Ένα κορίτσι από το Αφγανιστάν διασχίζει τη λάσπη και το χιόνι, οδηγώντας παράλληλα το καροτσάκι όπου κοιμάται η μικρή της αδερφή. Η Σαμάν είναι έξι χρονών. Η Ντάρια είναι δέκα μηνών. Τα κορίτσια και η οικογένειά τους έχουν επαναπροωθηθεί 11 φορές στη Βοσνία από την κροατική αστυνομία, που δεν δίστασε ακόμη και να ξεγυμνώσει το μωρό για να ελέγξει αν οι γονείς του είχαν κρύψει κινητά τηλέφωνα ή χρήματα στην πάνα του.

«Την έψαξαν σαν να ήταν ενήλικη. Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου», λέει στον Guardian η Μαριάμ, η 40χρονη μητέρα των κοριτσιών, ενώ κουτσαίνει στις λάσπες κρατώντας σφιχτά το μπαστούνι της.

Ο Guardian ακολούθησε το ταξίδι της Ντάρια και δεκάδων άλλων ανήλικων παιδιών που κάθε μέρα περπατούν ή μεταφέρονται στις πλάτες των γονιών τους στα χιονισμένα μονοπάτια που διατρέχουν τα δάση γύρω από τη Bosanska Bojna, το τελευταίο βοσνιακό χωριό πριν τα κροατικά σύνορα, σε μια προσπάθεια να προσεγγίσουν την όλο και πιο εχθρική απέναντί τους κεντρική Ευρώπη. Ελάχιστες οικογένειες τα καταφέρνουν. Τις περισσότερες τις σταματά η κροατική αστυνομία, τις υποβάλλει σε έλεγχο στη διάρκεια του οποίου φέρεται συχνά να προβαίνει σε ληστείες εις βάρος τους, πριν τους επαναπροωθήσει –συχνά με βίαιο τρόπο- πίσω στη Βοσνία. Εκεί, επί ολόκληρους μήνες, χιλιάδες αιτούντες άσυλο βρίσκονται εγκαταλελειμμένοι σε πολικές θερμοκρασίες, χωρίς τρεχούμενο νερό ή πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα.

Τον Δεκέμβριο, ένα καμπ της Βοσνίας τυλίχτηκε στις φλόγες, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την ήδη οικτρή κατάσταση των προσφύγων.

«Από τους συνολικά περίπου 8.000 μετανάστες που ζουν στη Βοσνία, περίπου 2.000 έχουν αφεθεί να προστατεύσουν όπως μπορούν τους εαυτούς τους, ζώντας σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, καταλήψεις, παραπήγματα και μέσα στα δάση», τονίζει μιλώντας στον Guardian ο Νικολά Μπέι, διευθυντής του Δανικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες στη Βοσνία. «Σε αυτούς τους ανθρώπους συγκαταλέγονται και οικογένειες, παιδιά και ασυνόδευτοι ανήλικοι που πρακτικά δεν έχουν το παραμικρό καταφύγιο, την παραμικρή πρόσβαση σε βασικά αγαθά και την παραμικρή πρόσβαση σε κατάλληλη ιατρική περίθαλψη».

Σύμφωνα με το συμβούλιο, το 2020 περισσότερα από 800 παιδιά επαναπροωθήθηκαν από τις κροατικές αρχές, πολλά εκ των οποίων ήταν κάτω των έξι ετών. Ο αριθμός των οικογενειών που ζουν στα σύνορα μεταξύ Βοσνίας και Κροατίας έχει αυξηθεί σημαντικά στη διάρκεια των τελευταίων μηνών.

