Οποτεδήποτε τα χρηματιστήρια εμφανίζουν τάσεις προς τη δημιουργία «φουσκών» και μετοχές εταιρειών που δεν δείχνουν να είναι πραγματικά υποσχόμενες εκτινάσσονται στα ύψη, για να καταβαραθρωθούν λίγο μετά, πάντα υπάρχει μια ρητορική που επαναλαμβάνεται.

Σύμφωνα με αυτήν, τέτοια προβλήματα πρέπει να γίνονται ανεκτά ακριβώς γιατί χωρίς το παιχνίδι με τις τιμές των μετοχών τα χρηματιστήρια δεν θα ήταν ένας ελκυστικός χώρος για τους επενδυτές και πολύτιμα κεφάλαια, που καταλήγουν να γίνουν παραγωγικές επενδύσεις και θέσεις εργασίας, δεν θα είχαν ριχτεί ποτέ στην πραγματική οικονομία.

Τέτοιες απόψεις και ακούστηκαν και πρόσφατα σε σχέση με την εκτίναξη της μετοχής της GameStop ύστερα από τη συντονισμένη μέσα από διαδικτυακά φόρουμ κίνηση μεγάλου αριθμού μικροεπενδυτών να ανατιμήσουν μετοχές που τα μεγάλα επενδυτικά fund είχαν επιλέξει να «σορτάρουν».

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι κάπως πιο περίπλοκη.

Είναι τα χρηματιστήρια η βασιλική οδός για την επένδυση;

Όμως, ακόμη κι έτσι μήπως τα χρηματιστήρια εξακολουθούν να αποτελούν ένα βασικό μηχανισμό άντλησης κεφαλαίων για επενδύσεις;

Αφήνοντας την άκρη την ελληνική περίπτωση και το που κατέληξαν τα χρήματα από τις δημόσιες εγγραφές εταιρειών στην εποχή της «φούσκας του χρηματιστηρίου», τα πράγματα στα αμερικανικά χρηματιστήρια λένε μια μάλλον διαφορετική ιστορία.

Ανάμεσα στο 2000 και το 2020 η συνολική αξία των δημοσίων εγγραφών και προσφορών στις ΗΠΑ ήταν λίγο πάνω από ένα τρισεκατομμύρια δολάρια (κατά άλλες εκτιμήσεις το συνολικό κεφάλαιο που αντλήθηκε ήταν 657 δισεκατομμύρια δολάρια). Το ποσό αυτό εκπροσωπεί ένα πολύ μικρό ποσοστό των συνολικών επενδύσεων που έγιναν στις ΗΠΑ όλα αυτά τα χρόνια.

Αυτό σημαίνει ότι η χρηματοδότηση των επενδύσεων έρχεται από αλλού, είτε από τα κέρδη των επιχειρήσεων, είτε από δανεισμό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ενδιαφέρει τις εταιρείες να έχουν υψηλή κεφαλαιοποίηση. Αυτό αυξάνει τη διαπραγματευτική τους δύναμη, κάνει ευτυχισμένους τους μετόχους (που έτσι δεν ενοχλούν ή αμφισβητούν τις διοικήσεις) και φυσικά κάνουν πλουσιότερα τα διευθυντικά στελέχη, καθώς οι μετοχές ή τα δικαιώματα απόκτησης μετοχών αποτελούν βασικό συστατικό της αμοιβής του. Από το 2000 οι εταιρείες του δείκτη S&P 500 έχουν ξοδέψει 8,3 τρισεκατομμύρια δολάρια για να αγοράσουν δικές τους μετοχές για να ενισχύσουν την τιμή τους.

Η υπερτίμηση των χρηματιστηρίων

Φαινομενικά τα αμερικανικά χρηματιστήρια είναι σε ανοδική τροχιά και αυτό υποτίθεται ότι αντανακλά το γεγονός ότι η αμερικανική οικονομία δείχνει να επανέρχεται σε τροχιά ανάκαμψης, υπάρχει η προοπτική του τέλους της πανδημίας και η νέα κυβέρνηση ετοιμάζεται να κινηθεί στην κατεύθυνση σημαντικών πακέτων ενίσχυσης της οικονομίας.

Βέβαια από μια άλλη άποψη τα χρηματιστήρια είναι μάλλον υπερτιμημένα. Ο «δείκτης Μπάφετ», πιο σωστά ο λόγος της αγοραίας κεφαλαιοποίησης των εταιρειών που περιλαμβάνει ο δείκτης Wilshire 5000 προς το αμερικανικό ΑΕΠ είναι αυτή τη στιγμή 1,879, στο υψηλότερο σημείο του.

Αλλά και άλλοι, πιο «κλασικοί» χρηματιστηριακοί δείκτες επίσης παραπέμπουν σε υπερτίμηση. Ο λόγος P/E για τις μετοχές του δείκτη Dow Jones Industrial Average ήταν στις 3 Φεβρουαρίου 30,36 και για τις μετοχές του δείκτη S&P 500 στο εντυπωσιακό 40,93.

Το γιατί τα χρηματιστήρια παραμένουν τόσο υπερτιμημένα φέρνει στο προσκήνιο μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της οικονομικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών. Η εκτεταμένη ανάπτυξη συνολικά του χρηματοπιστωτικού τομέα, υποβοηθημένη όχι μόνο από την ανάπτυξη ιδιαίτερα σύνθετων παραγωγών και άλλων επενδυτικών μέσων και εργαλείων, αλλά και τις τεράστιες ενέσεις ρευστότητας και τις οικονομικές ενισχύσεις από τις κυβερνήσεις, ιδίως μετά την κρίση του 2008 (αλλά και στην περίοδο της πανδημίας) αλλά και την αντιμετώπιση εδώ και χρόνια της συνολικής αποταμίευση (π.χ. των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων) ως «ζεστού χρήματος», έχει οδηγήσει σε μια διαρκή ενεργή τάση για τη δημιουργία «φουσκών», σε ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση από την οικονομική (και κοινωνική) πραγματικότητα.

