Την περασμένη εβδομάδα οι τα αμερικανικά χρηματιστήρια και οι παγκόσμιες αγορές ήρθαν αντιμέτωπες με το φαινόμενο GameStop και τον ρόλο που παίζουν νέες πλατφόρμες όπως η Robinhood στις αγορές.

Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ πιο γνωστά. Η Robinhood, μια start-up που δημιούργησαν δύο απόφοιτοι του Stanford, εντάσσεται σε μια νέα γενιά από επενδυτικές πλατφόρμες που απευθύνονται σε ένα κοινό εξοικειωμένο με τα apps και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό που κάνουν είναι να προσφέρουν τη δυνατότητα επένδυσης σε μετοχές (ή ακόμη και σε δικαιώματα αγορών μετοχών – stock options), χωρίς προμήθεια, μαζί με διάφορες διευκολύνσεις.

Οι χρήστες τέτοιων πλατφορμών είναι άνθρωποι που δεν θα πήγαιναν σε μια χρηματιστηριακή εταιρεία για της αναθέσουν τη διαχείριση του λογαριασμού τους, εκτός όλων των άλλων και γιατί το αρχικό κεφάλαιο είναι μικρό. Ακόμη περισσότερο, οι χρήστες τέτοιων πλατφορμών είναι πολύ εξοικειωμένοι με τον κόσμο του διαδικτύου και των διαδικτυακών φόρουμ, στα οποία αναζητούν πληροφορίες και συμβουλές.

Μπορεί να μην έχουν μεγάλα κεφάλαια, όμως μπορούν να συντονιστούν πολύ πιο αποτελεσματικά και έτσι να αποκτήσουν συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι σε παίκτες με πολύ μεγάλα κεφάλαια.

Αυτό φάνηκε να γίνεται και με τη μετοχή της GameStop. Η ίδια η εταιρεία δεν πήγαινε και πολύ καλά και η μετοχή της είχε μπει στο στόχαστρο για «σορτάρισμα», δηλαδή μεγάλα hedge funds πόνταραν στο ότι η τιμή της μετοχές θα έπεφταν, οπότε δανείστηκαν μετοχές, τις πούλησαν και είχαν σκοπό να τις αγοράσουν (και να τις επιστρέψουν) όταν αυτές θα ήταν ακόμη πιο φτηνές, κερδίζοντας από τη διαφορά ανάμεσα στο πόσο τις πούλησαν και πόσο τις αγόρασαν.

Όμως, διαμορφώθηκε ένα ολόκληρο κλίμα γύρω από τη μετοχή της εταιρείες με πλήθος τοποθετήσεων μικροεπενδυτών που εκτίναξε τη μετοχή της εταιρείας. Το αποτέλεσμα ήταν μεγάλες απώλειες για hedge funds που είχαν επιλέξει να σορτάρουν τη μετοχή της GameStop. Ένα από αυτά, το Melvin Capital χρειάστηκε την περασμένη εβδομάδα μια ένεση ρευστότητας 2,75 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Εκδημοκρατισμός των αγορών;

Γύρω από το φαινόμενο αυτό έχει φτιαχτεί ένα ολόκληρο αφήγημα που υποστηρίζει ότι όλα αυτά παραπέμπουν σε έναν εκδημοκρατισμό των αγορών, εφόσον πλέον οι ίδιοι οι μικροεπενδυτές παίρνουν τις αποφάσεις και όχι οι μεγάλες χρηματιστηριακές εταιρείες που μπορούν να επηρεάζουν την πορεία των μετοχών με τον όγκο των κεφαλαίων που διαθέτουν, χειραγωγώντας ουσιαστικά τις αγορές.

Οι πλατφόρμες και εφαρμογές όπως η Robinhood ή η E-Toro αναπαράγουν αυτό το αφήγημα καθώς υποστηρίζουν ότι επιτρέπουν στους ίδιους τους επενδυτές να κάνουν τις επιλογές, με τις πλατφόρμες τους να δίνουν αυτή τη δυνατότητα χωρίς την παραδοσιακή μεσολάβηση ενός χρηματιστή. Βέβαια, ταυτόχρονα επιτρέπουν και άλλες δυνατότητες, π.χ. να μπορείς να «ακολουθήσεις» κάποιον πετυχημένο επενδυτή και να επενδύεις όπου επενδύει και αυτός.