Οι ευθύνες της Ελλάδας

Οι περισσότεροι έχουν φτάσει εκεί μέσω της Ελλάδας, με τον Guardian να αναφέρει ότι ο νέος νόμος που ψηφίστηκε στη διάρκεια της περσινής χρονιάς έχει επιβραδύνει ακόμη περισσότερο τη διαδικασία αναγνώρισής τους ως πρόσφυγες. Κουρασμένοι από την αναμονή, ακριβώς τη στιγμή που πίστευαν ότι η Οδύσσειά τους πλησίαζε στο τέλος της, πολλοί εξ αυτών αναγκάστηκαν να ξεκινήσουν και πάλι το επικίνδυνο ταξίδι τους, προσπαθώντας να φτάσουν στην καρδιά της ΕΕ μέσω των Βαλκανίων.

«Είναι πολύ δύσκολο να έχουμε μια πλήρη σύνοψη των κινήτρων που αναγκάζουν τους ανθρώπους αυτούς να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να κινηθούν προς το βορρά μέσα από το βαλκανικό μεταναστευτικό μονοπάτι για να φτάσουν σε άλλα μέρη της Ευρώπης», υποστηρίζει στον Guardian ο Στέφαν Όμπεραϊτ, επικεφαλής της αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ελλάδα, «όμως είναι ξεκάθαρο ότι οι αυξανόμενες καθυστερήσεις στη διαδικασία ασύλου και την επεξεργασία των αιτημάτων επανένωσης οικογενειών, οι απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και η απουσία προστασίας και ένταξης αναγκάζει τους ανθρώπους να συνεχίζουν τα επικίνδυνα ταξίδια τους, μέχρι να μπορέσουν να βρουν συνθήκες που τους εξασφαλίζουν ασφάλεια και αξιοπρέπεια».

«Κουραστήκαμε να περιμένουμε τις ελληνικές αρχές»

Πρόκειται για ένα δύσκολο ταξίδι, που περνά μέσα από βουνά και χιονισμένα δάση, όπου δεν υπάρχει στην ουσία καμία εγκατάσταση υποδοχής προσφύγων. Πολλά από τα παιδιά της προσφυγικής κρίσης που ζουν σε εγκαταλελειμμένα ή κατεστραμμένα κτίρια στη Βοσνία γεννήθηκαν στη διάρκεια της διαδρομής, όπως η Ντάρια, το όνομα της οποίας σημαίνει «θάλασσα» και η οποία γεννήθηκε στη Λέσβο πριν η πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου ισοπεδώσει το καμπ της Μόριας.

«Κουραστήκαμε να περιμένουμε τις ελληνικές αρχές να επεξεργαστούν την αίτηση ασύλου μας», εξηγεί στον Guardian ο 52χρονος Χασάν, ο πατέρας της Ντάρια και άλλων έξι παιδιών που εγκατέλειψε πριν ενάμιση χρόνο την πόλη Κουντούζ στο βόρειο Αφγανιστάν. Ο Χασάν υποστηρίζει ότι αν η χώρα του δεν βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση, δεν θα είχε βρεθεί ποτέ σε αυτά τα δάση, να αναγκάζεται να βλέπει τους κροάτες αστυνομικούς να ψάχνουν την πάνα του μωρού του. Σύμφωνα με τον οργανισμό επιτήρησης Δίκτυο Καταγραφής Βίας στα Σύνορα (BVMN), ο σωματικός έλεγχος σε μωρά έχει μετατραπεί σε συνήθη πρακτική.

Ψυχολογική βία εις βάρος παιδιών

«Αν και στις περισσότερες περιπτώσεις οι γυναίκες και τα παιδιά δεν υποβάλλονται σε άμεση σωματική βία από τις κροατικές αρχές, εξακολουθούν να βιώνουν καταστάσεις που μπορούν να περιγραφούν ως ψυχολογική βία, κακοποίηση και εξευτελισμός», εξηγεί ένας συντονιστής πεδίου του BVMN μιλώντας στον Guardian. «Γυναίκες και νεαρά κορίτσια καταγγέλλουν διεξοδικούς σωματικούς ελέγχους από άνδρες αστυνομικούς στην Κροατία. Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η αστυνομία έψαξε τα ρούχα ή τις πάνες των μωρών, πιστεύοντας ότι θα βρει κινητά τηλέφωνα ή χρήματα που υποτίθεται ότι είχαν κρύψει εκεί οι γονείς τους».

