Ένας άνδρας με διπλή υπηκοότητα (ιρανική και βρετανική) καταδικάστηκε σε κάθειρξη εννέα ετών και τριών μηνών στις φυλακές του Ιράν για συνέργια με «εχθρική κρατική δύναμη». Όμως κατάφερε να δραπετεύσει από τη χώρα, μέσα από επικίνδυνες ορεινές διαδρομές και να εγκατασταθεί με ασφάλεια στο Λονδίνο.

Μιλώντας στον Guardian, ο Καμίλ Αχμαντί εξηγεί πως αισθάνθηκε ότι δεν είχε άλλη επιλογή εκτός από το να εγκαταλείψει τη χώρα, αφού πρώτα πέρασε σχεδόν 100 ημέρες στις φυλακές Εβίν. Μεγάλο μέρος αυτού του διαστήματος το πέρασε σε συνθήκες απομόνωσης, ενώ παράλληλα δεχόταν αλλεπάλληλες ανακρίσεις.

«Όταν καταδικάστηκα είχα την επιλογή να μείνω και να μην ξαναδώ την οικογένεια και τον τετράχρονο γιο μου μέχρι να γίνει 14 ετών ή να πάρω το ρίσκο και να δραπετεύσω», εξηγεί.

Ο Αχμαντί, κοινωνικός ανθρωπολόγος με ερευνητικό έργο που εστίαζε στην κλειτοριδεκτομή στο Ιράν, θεωρήθηκε ένοχος για συνωμοσία με ξένες εχθρικές δυνάμεις τον Νοέμβριο του 2020, αλλά αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση μέχρι την εκδίκαση της έφεσης.

Όπως λέει, δεδομένου του ότι κατά κανόνα τα ιρανικά δικαστήρια απλώς επικυρώνουν την αρχική απόφαση, αλλά και από τη στιγμή που η καταδίκη του είχε πολιτικά κίνητρα, δεν είχε πολλές ελπίδες να νικήσει στο εφετείο. Η άποψή του επιβεβαιώθηκε τη Δευτέρα, όταν η έφεσή του απορρίφθηκε ερήμην του.

Ο Αχμαντί σημειώνει ότι δεν γνωρίζει ακόμη αν οι ιρανικές αρχές έχουν συνειδητοποιήσει πως έχει εγκαταλείψει τη χώρα.

Δραπέτευσε παίρνοντας μαζί του μόνο το laptop του και αντίγραφα των βιβλίων και των άρθρων που έχει δημοσιεύσει, διασχίζοντας τα σύνορα από μονοπάτια καλυμμένα με 1,5 μέτρο χιόνι και πυκνή ομίχλη, ξεφεύγοντας από τους ιρανούς συνοριοφύλακες. Η ασφάλεια των συνόρων έχει ενισχυθεί μετά τη δολοφονία του ιρανού πυρηνικού φυσικού Μοχσέν Φακχριζαντέχ στην Τεχεράνη στη διάρκεια της περσινής χρονιάς.

«Είμαι Κούρδος και γνωρίζω ορισμένα από τα μονοπάτια, όμως αυτό που έκανα ήταν πολύ επικίνδυνο. Έπρεπε να προσπαθήσω πολλές φορές», θυμάται.

Ο Αχμαντί ακολούθησε τα μονοπάτια που χρησιμοποιούν οι αχθοφόροι των βουνών παραβαίνοντας τις αμερικανικές κυρώσεις για να μεταφέρουν αλκοόλ, ανταλλακτικά αυτοκινήτων, φάρμακα, τσιγάρα και λαθραία εμπορεύματα από το Ιράκ και την Τουρκία. Τα μονοπάτια αυτά, όμως, είναι επικίνδυνα: Πρόσφατα, ένας λαθρέμπορος που μετέφερε στην πλάτη του τέσσερα ελαστικά αυτοκινήτων, έπεσε νεκρός από τα πυρά των συνοριοφυλάκων, ενώ αρκετοί άλλοι έχουν πεθάνει στην ίδια περιοχή από υποθερμία.

Όπως τονίζει στον Guardian, ο ίδιος φοβόταν ότι αν τον συλλάμβαναν θα αναγκαζόταν να περάσει ακόμη περισσότερα χρόνια στη φυλακή, αισθανόταν ωστόσο αναγκασμένος να πάρει το ρίσκο: «Διέφυγα παράνομα από το Ιράν γιατί ήμουν απελπισμένος», εξηγεί. «Ένιωθα ότι δεν είχα άλλη επιλογή εκτός από το να φύγω. Μου είχαν απαγορεύσει τα ταξίδια. Είχα να αντιμετωπίσω αυτή την ποινή».

