίσως πιο εύλογη επιφύλαξη. Αποτιμώντας τα υπέρ και τα  κατά  της  φανταστικής  κομουνιστικής  κοινωνίας,  ο  Mill  διέκρινε  μια  δυσκολία  την  οποία  διατύπωσε με τα ακόλουθα λόγια:  Το ερώτημα είναι αν θα διασωζόταν κάποιο άσυλο για την ατομικότητα του χαρακτήρα. Αν η κοινή γνώμη δεν θα ήταν ένας τυραννικός ζυγός. Εάν η απόλυτη εξάρτηση του ενός από όλους, και η επιτήρηση του καθενός από τους πάντες, δεν θα τα ισοπέδωνε όλα και δεν θα επέβαλε μια άβουλη ομοιομορφία σκέψης, συναισθημάτων και δράσης… Καμιά κοινωνία στην οποία η εκκεντρικότητα αποτελεί στόχο επικρίσεων, δεν μπορεί να θεωρείται υγιής.

Αυτός είναι ο «πολιτικός» Mill, ο συγγραφέας του βιβλίου Περί ελευθερίας (On Liberty), το  οποίο  ίσως  είναι  το  σπουδαιότερο  έργο  του.  Αλλά  εδώ  μας  ενδιαφέρει  ο  οικονομολόγος  Mill. Διότι οι Αρχές ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια εξερεύνηση των δυνατοτήτων για  μια  κοινωνική  μεταρρύθμιση.  Ήταν  επίσης  ένα  κοινωνικό  μοντέλο  μεγάλης  κλίμακας,  το  οποίο προέβαλλε μια πορεία για το καπιταλιστικό σύστημα, όπως και τα μοντέλα του Smith  και του Ricardo πριν απ’ αυτόν. Αλλά το μοντέλο του Mill είχε διαφορετικό προορισμό από  κάθε άλλο μέχρι τότε.

 Όπως έχουμε δει, ο Mill πάνω απ’ όλα πίστευε στη δυνατότητα της  αλλαγής της κοινωνικής συμπεριφοράς. Επομένως δεν υιοθετούσε τον κύριο μηχανισμό της  απαισιοδοξίας του Ricardo ‐δηλαδή το ανακλαστικό της αναπαραγωγής του πληθυσμού, το  οποίο  υποβάθμιζε  κάθε  πιθανότητα  για  ουσιαστική  βελτίωση  της  εργατικής  τάξης.  Αντίθετα, ο Mill πίστευε ότι η εργατική τάξη θα μπορούσε να μορφωθεί ώστε να μπορεί να  κατανοήσει  τη  μαλθουσιανή  απειλή,  και  ότι  ακολούθως  θα  μπορούσε  οικειοθελώς  να  ρυθμίσει τον αριθμό της.  Εφόσον είχε απομακρυνθεί η πίεση του πληθυσμού από τους μισθούς, το μοντέλο του Mill  έπαιρνε διαφορετική κατεύθυνση από τα αντίστοιχα του  Ricardo και του Smith. Όπως και  πριν, οι τάσεις της διαδικασίας συσσώρευσης επέφεραν την αύξηση των μισθών αλλά αυτή  τη φορά δεν υπήρχε η πλημμύρα των παιδιών να μειώνει την πίεση των μισθών στα κέρδη.