Στις 16 Οκτωβρίου του 20198, δύο οικογένειες από την Παλαιστίνη και τη Συρία αναγκάστηκαν από τους αστυνομικούς να βγάλουν τα ρούχα τους κοντά στο χωριό Γκλίνα της Κροατίας. «Έγινε σωματικός έλεγχος στα παιδιά, ενώ έβγαλαν ακόμη και τις πάνες των μωρών. Ήταν γυμνοί στο δάσος στη μέση της νύχτας», δήλωσε μέλος του BVMN. Τον Οκτώβριο, ο οργανισμός κατήγγειλε περιστατικό που αφορούσε μια Αφγανή μητέρα, η οποία «περιέγραψε ότι αισθανόταν αμηχανία όταν άνδρες αστυνομικοί της έκαναν σωματικό έλεγχο για να ψάξουν για κινητά τηλέφωνα και χρήματα», ενώ στη συνέχεια ένας εξ αυτών έβαλε το χέρι του στην πάνα του 11 μηνών γιου της.

Προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας

«Επιπλέον είχαμε σημαντικό αριθμό περιστατικών στα οποία γυναίκες, ορισμένες εξ αυτών ανήλικα κορίτσια, αναγκάστηκαν να ξεγυμνωθούν ενώπιον κροατών αστυνομικών», εξηγεί ο Μπέι. «Ο πατέρας τους ζήτησε να τις καλύψει με μια κουβέρτα. Όταν ακούς τις μαρτυρίες τους, λένε «καλύπτω την έφηβη κόρη μου με μια κουβέρτα», όμως προφανώς υπάρχει ένα μέρος της κουβέρτας που σου επιτρέπει να βλέπεις το σώμα του κοριτσιού, γιατί δεν υπάρχει τρόπος να την τυλίξουν τελείως γύρω της, ενώ δίπλα στο κορίτσι υπάρχει ένας άνδρας αστυνομικός».

Πολλές γυναίκες καταγγέλλουν ότι έπεσαν θύματα ξυλοδαρμού από την αστυνομία μπροστά στα μάτια των παιδιών τους, τα οποία επίσης δέχτηκαν σπρωξίματα από τους αστυνομικούς.

«Στη διάρκεια της τελευταίας επαναπροώθησης, ο τετράχρονος γιος μου ο Μιλάντ ζήτησε από την αστυνομία λίγο νερό», διηγείται η Μαριάμ στον Guardian. «Όμως οι Κροάτες του το αρνήθηκαν, τον έπιασαν από τον ώμο και τον έσπρωξαν. Προσπάθησα να αντιδράσω και να τους εξηγήσω ότι δεν μπορούν να το κάνουν αυτό. Με κλώτσησαν στην πλάτη και κυλίστηκα στο έδαφος. Σήμερα, θα προσπαθήσουμε να διασχίσουμε ξανά τα σύνορα, και προσεύχομαι στον Θεό να τα καταφέρουμε».

Ένα επικίνδυνο «παιχνίδι»

Στο δρόμο που οδηγεί από την κοιλάδα της Bosanska Bojna στα μονοπάτια του κροατικού δάσους, κι άλλες οικογένειες εγκαταλείπουν τα αυτοσχέδια καταφύγιά τους και ξεκινούν για άλλη μια φορά, με τα παιδιά και τα καροτσάκια τους. «Σήμερα πάμε για παιχνίδι!», φωνάζει ένα εξάχρονο παιδί.

Αν και δύσκολα μπορεί να περιγραφεί ως διασκεδαστικό, οι μετανάστες αποκαλούν «παιχνίδι» την προσπάθειά τους να διασχίσουν τα σύνορα, προσπαθώντας να κάνουν τα παιδιά τους να αντιμετωπίσουν τη συχνά βασανιστική διαδικασία ως περιπέτεια, με στόχο να μην συλληφθούν από τους άνδρες με τις μαύρες στολές που κρύβονται στα δάση. Τελικός σκοπός τους είναι να φτάσουν σε ένα μέρος που διαρκώς στέκεται μακριά τους, είτε αυτό λέγεται Γαλλία, είτε Ιταλία, είτε Βρετανία. Στην παγωνιά και τα βουνά, ενθαρρύνονται από τους γονείς τους να παίζουν, κυνηγώντας το ένα το άλλο και σκαρφαλώνοντας στα δέντρα.