Από την άλλη, οι επικριτές αυτής της τάσης υποστηρίζουν ότι στην πραγματικότητα αυτές οι πλατφόρμες αυτές διευκολύνουν τη μαζική εμφάνιση κοινών επενδυτικών συμπεριφορών, που λόγω της ταχύτατης δικτύωσης μπορούν να επηρεάζουν τις τιμές των μετοχών και των άλλων επενδυτικών προϊόντων. Όμως, την ίδια στιγμή δεν παύει να ισχύει ότι μιλάμε για επενδυτικές αποφάσεις ανθρώπων που δεν είναι επαγγελματίες της αγοράς και που δεν είναι καθόλου εξοικειωμένοι με τη μελέτη και ανάλυση στοιχείων που εμπεριέχει η επιλογή μιας  μετοχής.

Εύκολες εφαρμογές, με μεγάλο ρίσκο

Μιλάμε, δηλαδή, για ανθρώπους που δεν είναι χρηματιστές ή ειδικοί της οικονομίας και μπορεί να είναι από εργαζόμενοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες που απλώς θέλουν να έχουν μεγαλύτερη απόδοση στις αποταμιεύσεις τους έως ακόμη και φοιτητές που αντιμετωπίζουν  την ανία του πανδημικού εγκλεισμού και το γεγονός ότι έχουν περιοριστεί οι δυνατότητες στοιχηματισμού σε αθλήματα εξαιτίας της πανδημίας. Γι’ αυτόν τον λόγο και υπάρχουν τα μεγάλα κέρδη όταν με αυτόν τον τρόπο μια μετοχή εκτινάσσεται αλλά υπάρχουν και μεγάλες απώλειες όταν κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση.

Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα όταν οι εφαρμογές αυτές δεν επιτρέπουν μόνο την αγορά και πώληση μετοχών αλλά και χρηματιστηριακών προϊόντων υψηλότερου ρίσκου όπως είναι τα δικαιώματα αγοράς μετοχών. Τον περασμένο Ιούνιο ο Alexander Kearns, ένας εικοσάχρονος φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα που χρησιμοποιούσε την πλατφόρμα της Robinhood για να ποντάρει σε δικαιώματα αγοράς μετοχών αυτοκτόνησε όταν είδε το λογαριασμό του να καταγράφει χρέος 730.165 δολαρίων.

Πλατφόρμες «εντός συστήματος»

Πλατφόρμες όπως η Robinhood έχουν προσπαθήσει να διαμορφώσουν μια εικόνα ότι είναι «εκτός συστήματος» για να υπογραμμίσουν τη διαφορά τους από τις μεγάλες επενδυτικές εταιρείες που μετά την κρίση του 2008 δεν έχουν και την καλύτερη φήμη.

Βέβαια στην πραγματικότητα, δεν είναι ακριβώς «εκτός του συστήματος». Μάλιστα, παρότι υποστηρίζουν ότι δεν χρεώνουν τους πελάτες τους προμήθεια, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν βγάζουν σημαντικό κέρδος από τις συναλλαγές των παικτών τους. Η Robinhood βγάζει σημαντικά κέρδη με διάφορους τρόπους. Για την εκτέλεση των εντολών χρησιμοποιεί ειδικούς διαπραγματευτές (market makers) αντί για τα ίδια τα χρηματιστήρια εισπράττοντας επιστροφές (rebates), ενώ παράλληλα βγάζει κέρδη από τη διαχείριση των μετοχών και της ρευστότητας που έχει στην κατοχή της, ενώ παράλληλα έχει και μια ‘Gold’ εφαρμογή, με καλύτερη πληροφόρηση αλλά και συνδρομή και χρεώσεις.