Κατά  συνέπεια,  οι  μισθοί  θα  αυξάνονταν  και  η  συσσώρευση  κεφαλαίου  θα  τερματιζόταν.  Έτσι το σύστημα του Mill πλησίασε ένα υψηλό στάσιμο επίπεδο, όπως θα είχαν κάνει και τα  συστήματα  του  Smith  ή  του  Ricardo  αν  δεν  υπόκειντο  στις  αδυσώπητες  πληθυσμιακές  πιέσεις.  Εδώ όμως έχουμε άλλη μία απόκλιση του Mill. Αντί να θεωρήσει τη στάσιμη κατάσταση ως  το  φινάλε  του  καπιταλισμού  και  της  οικονομικής  προόδου,  ο  Mill  τη  θεωρεί  το  πρώτο  στάδιο μιας ήπιας μορφής σοσιαλισμού, όπου η ανθρωπότητα θα στρέψει τις ενέργειές της  σε σοβαρά θέματα δικαιοσύνης και ελευθερίας και όχι μόνο στην οικονομική ανάπτυξη. Σ’  αυτή  την  επικείμενη  στάσιμη  κοινωνία,  θα  μπορούσαν  να  γίνουν  μεγάλες  αλλαγές.  Το  κράτος  δεν  θα  επέτρεπε  στους  γαιοκτήμονες  να  προσπορίζονται  μη  δεδουλευμένα  κέρδη  και  θα  φορολογούσε  δραστικά  τις  κληρονομιές.  Συνεταιρισμοί  εργατών  θα  έπαιρναν  τη  θέση  των  επιχειρήσεων  στις  οποίες  απαιτούνταν  η  υποταγή  σε  αφεντικά.  Με  μόνα  τα  ανταγωνιστικά  τους  πλεονεκτήματα,  οι  εργατικοί  συνεταιρισμοί  θα  έβγαιναν  νικητές  από  την  αναμέτρηση.  Ο  καπιταλισμός  θα  αφανιζόταν  σταδιακά  καθώς  τα  παλιά  αφεντικά  θα  πουλούσαν  τις  επιχειρήσεις  τους  στους  εργάτες  τους  και  θα  έβγαιναν  στη  σύνταξη  με  τα  έσοδα που θα αποκόμιζαν.

 Άλλη  μια  ουτοπική  φαντασία  μήπως;  Αν  κοιτάξουμε  τον  αιώνα  τεράστιας  οικονομικής  επέκτασης  που  ακολούθησε  την  τελευταία  έκδοση  των  Αρχών,  δεν  μπορούμε  παρά  να  χαμογελάσουμε  σκεφτόμενοι  ότι  ο  Mill  πίστευε  ότι  η  Αγγλία  (και,  κατ’  επέκταση,  ο  παγκόσμιος καπιταλισμός) απείχε «όσο μια παλάμη» από τη στάσιμη κατάσταση. Όμως, αν  κοιτάξουμε  μπρος  και  δούμε  τα  προβλήματα  που  θα  αντιμετωπίσει  η  καπιταλιστική  επέκταση  στις  επόμενες  μια  δυο  γενιές  και  ξανασκεφτούμε  το  βαθμό  στον  οποίο  κάποιες  καπιταλιστικές  χώρες,  όπως  η  Ολλανδία  ή  οι  Σκανδιναβικές,  έχουν  καταφέρει  να  εισαγάγουν  ένα  υψηλό  επίπεδο  κοινωνικής  ευθύνης  στο  οικονομικό  τους  σύστημα,  δεν  είναι  εύκολο  να  απορρίψουμε  το  όραμά  του  σαν  τους  απλούς  ευσεβείς  πόθους  ενός  βικτοριανού. Ίσως επειδή είναι βικτοριανός, ο Mill απορρίπτεται με εξαιρετική ευκολία, μια  και ο ήρεμος, μετρημένος λόγος του, συγκρατημένος ακόμα και στα ρητορικά ξεσπάσματά  του, δεν διακρίνεται από τόνους που θα είχαν απήχηση στα σύγχρονα αφτιά. Όμως ο Mill  έχει  τον  τρόπο  του  να  ξαναγυρνάει  ‐  να  επιστρέφει  από  την  πίσω  πόρτα  όταν  μόλις  τον  βγάλαμε έξω από την κύρια είσοδο.