Ο Αχμαντί είναι ένας από τους ελάχιστους κατόχους ιρανικής και βρετανικής διπλής υπηκοότητας που έχουν συλληφθεί στο Ιράν και κρατούνταν κατά πάσα πιθανότητα ως διαπραγματευτικά χαρτιά.

Γεννημένος στην πολυπολιτισμική πόλη του Ναγκχαντέχ, όπου ζουν κάτοικοι κουρδικής και τουρκικής καταγωγής, στην επαρχία Δυτικό Αζερμπαϊτζάν του Ιράν, ο Αχμαντί είχε μεταναστεύσει στη Βρετανία στα 18 του, όμως επέστρεψε το 2010 για να φροντίσει τον ηλικιωμένο πατέρα του.

Τον συνέλαβαν για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2019, όταν επέστρεφε από ένα συνέδριο του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Αιθιοπία, το οποίο είχε παρακολουθήσει ως ειδικός στον τομέα των κλειτοριδεκτομών και των γάμων ανηλίκων. Η οικογένειά του γνωστοποίησε τη σύλληψή του δύο ημέρες αργότερα.

Ο ίδιος πιστεύει ότι η σύλληψή του οφείλεται εν μέρει στην έρευνά του και εν μέρει επειδή το Ιράν επιδίωκε αντίποινα κατά της Βρετανίας, μετά τη συμμετοχή βρετανών μισθοφόρων στην κατάσχεση ενός ιρανικού πλοίου, του Grace 1 στο Γιβραλτάρ, περίπου ένα μήνα νωρίτερα. Υπήρχαν υποψίες ότι το πλοίο παραβίαζε τις ευρωπαϊκές κυρώσεις μεταφέροντας πετρέλαιο στη Συρία.

Επισήμως, κατηγορήθηκε ότι επιχειρούσε να επιφέρει κοινωνικοοικονομικές αλλαγές στην Ισλαμική Δημοκρατία, ασκώντας πιέσεις για την αύξηση του ορίου ηλικίας για τον γάμο ανηλίκων, προωθώντας την ομοφυλοφιλία και διατηρώντας επαφές με ξένες δυνάμεις.

«Μέχρι την πρώτη εβδομάδα των ανακρίσεών μου, το πλοίο είχε αφεθεί να συνεχίσει την πορεία του, εγώ όμως δεν είχα πρόσβαση στα ΜΜΕ. Με είχαν σε απομόνωση. Επομένως, η μόνη πηγή πληροφοριών που είχα στη διάθεσή μου ήταν οι ανακριτές μου. Και μια μέρα, ένας τύπος απλώς εμφανίστηκε και έδειχνε πολύ χαρούμενος. Μου είπε «Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Πήραμε πίσω το πλοίο μας. Και νομίζω ότι έκανες τη διαφορά σε αυτό. Επομένως σε ευχαριστώ, όμως έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μαζί σου».

«Κι εγώ του είπα, «Οπότε τι θα κάνετε με μένα;». Μου είπε «Πωπω, έλα τώρα. Είσαι Βρετανός, αξίζεις πολλά. Η Βρετανία είναι το λίκνο των ανθρώπινων δικαιωμάτων, οπότε φυσικά και θα αξίζεις πολλά για εκείνους».

Ο Αχμαντί υποστηρίζει ότι δεχόταν ενοχλήσεις πολύ καιρό πριν τη σύλληψή του, αφού πρώτα έγινε στόχος των Φρουρών της Επανάστασης που άρχισαν να προβάλλουν αντιστάσεις απέναντι στην έρευνά του επάνω στην κλειτοριδεκτομή, τους προσωρινούς γάμους, την εθνικότητα και τις λεσβιακές, αμφιφυλοφιλικές και ομοφυλοφιλικές σχέσεις.

Όπως λέει, μια μέρα έκλεψαν το τηλέφωνό του στον δρόμο και λίγο αργότερα όλοι του οι λογαριασμοί χακαρίστηκαν. Βρέθηκε αποκλεισμένος από τις ομιλίες σε σεμινάρια που ακυρώνονταν την τελευταία στιγμή, ειδικά από τη στιγμή που έδωσε συνεντεύξεις στα ΜΜΕ και κλήθηκε να κάνει μια παρουσίαση σε ιρανούς βουλευτές για την αύξηση του ορίου ηλικίας από το οποίο και έπειτα τα παιδιά μπορούν να παντρευτούν, από τα 13 στα 15 έτη.

