Δεν έχει προλάβει ακόμα να ξεκινήσει το Ταμείο Ανάκαμψης -δηλαδή να τροφοδοτεί με πόρους τα κράτη της Ένωσης ώστε να επανεκκινήσουν τις οικονομίες – και οι γνωστές φωνές δεν σιωπούν να σπείρουν στο δημόσιο διάλογο ζιζάνια που ξυπνούν μνήμες Μνημονίων, ένα κεφάλαιο στην ιστορία της Ε.Ε. που σε γενικές γραμμές κυριαρχεί η διάθεση να μείνει στο παρελθόν. Προσφάτως, ο γνωστός στη χώρα μας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ζήτησε εμμέσως πλην σαφώς μνημόνιο για το Ταμείο Ανάκαμψης και όλα αυτά ενώ είναι θολό ακόμα το τοπίο για την διάρκεια της πανδημίας.

Πέραν από τον οικονομικό ρόλο που διαδραματίζει ο σωστός χειρισμός των δισεκατομμυρίων που θα πέσουν τα επόμενα χρόνια, κομβική είναι η συμβολή του σε τυχόν πολιτικές εξελίξεις αφού οι κυβερνήσεις θα κριθούν τόσο από τα σχέδια ανάκαμψης αλλά και από τις επιπτώσεις των πακέτων στήριξης στα δημοσιονομικά,  κυρίως μετά το 2022, μετά δηλαδή τη λήξη της δημοσιονομικής χαλάρωσης, όπου φαίνεται ότι τα κράτη θα κάνουν απολογισμό της «τρύπας» στους προϋπολογισμούς και για τη βιωσιμότητα των χρεών.

Δεν υπάρχει ηγέτης στην ΕΕ που να μην ξορκίζει το σενάριο για ενδεχόμενη δημοσιονομική κρίση στην Ευρωζώνη, που θα μπορούσε να ακολουθήσει της πανδημίας, γεγονός που θα βάλει πολλές χώρες σε νέες πολιτικές περιπέτειες, πυροδοτώντας πολιτική κρίση. Οι αναλυτές δείχνουν το έτος 2022 ως χρονιά καθοριστική για τις πολιτικές ισορροπίες. Για την Ελλάδα είναι κρίσιμη η ανάκαμψη αφού σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να “χωνέψει” ένα νέο Μνημόνιο. Η χώρα εξάλλου βρίσκεται ακόμα σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας και παρά τη δημοσιονομική χαλάρωση λόγω της πανδημίας το βλέμμα της κυβέρνησης βρίσκεται στην επόμενη ημέρα, όπου η χώρα χρειάζεται την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας στην επενδυτική βαθμίδα και αυτό, σύμφωνα με τους οίκους, θα κριθεί με βάση της βιωσιμότητας του χρέους, τον τραπεζικό κλάδο και τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες κινήσεις για επαναφορά του ΑΕΠ σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, με αιχμή τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, δηλαδή τις επενδύσεις και τις μεταρρυθμίσεις.

Οι στόχοι

Οι εκταμιεύσεις από το Ταμείο θα είναι συνδεδεμένες με την επίτευξη «συγκεκριμένων και μετρήσιμων στόχων» και επειδή αυτή η φράση προκάλεσε ανησυχίες παραπέμποντας σε Μνημόνια από την Κομισιόν έχει διευκρινίσει πως δεν αφορά μνημονιακό μηχανισμό. Παρόλα αυτά η συζήτηση για το πως θα διευθετηθούν τα χρέη και τα ελλείμματα μόλις τελειώσει η “περίοδος χάριτος” λόγω της πανδημίας είναι μία συζήτηση σε εκκρεμότητα.

Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ στο τελευταίο δελτίο οικονομικών εξελίξεών του διατυπώνει ανησυχίες για το επίπεδο φερεγγυότητας και το πιστωτικό ρίσκο της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια  προβλέποντας ότι το δημόσιο χρέος θα παραμείνει πάνω από το 180% του ΑΕΠ τουλάχιστον έως το 2024, καθώς την περίοδο αυτή θα κυμανθεί κατά 44,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα έναντι των προ-κοροναϊού προβλέψεων, εξαιτίας της πανδημικής κρίσης. Τονίζει πως ανησυχητικό ως προς αυτό είναι ότι, παρά την προβλεπόμενη ανάκαμψη του ΑΕΠ, το 2021 θα είναι επίσης ένα έτος έντονων δημοσιονομικών ανισορροπιών με το πρωτογενές έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης να διαμορφώνεται σε όρους ESA στο 3,8% του ΑΕΠ. Σημειώνεται πως σχεδόν 15 δισ. ευρώ περισσότερα δαπάνησε το κράτος λόγω Covid το 2020 και έτσι μαζί με την υστέρηση από φόρους, το πρωτογενές έλλειμμα στο δωδεκάμηνο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου 2020 να εκτιναχθεί στα 18,2 δισ. ευρώ.

Ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης ερωτηθείς προσφάτως αν η παρατεταμένη κατάσταση του κορονοϊού μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε ένα νέο μνημόνιο   τοποθετήθηκε εκ νέου αρνητικά.  Οι πόροι όμως δεν είναι απεριόριστοι, κάτι που τονίζει ο αναπληρωτής υπουργός δηλώνοντας πως τα δημόσια οικονομικά δεν είναι απεριόριστα και πως οι επόμενοι δύο μήνες θα είναι πολύ κρίσιμοι.

Η εμμονή Σόιμπλε

Προσφάτως διεξήχθη ένα άκρως ενδιαφέρον άτυπο debate στους Financial Times ανάμεσα σε δύο σημαίνουσες προσωπικότητες για την Ευρώπη, τον νυν πρόεδρο της Μπούντεσταγκ, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και τον υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας Μπρινό λε Μερ. Ο Σόιμπλε δεν μπορεί να βγει το ρόλο που διαδραμάτισε στην κρίση του 2009. Τώρα, κατηγόρησε τις κυβερνήσεις  για αναποφασιστικότητα στην προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που αποτελούν προϋπόθεση  για τη λήψη βοήθειας από το Ταμείο. Πέταξε βολές προς τους εμπλεκόμενους  ότι δαπάνησαν πολύ χρόνο προκειμένου να συμφωνήσουν για τη δύναμη πυρός του Ταμείου και την αναλογία στα κονδύλια, «χωρίς όμως να σκεφτούν επαρκώς τον τρόπο που θα δαπανηθούν». Πάντως, και ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν Βάλντις Ντομπρόφσκις δήλωσε πως οι εκταμιεύσεις από το Ταμείο θα είναι συνδεδεμένες με την επίτευξη «συγκεκριμένων και μετρήσιμων στόχων», για να προσθέσει πως «υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά» που πρέπει να γίνει  καλώντας ορισμένα κράτη-μέλη να γίνουν πολύ πιο συγκεκριμένα τις προτάσεις των οποίων θα ζητήσουν χρηματοδότηση.

Από την άλλη, ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών  Μπρινό λε Μερ είπε μιλώντας στους FT ότι “διαπιστώνω πως υπάρχουν εμπόδια και όλη η διαδικασία προχωράει πολύ αργά. Υπάρχει ανάγκη να επιταχύνουμε και, εάν θέλουμε να βγούμε από την οικονομική κρίση με τους καλύτερους δυνατούς όρους, τα ευρωπαϊκά κονδύλια πρέπει να φτάσουν το συντομότερο δυνατό» και πρόσθεσε ότι «δεν ξοδέψαμε όλο αυτό το πολιτικό κεφάλαιο για να δούμε το σχέδιό μας να καθυστερεί για τεχνοκρατικούς λόγους». “Η (οικονομική) πραγματικότητα (που ζούμε) καθορίζεται από τρία πράγματα: τα υψηλότερα επίπεδα χρέους στην ιστορία, τα χαμηλότερα επίπεδα επιτοκίων στην ιστορία και τη μεγαλύτερη ανάγκη επενδύσεων στην ιστορία», τόνισε, ξεκαθαρίζοντας πως το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ και της ευρωζώνης πρέπει να αλλάξει ριζικά και όχι απλώς προσωρινά.

-