 Ας  τον  αποχαιρετήσουμε,  λοιπόν,  με  σεβασμό.  Έζησε  μέχρι  το  1873,  περιβαλλόμενος  από  σεβασμό και ενίοτε λατρεία, ενώ οι μετριοπαθείς σοσιαλιστικές του τάσεις συγχωρούνταν  χάριν του αισιόδοξου οράματος που προσέφερε χωρίς το μαύρο πέπλο απαισιοδοξίας του  Malthus και του Ricardo. Άλλωστε, αυτά που υποστήριζε δεν ήταν τόσο ακραία που να μην  μπορούν  να  τα  υιοθετήσουν  πολλοί  που  δεν  ήταν  σοσιαλιστές:  φορολόγηση  των  προσόδων,  φόρος  κληρονομιάς,  δημιουργία  εργατικών  συνεταιρισμών.  Δεν  ήταν  πολύ  αισιόδοξος  για  τις  δυνατότητες  των  εργατικών  συνδικάτων,  πράγμα  που  δεν  τον  έβλαψε  όσον  αφορά  τη  γνώμη  των  ευυπόληπτων  πολιτών.  Ήταν  ένα  δόγμα  αγγλικό  μέχρι  το  μεδούλι:  σταδιακής  εφαρμογής,  αισιόδοξο,  ρεαλιστικό  και  απαλλαγμένο  από  κάθε  ριζοσπαστική χροιά.  Οι Αρχές της πολιτικής οικονομίας σημείωσαν τεράστια επιτυχία. Όσο ζούσε ο συγγραφέας  τους,  έκαναν  εφτά  επανεκτυπώσεις  στην  ακριβή  δίτομη  έκδοση  και  μάλιστα  είναι  χαρακτηριστικό του ανθρώπου ότι ο Mill φρόντισε με δικά του έξοδα να τυπωθούν και σε  φτηνή  έκδοση,  που  θα  ήταν  προσιτή  στην  εργατική  τάξη.  Πριν  πεθάνει,  είχαν  εξαντληθεί  και πέντε από τις φτηνές εκδόσεις. Ο Mill έγινε ο Μέγας Οικονομολόγος των ημερών του,  θεωρούνταν ο δικαιωματικός διάδοχος του Ricardo και συγκρινόταν ευνοϊκά ακόμα και με  τον Adam Smith.

Αλλά ο Mill έχαιρε εκτίμησης όχι μόνο ως οικονομολόγος. Εκτός από το Περί ελευθερίας, ο  Mill  έγραψε  επίσης  τα  Λογική  (Logic),  Σκέψεις  για  την  αντιπροσωπευτική  κυβέρνηση  (Considerations on Representative Government) και Ωφελιμισμός (Utilitarianism), όλα έργα  κλασικά  στο  χώρο  τους.  Εκτός  του  ότι  ήταν  ευφυής,  ήταν  και  ένας  σχεδόν  άγιος  χαρακτήρας. Όταν ο Χέρμπερτ Σπένσερ, ο μεγάλος αντίπαλός του στο χώρο της φιλοσοφίας,  βρέθηκε  σε  τόσο  άσχημη  οικονομική  κατάσταση  που  δεν  μπορούσε  να  ολοκληρώσει  τη  σχεδιαζόμενη  σειρά  έργων  του  για  την  κοινωνική  εξέλιξη,  ο  Mill  ήταν  αυτός  που  προσφέρθηκε  να  χρηματοδοτήσει  το  έργο.  «Σε  παρακαλώ  να  μη  θεωρήσεις  αυτή  την  πρόταση  ως  προσωπική  χάρη»,  έγραψε  στον  αντίπαλό  του,  «αν  και,  ακόμα  κι  αν  ήταν  προσωπική  χάρη,  θα  ήλπιζα  να  μου  επιτραπεί  να  την  προσφέρω.