Ένας νόμος που αύξανε πράγματι το όριο ηλικία ψηφίστηκε λίγο αργότερα από το κοινοβούλιο. Όμως αμέσως μετά μπλοκαρίστηκε από τη νομική επιτροπή. Η πραγματική ηλικία των παιδιών που παντρεύονται στο Ιράν μπορεί να είναι ακόμη και τα 9 έτη, με τη σύμφωνη γνώμη των γονιών και του δικαστηρίου.

Όπως λέει, από την άνοιξη του 2019 και έπειτα προετοιμαζόταν για τη σύλληψή του. Παρόλα αυτά, σοκαρίστηκε όταν συνέβη.

«Είναι λες και ήταν έτοιμοι για αυτό επί μήνες ή εβδομάδες. Είναι πολύ καλοί σε αυτό, είναι εκπαιδευμένοι ώστε να το κάνουν σε στάδια. Ξέρουν τι να κάνουν, πόση ώρα να σε ανακρίνουν και ακριβώς πότε να το κάνουν».

«Με μένα, ξεκίνησαν σε ένα πολύ, πολύ μικρό δωμάτιο, σχεδόν έμοιαζε με τάφο. Εκεί είχαν τρεις στρατιωτικές κουβέρτες, μια ως κάλυμμα, μια για να κοιμάμαι και μια για μαξιλάρι. Τα φώτα ήταν αναμμένα πάνω από το κεφάλι μου 24 ώρες το 24ωρο, υπήρχε ένα κοράνι, ένα χαλί προσευχής και ένα τηλέφωνο για να επικοινωνώ με τους φρουρούς και να με πηγαίνουν στην τουαλέτα. Δεν υπήρχε φυσικό φως και το παράθυρο της φυλακής άνοιγε μόνο όσο χρειαζόταν για να μου δίνουν φαγητό. Αυτή ήταν η μόνη μου επαφή με τον έξω κόσμο. Είχε απίστευτη ησυχία και απλώς άρχισα να τρελαίνομαι. Δεν ήξερα τι ώρα ήταν, ούτε τι θα συνέβαινε μετά».

«Όταν με έβγαζαν για να πάω στην τουαλέτα ή για να αναπνεύσω καθαρό αέρα για μισή ώρα την ημέρα ή για να με ανακρίνουν, μου έκλειναν τα μάτια. Και η ανάκριση κατέληξε να είναι η μόνη μου επαφή με τη ζωή, ήταν πολύ θλιβερό, ήθελα να με ανακρίνουν περισσότερο γιατί αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να είμαι σε επαφή με ένα άλλο ανθρώπινο ον».

«Προσπαθούν πολύ σκληρά να με εμφανίσουν ως κάποιον που έστειλαν οι Βρετανοί στο Ιράν, που τον στρατολόγησαν ξένες δυνάμεις για να επηρεάσει συγκεκριμένους ανθρώπους στην κυβέρνηση».

Ο Αχμαντί εξηγεί ότι μετά από ένα μήνα τον μετέφεραν σε ένα λίγο μεγαλύτερο δωμάτιο όπου τουλάχιστον μπορούσε να περπατά σε κύκλους. «Είχε τουαλέτα και ένιωθα ότι ήμουν στο παλάτι του Μπάκιγχαμ».

Η υπόθεσή του άργησε να εκδικαστεί εξαιτίας του κοροναϊού και λίγο πριν τη δίκη εμφανίστηκαν κατηγορίες για τη δουλειά του.

«Στη δίκη ο Αμπολκασέμ Σαλαβατί, δικαστής πολλών αμφιλεγόμενων υποθέσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ήταν πολύ συγκαταβατικός. Καταλάβαινες από τις ερωτήσεις του ότι είχε πάρει τις αποφάσεις του».

«Αν και είχε όλα τα βιβλία και την έρευνά μου, δεν τον ενδιέφεραν καθόλου. Στην πραγματικότητα δεν είχε ιδέα από κοινωνικές επιστήμες και δεν υπήρχε στο δικαστήριο κανένας ειδικός ούτε επιτράπηκε σε κανέναν να καταθέσει την επαγγελματική του άποψη. Τα μόνα πράγματα που τον απασχολούσαν ήταν η διπλή μου υπηκοότητα, ο αριθμός των ετών που είχα περάσει στη Βρετανία, τα πανεπιστήμια στα οποία είχα σπουδάσει. Μόνος λόγος για την ανάκρισή μου ήταν η απόπειρα να με συνδέσουν με τη Δύση και να αποδείξουν ότι προσπαθώ να αλλάξω τον ισλαμικό τρόπο ζωής».