Όμως αργά το απόγευμα, όταν τα παιδιά επιστρέφουν στα υγρά και βρώμικα καταφύγιά τους στη Bosanska Bojna, μετά από άλλη μια επαναπροώθηση από την κροατική αστυνομία, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι η μέρα τους δεν ήταν καθόλου ευχάριστη.

«Θα θυμούνται πάντα την κακοποίηση που υπέστησαν από την Ευρώπη»

«Οι οικογένειες με παιδιά, ηλικιωμένους, γυναίκες και νεαρούς άνδρες που βιώνουν αυτή τη βαναυσότητα, θα φέρουν αυτό το ψυχολογικό τραύμα για χρόνια», εξηγεί στον Guardian η Μαχάμ Χασμί των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Θα θυμούνται πάντα την κακοποίηση που υπέστησαν από την Ευρώπη, αντί για την προστασία και την αναγνώριση του δικαιώματός τους να υποβάλουν αίτηση ασύλου».

«Τα πιο διαδεδομένα προβλήματα ψυχικής υγείας που παρατηρούμε σε νεαρά παιδιά που βρίσκονται σε αυτού του είδους τα ταξίδια, σχετίζονται με συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης, μετατραυματικού στρες, ως αποτέλεσμα της βίας που έχουν δει με τα μάτια τους, και η οποία είναι δυνητικά ικανή να τους προκαλέσει μακροχρόνια προβλήματα ψυχικής υγείας», τονίζει από την πλευρά της η Τατιάνα Ολιβέρο, συντονίστρια των Γιατρών του Κόσμου για τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη. «Αυτά τα παιδιά έχουν περάσει εξαιρετικά στρεσογόνες εμπειρίες, όπως ο πόλεμος και οι διώξεις στη χώρα καταγωγή τους και έχουν δει με τα μάτια τους τη βία στο μονοπάτι τους προς την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της κακοποίησης που υπέστησαν οι ίδιοι τους οι γονείς κατά τη διάρκεια των αλλεπάλληλων επαναπροωθήσεων. Ορισμένα χάνουν τις ελπίδες τους για το μέλλον καθώς βλέπουν ότι τους στερούν την παιδική τους ηλικία».

«Τα παιδιά μου φοβούνται ότι θα τα κλωτσήσουν ξανά»

Η 33χρονη Ζάχρα, μια δικηγόρος από την Καμπούλ και μητέρα τεσσάρων παιδιών, αναφέρει ότι τα παιδιά της αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες: «Όταν ετοιμάζουμε τα πράγματά μας για να περάσουμε τα σύνορα, τα παιδιά μου δεν θέλουν να έρθουν. Κλαίνε γιατί φοβούνται την επαναπροώθηση, ότι θα τα κλωτσήσουν όπως την τελευταία φορά».