 Δεν  είναι  όμως  τίποτε  παρόμοιο ‐ είναι μια απλή πρόταση συνεργασίας για ένα σημαντικό δημόσιο σκοπό, για τον  οποίο δίνεις το μόχθο σου και έχεις δώσει την υγεία σου».  Η χειρονομία ήταν όσο πιο αντιπροσωπευτική γινόταν. Δύο μόνο πράγματα ενδιέφεραν τον  Mill: η γυναίκα του, για την οποία έτρεφε αφοσίωση που οι φίλοι του τη θεωρούσαν τυφλή,  και η αναζήτηση της γνώσης, από την οποία τίποτε δεν μπορούσε να τον αποτρέψει. Όταν  εξελέγη μέλος του Κοινοβουλίου, ο τρόπος που υπερασπίστηκε τα ανθρώπινα δικαιώματα  ξεπερνούσε  τις  επικρατούσες  αντιλήψεις  των  ημερών  έτσι  οι  προτάσεις  του  καταψηφίστηκαν  αλλά  αυτός  δεν  φαινόταν  να  νοιάζεται  έτσι  κι  αλλιώς.  Όπως  έβλεπε  τον  κόσμο, έτσι έγραφε κι έτσι μιλούσε, και το μόνο πρόσωπο του οποίου η επιδοκιμασία είχε  σημασία γι’ αυτόν ήταν η αγαπημένη του Χάριετ.

  Όταν  πέθανε  η  Χάριετ,  υπήρχε  ακόμα  η  κόρη  της  Helen,  η  οποία  του  ήταν  εξίσου  απαραίτητη. Από ευγνωμοσύνη, ο Mill έγραψε στην Αυτοβιογραφία του: «Είναι βέβαιο ότι  κανείς  ως  τώρα  δεν  ήταν  τόσο  τυχερός  ώστε,  μετά  από  μια  απώλεια  σαν  τη  δική  μου,  να  τραβήξει κι άλλον τέτοιο τυχερό λαχνό στη λοταρία της ζωής». Αποσύρθηκε στην Αβινιόν  για  να  περάσει  τις  τελευταίες  του  μέρες,  παρέα  με  την  Helen  και  κοντά  στον  τάφο  της  Χάριετ, ένας πάνσοφος και καθ’ όλα σπουδαίος άνθρωπος.  Και μια τελευταία σύμπτωση: Το αριστούργημά του για την οικονομία με το μήνυμά του για  την πρόοδο και την ευκαιρία ειρηνικής αλλαγής και βελτίωσης, κυκλοφόρησε το 1848. Ίσως  να μην ήταν ένα βιβλίο που άφησε εποχή αλλά σίγουρα ήταν ένα βιβλίο που σημάδεψε μια  εποχή.  Κατά  μία  περίεργη  σύμπτωση,  την  ίδια  χρονιά  κυκλοφορούσε  κι  ένα  άλλο,  πολύ  μικρότερο  βιβλίο,  μια  μπροσούρα,  με  τίτλο  Το  Κομουνιστικό  Μανιφέστο.  Στις  λιγοστές  σελίδες του ανέτρεπε, με σκληρές λέξεις, όλη την ήρεμη και αισιόδοξη λογική που άφηνε  πίσω του ο John Stuart Mill.

Σχετικα αρθρα

Το αμείλικτο σύστημα του Karl Marx

admin

Πανδημική Κρίση και Τουρισμός:Οικονομικός Αντίκτυπος & Προοπτικές

admin

XA:Μάρτιος προσδοκιών και αρνητικής παράδοσης

admin

OTE:Ισχυρές επιδόσεις για τον Όμιλο σε ένα πρωτόγνωρο οικονομικό περιβάλλον-Μέρισμα €0,68 ανά μετοχή

admin

Ο νέος γενναίος κόσμος των κεντρικών τραπεζών – J.Pisani-Ferry

admin

COVID-19 και επιστροφή στην κανονικότητα: Ακόμη και το «εμβολιασμένο» Ισραήλ έχει προβλήματα

admin

Τουρισμός:Ρεκόρ κρατήσεων και… ελπίδων για το καλοκαίρι

admin

PwC: Αυτοί είναι οι κλάδοι που επωφελούνται περισσότερο από το 5G

admin

Η “φούσκα” του δολαρίου διογκώνεται επικίνδυνα…

admin

Το τρίγωνο της δύναμης του Draghi και πως θα αλλάξει την Ευρώπη – Melvyn Krauss

admin

XA:Ρεύμα και τάση για λίγους

admin

Δεν πείθει τους επενδυτές ο Ερντογάν: Συνεχίζουν να «πυροβολούν» οι ξένοι

admin