Και βέβαια για να μπορεί να έχει τη ρευστότητα που χρειάζεται, χρειάζεται να έχει καλές σχέσεις και με μεγάλους επενδυτές. Αυτό φάνηκε την περασμένη εβδομάδα, όταν εξαιτίας του μεγάλου όγκου εντολών που χειριζόταν είδε τα μεγάλα Clearinghouses που διεκπεραιώνουν τον τελικό συμψηφισμό απαίτησαν από την Robinhood μεγαλύτερες εγγυήσεις τις οποίες και βρήκε μέσω «συστημικών» επενδυτών.

Ούτε βέβαια είναι ακριβώς «εκτός συστήματος» η Goldman Sachs Group Inc που έχει αναλάβει τις προετοιμασίες για τη δημόσια εγγραφή της Robinhood, εκτιμώμενου ύψους 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

«Ρήτρα διαιτησίας» και ελλιπής νομική προστασία των χρηστών

Όπως και σε πάρα πολλές όψεις της ζωής, πολλά παίζονται εδώ και στα «ψιλά γράμματα» της συμφωνίας. Στην περίπτωση εταιρειών όπως η Robinhood αυτό έχει να κάνει με την απαραίτητη «ρήτρας διαιτησίας» που εμπεριέχεται στη σύμβαση που ουσιαστικά συνάπτει με την εταιρεία ο χρήστης. Αυτή προβλέπει ότι ο χρήστης οι συμβαλλόμενοι δεν μπορούν να κινηθούν δικαστικά ο ένας εναντίον του άλλου, αλλά υποχρεωτικά να περάσουν από μια διαδικασία διαιτησίας. Παρότι υπάρχει η νομική δυνατότητα για ομαδικές αγωγές υπάρχει, θα πρέπει να πειστεί το δικαστήριο είναι προτιμότερο να εκδικαστούν αντί να πάνε σε ένα πάνελ διαιτησίας. Γι’ αυτό και η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν ζήτησε να καταργηθούν οι σχετικές ρήτρες για να προστατευτούν οι επενδυτές.

Back to basics: τι είναι μια φούσκα;

Εάν κάτι δείχνει να απουσιάζει από την όλη η συζήτηση είναι μια υπενθύμιση του πώς φτιάχνονται οι «φούσκες» στις αγορές. Το γιατί έχουμε μετοχές και χρηματιστήρια είναι λίγο πολύ γνωστό. Για τις εταιρείες η έκδοση μετοχών διαπραγματεύσιμων είναι ένας από τους πιο βολικούς τρόπους να αυξήσουν το μετοχικό τους κεφάλαιο και να αντλήσουν κεφάλαια. Το επενδυτικό κοινό προσελκύεται να αγοράσει μετοχές όχι για την απόδοσή του καθεαυτή όσο για τη δυνατότητα η αξία αυτών των τίτλων να ανέβει και άρα η αρχική τους επένδυση να έχει απόδοση.

Τώρα οι τιμές των μετοχών ανεβαίνουν μέσα από δύο βασικούς μηχανισμούς. Ο ένας είναι ότι σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης γενικά και ειδικότερα ανάπτυξης των συγκεκριμένων επιχειρήσεων η αξία των μετοχών θα τείνει να ανέβει επειδή θα αυξάνει και η εκτιμώμενη πραγματική αξία της συγκεκριμένης επιχείρησης.

Μόνο που υπάρχει και ένας άλλος μηχανισμός. Να ανεβαίνουν οι τιμές των μετοχών επειδή υπάρχει μεγάλη ζήτηση για αυτές. Αυτό μπορεί να έχει ως αφετηρία κάποια εκτίμηση για την πορεία της οικονομίας, αλλά μπορεί και να είναι και αποτέλεσμα απλώς της τάσης όσων επενδύουν απλώς να ακολουθούν το κύμα της αγοράς. Μόνο που σε μια αγορά όταν άνθρωποι αποφασίζουν να αγοράσουν επειδή άλλοι αγοράζουν αυτό διαμορφώνει μια αυτοτροφοδοτούμενη ανοδική δυναμική των τιμών.

