Τρεις είναι οι… παραστάσεις που παίζονται ταυτόχρονα στην κεντρική πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών αυτή την περίοδο – μόλις δύο εβδομάδες μετά την ορκωμοσία του Τζο Μπάιντεν. Με τον τρόπο αυτό δε, διατηρούν σε υψηλά επίπεδα τον υδράργυρο στο θερμόμετρο των πολιτικών εξελίξεων.

Η μία διαδραματίζεται γύρω από το νέο πακέτο στήριξης της αμερικανικής οικονομίας και τα διατάγματα που συνεχίζει να υπογράφει ο νέος πρόεδρος – στο πλαίσιο, όπως ο ίδιος είπε, της προσπάθειας που καταβάλλεται προκειμένου «να σβηστεί η ηθική και εθνική ντροπή της προηγούμενης κυβέρνησης». Η δεύτερη έχει να κάνει με τις προετοιμασίες ενόψει της έναρξης της δίκης του Ντόναλντ Τραμπ στη Γερουσία, την ερχόμενη εβδομάδα. Οσο για την τρίτη, βασίζεται στο σενάριο της διάσπασης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, στο οποίο οι ισορροπίες ανάμεσα στις διάφορες πτέρυγες αποδεικνύονται εξαιρετικά λεπτές και εύθραυστες.

Στην πρώτη από τις παραστάσεις, η πιο πρόσφατη πράξη που παίχτηκε αφορά και πάλι τη μετανάστευση. Πιο συγκεκριμένα δε, την προώθηση νομοθεσίας η οποία έχει στόχο να νομιμοποιήσει το σύνολο των 11 εκατομμυρίων περίπου αλλοδαπών που βρίσκονται παράτυπα στη χώρα, αλλά και να τους ανοίξει δρόμο προς την απόκτηση της αμερικανικής υπηκοότητας, κάτι που είχε επιχειρήσει να αποτρέψει η προηγούμενη κυβέρνηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πρώτη προτεραιότητα του νέου υπουργού Εσωτερικής Ασφαλείας, Αλεχάντρο Μαγιόρκας, θα είναι η επανένωση των οικογενειών (παιδιών και γονιών) που χωρίστηκαν βίαια την προηγούμενη τετραετία και υπολογίζονται σε περίπου 5.500. Παρ’ όλα αυτά, ό,τι γίνεται δεν μεταφράζεται σε ανοιχτή πρόσκληση προς τους μετανάστες που περιμένουν στα σύνορα (κυρίως με το Μεξικό) για να εισέλθουν στη χώρα. Είναι κάτι, άλλωστε, που φρόντισε να ξεκαθαρίσει και η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Τζεν Πσάκι, στέλνοντας το μήνυμα ότι «δεν είναι η ώρα για να έρθετε στις ΗΠΑ – ενώ η σύμβουλος του Μπάιντεν στο συγκεκριμένο θέμα, Ρομπέρτα Γιάκομπσον, έχει ζητήσει πρόσφατα από τα ισπανόφωνα ΜΜΕ να αποθαρρύνουν τους πολίτες χωρών της Λατινικής Αμερικής από το να κατευθυνθούν προς τα σύνορα, τονίζοντας πως αυτό το ταξίδι «παραμένει πολύ επικίνδυνο, ενώ βρισκόμαστε εν μέσω της προσπάθειας να δημιουργήσουμε ένα νέο σύστημα».

Που θα «χτυπήσουν» οι κατήγοροι

Στο μέτωπο της πολύκροτης δίκης, αυτό που γνωρίζουμε ήδη είναι τα δύο σημεία στα οποία θα διασταυρώσουν κυρίως τα πυρά τους οι κατήγοροι και η υπεράσπιση. Το ένα αφορά την ουσία – εάν, δηλαδή, ο Τραμπ ήταν αυτός ο οποίος υποκίνησε τα πρωτόγνωρα επεισόδια της 6ης Ιανουαρίου που οδήγησαν στην εισβολή στο Καπιτώλιο και την ολιγόωρη κατάληψή του. Το δεύτερο έχει να κάνει με τους τύπους – αν είναι αρμόδια η Γερουσία να δικάσει έναν όχι εν ενεργεία αλλά έναν τέως πρόεδρο των ΗΠΑ.

Πρακτικά, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις αποκαλύψεις που θα γίνουν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, μιας και το αποτέλεσμα δύσκολα θα είναι διαφορετικό από την απόρριψη των κατηγοριών. Αλλωστε, με το «καλημέρα» φάνηκε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των 50 ρεπουμπλικάνων γερουσιαστών (οι 45) ψήφισαν υπέρ της μη διεξαγωγής της δίκης, μπαίνοντας «ασπίδα» μπροστά στον Τραμπ. Βεβαίως, τίποτα δεν αποκλείει μια ανατροπή στην πορεία, καθώς στην πολιτική όλα είναι δυνατά. Κάτι τέτοιο, όμως, θα σήμαινε πως το κόμμα θα οδηγηθεί ολοταχώς προς τη διάσπασή του – και το πολιτικό σύστημα, με τη σειρά του, προς μια ριζική αναμόρφωση.

Ούτως ή άλλως, η «αποστασία» 17 τουλάχιστον γερουσιαστών (τόσοι απαιτούνται για να σχηματιστεί, μαζί με τους 50 Δημοκρατικούς, η πλειοψηφία των δύο τρίτων που συνταγματικά μπορεί να καταδικάσει τον Τραμπ) δεν θα μπορούσε να οδηγήσει οπουδήποτε αλλού. Πολύ περισσότερο καθώς οι εξελίξεις των προηγούμενων ημερών έδειξαν ότι η ενότητα των Ρεπουμπλικάνων κρέμεται κυριολεκτικά από μία κλωστή. Αυτός, εξάλλου, είναι και ο λόγος που ανάγκασε τις αντιμαχόμενες πτέρυγες να μην τραβήξουν το σκοινί στη διπλή αναμέτρηση της Πέμπτης.

Ουσιαστικά, προχθές κηρύχθηκε μια προσωρινή εκεχειρία, στη μάχη που αφορούσε δύο στελέχη του κόμματος: Από τη μία η ακροδεξιά και ιδιαιτέρως προκλητική βουλευτής και οπαδός του Τραμπ, Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν και, από την άλλη, η κόρη του πρώην αντιπροέδρου και νούμερο τρία στην κοινοβουλευτική ιεραρχία του κόμματος, Λιζ Τσέινι.

Ωστόσο, η ένταση η οποία υπάρχει και η αντιπάθεια που τρέφουν η μία απέναντι στην άλλη οι διάφορες πτέρυγες των Ρεπουμπλικάνων δεν μπορεί να κρυφτεί. Κι αυτό φάνηκε και κατά τη συζήτηση που έγινε στη Γερουσία για το νέο πακέτο στήριξης της αμερικανικής οικονομίας και κοινωνίας που πρότεινε ο Τζο Μπάιντεν, ύψους 1,9 τρισ. δολαρίων, έστω κι αν σχεδόν το σύνολο των Ρεπουμπλικάνων τάχθηκε κατά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ

-