Το 2016, μια βομβιστική επίθεση κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού σκότωσε τον επτάχρονο γιο της. Η δίδυμη αδερφή του, η 11χρονη πλέον Νουρίν, είναι παράλυτη από τη μία πλευρά του σώματός της. Πέρσι τον Νοέμβριο, μόνο στην Καμπούλ, μια σειρά από βομβιστικές επιθέσεις ανταρτών σκότωσαν τουλάχιστον 88 άτομα και τραυμάτισαν περισσότερα από 193 ακόμη. Κι όμως πολλές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να απελαύνουν τους αιτούντες άσυλο από το Αφγανιστάν.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας τους προσπάθειας να διασχίσουν τα σύνορα, η οποία αποτυπώθηκε από κάμερες του Guardia, η Νουρίν και τα αδέρφια της έμειναν κρυμμένα σχεδόν επί μία ώρα σε ένα χαντάκι στην άκρη του μονοπατιού, καθώς δυο κροάτες αστυνομικοί έλεγχαν την περιοχή από έναν λόφο που απείχε λιγότερα από 200 μέτρα από το σημείο. Η Ζάχρα και ο σύζυγός της, ο Ιμπραχίμ, αργότερα αποφάσισαν ότι το ρίσκο ήταν πολύ μεγάλο και δεν ήταν καλή στιγμή να συνεχίσουν. Θα προσπαθούσαν ξανά την επόμενη μέρα. Στους πέντε μήνες που έχουν περάσει στη Βοσνία, έχουν επαναπροωθηθεί 37 φορές, παρά το γεγονός ότι κάθε φορά ενημέρωναν τις αρχές της χώρας για την αίτηση ασύλου τους.

Το ρεκόρ των επαναπροωθήσεων στη Bosanska Bojna έχουν ο Φαρίμπα Αζίζι και τα τρία παιδιά του που στις 22 Ιανουαρίου αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στα δάση της περιοχής μετά την 54η επανπροώθησή τους.

Όταν γύρισαν, διαπίστωσαν ότι στη θέση του καταφυγίου τους βρίσκονταν μόνο ερείπια: Οι ειδικές δυνάμεις της Βοσνίας έκαψαν όλους τους παράτυπους καταυλισμούς προσφύγων στη διάρκεια εκείνης της εβδομάδας. Σύμφωνα με φιλανθρωπικές οργανώσεις, οι πολίτες της περιοχής διαμαρτύρονταν για την παρουσία προσφύγων σε αυτές τις τοποθεσίες. Όμως οι περισσότεροι κάτοικοι των χωριών γύρω από την Bosanska Bojna προσφέρουν τρόφιμα, κουβέρτες και ρούχα στους μετανάστες. Οι αναμνήσεις του πολέμου δεν έχουν σβήσει ακόμη από το μυαλό των Βοσνίων. Γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει να αναγκάζεσαι να εγκαταλείψεις το σπίτι σου.

Από τις τουλάχιστον οκτώ οικογένειες που ακολούθησε ο Guardian επί πέντε ημέρες την προηγούμενη εβδομάδα, μόνο δύο κατόρθωσαν να περάσουν τα σύνορα με την Κροατία. Στις 28 Ιανουαρίου, η οικογένεια της Ντάρια ενημέρωσε τη βρετανική εφημερίδα ότι είχαν κατορθώσει να φτάσουν στο Ζάγκρεμπ. Πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα, όχι όμως και για την τελική νίκη. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις μεταναστών που φτάνουν στην Κροατία και στη συνέχεια οι αρχές τους στέλνουν και πάλι πίσω στη Βοσνία. Το ίδιο συμβαίνει και στη Σλοβενία και την Ιταλία όπου, την περασμένη εβδομάδα, δικαστήριο της Ρώμης ανακήρυξε παράνομες περισσότερες από 700 επαναπροωθήσεις που διέπραξε η ιταλική αστυνομία στη Σλοβενία.

«Οι επαναπροωθήσεις είναι πάντα παράνομες»

«Οι επαναπροωθήσεις είναι παράνομες, είτε είναι βίαιες είτε όχι, δεν έχει σημασία», εξηγεί ο Μπέι. «Υποσκάπτουν θεμελιωδώς το δικαίωμα σε διεθνή προστασία. Οι κροατικές επαναπροωθήσεις είναι αποτέλεσμα των πολιτικών της ΕΕ που έχει στόχο τη μετακύλιση της ευθύνης της προστασίας των ανθρώπων σε χώρες εκτός της ένωσης. Έχει μετατραπεί σε μια κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας τα κράτη-μέλη συχνά αγνοούν, παρακάμπτουν ή και καταπατούν ευθέως την ευρωπαϊκή νομοθεσία και έχει μετατραπεί σε καθιερωμένη μέθοδο διαχείρισης των συνόρων».