Σε αυτή την περίπτωση η αρχική σύνδεση ανάμεσα σε ένα πραγματικό οικονομικό δεδομένο, όπως η σημασία του διαδικτύου ως νέου πεδίου επενδύσεων στις αρχές του αιώνα, στις μέρες μας π.χ. τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, σταδιακά χάνεται και όλοι απλώς θέλουν να πάρουν μια μετοχή που ανεβαίνει για να δουν και τη δική τους επένδυση να αυξάνει, αδιαφορώντας για το εάν η τιμή της αντιστοιχεί στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα και τις πραγματικές οικονομικές προοπτικές, έστω και δυνητικές.

Και τότε έχουμε μια χρηματιστηριακή φούσκα. Και η ιστορία έχει δείξει ότι κάποια στιγμή η φούσκα θα σπάσει. Με χαρακτηριστικά βίαιης διόρθωσης όπου και πάλι θα πρυτανεύσει η λογική της απαλλαγής όσο πιο γρήγορα από μια μετοχή σε καθοδική πορεία, λογική που δημιουργεί ακόμη πιο έντονη υποχώρηση της τιμής, με το κόστος να επωμίζονται κυρίως όσοι επενδυτές μπήκαν σχετικά αργά.

Η τεχνολογία και ο «εκδημοκρατισμός της φούσκας»

Δεν είναι η πρώτη φορά που η τεχνολογία αλλάζει τα χαρακτηριστικά των χρηματιστηριακών αγορών. Ο τηλέγραφος και το τηλέφωνο επίσης επαναστατικοποίησαν τα χρηματιστήρια καθώς προσέφεραν άμεση ενημέρωση στους επενδυτές αλλά και δυνατότητα γρήγορης μεταβίβασης μιας εντολής. Ήδη το 1901 διπλασιάστηκε ο όγκος των συναλλαγών στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης και εκτινάχτηκε η ταχύτητα των συναλλαγών, ενώ και τότε είχαν εμφανιστεί μορφές επενδύσεων για μικροεπενδυτές που πόνταραν μικροποσά στο προς τα πού θα κινούνταν οι μετοχές.

Αντίστοιχα στην περίοδο 1999-2000 όλοι θυμόμαστε την «κούρσα του χρηματιστηρίου» που σε μεγάλο βαθμό τροφοδοτήθηκε από τον πολλαπλασιασμό της πληροφόρησης για μετοχές. Αντίστοιχες εμπειρίες και σε μεγαλύτερη κλίμακα υπήρξαν και σε άλλες χώρες (στις ΗΠΑ την ίδια περίοδο οι χρηματιστηριακές εταιρείες με τις διαφημίσεις κατεξοχήν προσπαθούσαν να προσελκύσουν και μικροεπενδυτές).

Στην εποχή του διαδικτύου, της τεράστιας διάχυσης πληροφοριών, του υπερπολλαπλασιαμού των ιστοσελίδων με πληροφορίες, των smartphones και των apps και φυσικά των τεράστιων φόρουμ στο reddit, απλώς αυτές οι τάσεις γίνονται ακόμη πιο έντονες.

Και το πρόβλημα δεν είναι το αίτημα του εκδημοκρατισμού της οικονομικής διαχείρισης. Αυτή είναι μια υπαρκτή πρόκληση με δεδομένα τα τεράστια προβλήματα αδιαφάνειας και χειραγώγησης που όντως υπάρχουν, σε βάρος φυσικά των μικροεπενδυτών.

Το πρόβλημα είναι αυτό που παρουσιάζεται ως «εκδημοκρατισμός» των αγορών παραπέμπει πολύ περισσότερο στον «εκδημοκρατισμό της φούσκας», διευρύνοντας και πολλαπλασιάζοντας τη δυνατότητα μικροεπενδυτών να επηρεάσουν χρηματιστικές τάσεις, όμως χωρίς αυτό να κάνει αυτό να κάνει τη συμπεριφορά πιο ορθολογική. Το ακριβώς αντίθετο: απλώς επιτείνονται οι ίδιες τάσεις ανορθολογικής υπερδιόγκωσης της τιμής συγκεκριμένων τίτλων που γνωρίζουμε καλά ότι είναι η μεγάλη «αχίλλειος πτέρνα» των χρηματιστηρίων.

-