«Μέχρι ένα σημείο καταλάβαινα ότι κινδυνεύω. Υπήρχε μια εποχή στη φυλακή που ο κύριος ανακριτής μου ερχόταν στον διάδρομο έξω από το κελί μου –ήξερα ότι ήταν εκείνος από τον βηματισμό του- και πλατάγιζε τα χείλη του. Μου έλεγε, «Καμίλ, είσαι πεντανόστιμος. Πρώτα από όλα είσαι Κούρδος, δεύτερον προέρχεσαι από σουνιτικό περιβάλλον και το σημαντικότερο είσαι Βρετανός και ερευνάς ευαίσθητα ζητήματα. Μπορούμε να διαπραγματευτούμε με σένα. Ξέρεις πώς πάνε αυτά».

Όμως όπως λέει εξακολουθούσε να πιστεύει ότι θα κατάφερνε να ξεφύγει με κάποια προειδοποίηση ή έστω με αναστολή της ποινής του.

Κρίθηκε όμως ένοχος και η απόφαση του Σαλαβατί, που παρουσίασε ο Αχμαντί στον Guardian, δείχνει τον βαθμό της ιδεολογικής αντίθεσης του καθεστώτος προς τη δουλειά του, αλλά και τη βεβαιότητά τους ότι εργαζόταν για ξένες δυνάμεις.

Ο Σαλαβατί γράφει ότι ο Αχμαντί έκανε μαθήματα σε πανεπιστήμια όπου  «ανατρεπτικά ιδρύματα και κέντρα σχετικά με υπηρεσίες κατασκοπείας οργάνωναν αυτά τα μαθήματα». Ήταν πιθανό, συνέχιζε «οι κατασκοπικές υπηρεσίες να έχουν επενδύσει σε ανθρώπους όπως ο Καμίλ Αχμαντί, εκπαιδεύοντάς τους για να παρεισφρήσουν στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν πολλά χρόνια αργότερα».

Όσο για τις συναντήσεις του με τους ιρανούς βουλευτές, ο Σαλαβατί τις θεωρεί ενδείξεις της προσπάθειας του Αχμαντί να υπονομεύσει το Ιράν.

Στο σκεπτικό της απόφασής του αναφέρει: «Γενικώς, μπορεί να ειπωθεί ότι η αύξηση του ορίου ηλικίας για τον γάμο των παιδιών είναι μια από τις στρατηγικές του εχθρού για την αποδυνάμωση και την καταστροφή του συστήματος της οικογένειας και ότι ο κύριος Καμίλ Αχμαντί είναι ένας από τους ηγέτες στην εφαρμογή αυτής της στρατηγικής στο Ιράν».

Ο Αχμαντί σημειώνει στον Guardian: «Όταν πληροφορήθηκα τη διάρκεια της ποινής πίστεψα ότι μου έκαναν πλάκα. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα μου έδιναν 10 χρόνια. Όλοι σοκαρίστηκαν».

«Στην αρχή ήμουν απόλυτος ότι δεν πρόκειται να φύγω. Ήμουν μαχητής σε όλη μου τη ζωή, όμως τώρα πρέπει να αλλάξω το πεδίο της μάχης μου. Σκέφτηκα ότι δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο».

«Ήξερα ότι αν με έπιαναν ενώ προσπαθούσα να δραπετεύσω θα ερμήνευαν την πράξη μου με κάθε πιθανό τρόπο. Θα έλεγαν ότι είμαι αυτός που είμαι, ότι θα με έσωζε κάποια ξένη δύναμη, ότι μετέφερα πληροφορίες στο εξωτερικό».

Τονίζει ότι πλέον θέλει να γίνει η φωνή εκείνων που ζουν στις επαρχιακές κοινότητες του Ιράν, στους εκδιωγμένους, στους ανθρώπους που ανήκουν σε εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες.

«Το ισλαμικό καθεστώς λειτουργεί υπό τον έλεγχο μιας μικρής μειοψηφίας, των λεγόμενων σκληροπυρηνικών, όμως αυτή η γενιά ηγετών σβήνει», λέει στον Guardian.

«Οι περισσότεροι άνθρωποι, εκείνοι που δεν βγάζουν τα προς το ζην τους από την πολιτική, τη διαφθορά, δεν είναι ρεφορμιστές ή φονταμενταλιστές, αλλά άνθρωποι που θέλουν να δουν αλλαγές. Υπάρχουν ψήγματα ελπίδας μετά από χρόνια δυσκολιών και κυρώσεων που γονάτισαν τους ανθρώπους και τσάκισαν την οικονομία.

«Αν ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις, είναι πολύ σημαντικό η κοινωνία των πολιτών του Ιράν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να έχουν λόγο σε ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων. Τίποτα καλό δεν έχει προκύψει ποτέ από τις συγκρούσεις και τον φανατισμό και το λέω από προσωπική εμπειρία».

TAGS: ιράνπολιτικός κρατούμενος

-