«Οι δράστες θα πρέπει να λογοδοτούν. Για τα κράτη-μέλη, όμως, που δεν συμμορφώνονται με αυτά τα μέτρα, θα πρέπει να υπάρχουν ουσιαστικές συνέπειες. Θα πρέπει να υπάρξουν κάποιου είδους κυρώσεις. Μέχρι τώρα, επί σειρά ετών, επικρατεί ουσιαστικά μια κατάσταση ασυλίας για εκείνους που καταπατούν τη νομοθεσία της ΕΕ».

Η κροατική πλευρά διαψεύδει τα πάντα

Το κροατικό υπουργείο εσωτερικών πληροφόρησε τον Guardian ότι έχει σκοπό να διερευνήσει σε βάθος τα περιστατικά, συμπεριλαμβανομένων των καταγγελιών για χρήση βίας εναντίον παιδιών. Ωστόσο, εκπρόσωπός του τόνισε ότι «προκειμένου να πετύχουν το στόχο τους, οι μετανάστες είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν όποιο μέσο χρειαστεί, μεταξύ άλλων και να βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή τους και τη ζωή της οικογένειάς τους, γνωρίζοντας ότι αν βρεθούν σε τέτοιου είδους επικίνδυνες καταστάσεις, η κροατική αστυνομία θα σώσει τη ζωή τους. Αντιστοίχως, αν η κροατική αστυνομία παρεμποδίσει τις απόπειρές τους για παράνομη είσοδο στη χώρα, είναι έτοιμοι να κατηγορήσουν ψευδώς τους ίδιους αυτούς ανθρώπους για βία και παρακώλυση της πρόσβασης στο σύστημα διεθνούς προστασίας».

«Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι η κροατική αστυνομία έχει τη δικαιοδοσία να υποβάλλει σε ελέγχους πρόσωπα και τις αποσκευές τους, προκειμένου να εντοπίσει αντικείμενα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως μέσα απόδρασης, επίθεσης σε τρίτους ή αυτοτραυματισμού. Πρόκειται για μια νόμιμη εξουσία την οποία οι αστυνομικοί συχνά ασκούν στη διάρκεια της δουλειάς τους, προκειμένου να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και να διασφαλίσουν γενική ασφάλεια», πρόσθεσε.

Σε e-mail, ο ίδιος ο υπουργός ανακοίνωσε ότι μια ομάδα ευρωβουλευτών πρόκειται να επισκεφθεί την Κροατία για να ελέγξει τις πρακτικές των κροατών αστυνομικών εναντίον των μεταναστών.

Η επιτροπή, που αποτελείται από ιταλούς ευρωβουλευτές που ανήκουν στην ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D), έφτασε στη Ζαγκάμπρια το περασμένο Σάββατο. Αποφάσισαν να επισκεφθούν τα σύνορα με τη Βοσνία την ίδια ημέρα για να παρακολουθήσουν ως αυτόπτες μάρτυρες τις προσπάθειες των μεταναστών να φτάσουν στην Ευρώπη. Όμως αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους, καθώς η κροατική αστυνομία τους κυνήγησε και τους σταμάτησε μόλις έφτασαν στα σύνορα με τη Βοσνία, προκαλώντας εντάσεις με την Ιταλία.

«Πρόκειται για μια απαράδεκτη πράξη που δεν έχει προηγούμενο», είπε στους φρουρούς ένας εκ των ευρωβουλευτών, μπροστά στην κάμερα της ιταλικής εφημερίδας Avvenire. «Τι βρίσκεται μετά από αυτό το σύνορο; Τι θέλετε να μας κρύψετε;»

Ακριβώς από την άλλη πλευρά των συνόρων, εγκαταλειμμένα στα χιόνια, βρίσκονταν τα εκατοντάδες παιδιά της Bosanska Bojna.

TAGS: βοσνίαεεκροατίαπρόσφυγες

-