Και ακριβώς επειδή τα χρηματιστηριακά και ευρύτερα χρηματοπιστωτικά προϊόντα είναι πάντα σε τελική ανάλυση αξιώσεις σε μελλοντικές αξίες, όσο και να αναβληθεί η «στιγμή της αλήθειας», η διόρθωση πάντα έρχεται στο τέλος, λιγότερο ή περισσότερο βίαιη.

Μια «επανάσταση» που δεν είναι και τόσο επαναστατική

Με αυτή την έννοια δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακριβώς ως επανάσταση αυτό που έγινε με τη μετοχή της GameStop.

Η ιστορία είναι πια λίγο πολύ γνωστή. Στην αρχή ένας επενδυτής, ο Ράιαν Κόουεν, ξεκίνησε τον περασμένο Αύγουστο να αγοράζει μετοχές της GameStop θεωρώντας ότι αυτή μπορούσε να μπει στην ψηφιακή εποχή, να αναδιαρθρωθεί, να κλείσει καταστήματα και να μεταφερθεί προς το χώρο του διαδικτύου. Στην αρχή αυτό ενίσχυσε την τιμή της εταιρείας, καθώς ορισμένοι επενδυτές συμμερίστηκαν την αισιοδοξία του. Άλλοι εκτίμησαν ότι η εταιρεία δεν θα μπορούσε τελικά να αναδιαρθρωθεί. Μέχρι εδώ είμαστε εντός των ορίων εκτιμήσεων που επικοινωνούν με την πραγματική οικονομία.

Σε εκείνη τη φάση, ορισμένα hedge funds αποφάσισαν να «κάνουν παιχνίδι» με την εκτίμηση ότι η εταιρεία δεν θα μπορούσε τελικά να αναδιαρθρωθεί και να ανατιμηθεί πραγματικά. Έτσι ξεκίνησαν να τη σορτάρουν, δηλαδή να ποντάρουν στην μείωση της τιμής της μετοχής της και να θέλουν να βγάλουν κέρδη από αυτήν, με το να δανειστούν μετοχές, να τις πουλήσουν και να τις αγοράσουν φτηνότερα και έτσι να βγάλουν κέρδη από τη διαφορά.

Εδώ ήρθε η στρατιά των μικροεπενδυτών που ενημερώνονται όχι από τη Wall Street Journal ή τους Financial Times αλλά από φόρουμ όπως το Wall Street Bets και πιθανώς να μην γνωρίζουν τον Martin Wolf αλλά εμπιστεύονται τον “Deep Fucking Value.”

Όμως, μη νομίσετε  ότι όλοι αυτοί προσπάθησαν να παρέμβουν στη βάση πραγματικών οικονομικών δεδομένων, επενδυτικών δυνατοτήτων ή οικονομικών προοπτικών. Όχι και αυτοί αντιμετώπισαν την όλη κατάσταση ως ένα ποντάρισμα, εκτιμώντας ότι κινούμενοι στην αντίθετη κατεύθυνση από το σορτάρισμα των funds θα μπορούσαν και να βγάλουν λεφτά ανεβάζοντας την τιμή της μετοχής και παράλληλα να χτυπήσου τα «μισητά» hedge funds που υποτίθεται ότι χειραγωγούν τις αγορές.

Με αυτή την έννοια, και αυτοί μια ιδιότυπη χειραγώγηση της αγοράς δοκίμασαν, έστω και προς την αντίθετη κατεύθυνση.

«Δαβίδ εναντίο Γολιάθ» ή «Γολιάθ εναντίον Γολιάθ»;

Από διάφορες περιπτώσεις η όλη συνθήκη παρουσιάστηκε και ως μια εκδοχή όπου ο Δαβίδ καταφέρνει να χτυπήσει τον Γολιάθ. Όμως τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά.

Και αυτό γιατί οι παράμετροι που εμπλέκονται είναι περισσότερες. Οι μικροεπενδυτές που δίνουν εντολές μέσα από το κινητό τους τηλέφωνο και ενημερώνονται από φόρουμ και όχι από τη μελέτη στατιστικών, δεν θα μπορούσαν να το κάνουν εάν δεν υπήρχαν πλατφόρμες όπως η Robinhood που υπόσχονται παιχνίδι στο χρηματιστήριο χωρίς προμήθειες.

Και όντως δεν ζητούν προμήθειες, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές χρηματιστηριακές εταιρείες, την ίδια ώρα που δεν δίνουν συμβουλές αλλά κυρίως διευκολύνουν το «παιχνίδι» των ίδιων των μικροεπενδυτών.

Μόνο που αυτό δεν σημαίνει ότι δεν βγάζουν σημαντικά κέρδη από τη συμπεριφορά των παικτών. Χρησιμοποιώντας κυρίως ειδικούς διαπραγματευτές (market makers) για την εκτέλεση των εντολών, που κάνουν επιστροφές (rebates) και εκμεταλλευόμενες το ότι ρευστότητα και μετοχές περνούν από τα χέρια τους, μπορούν και έχουν σημαντικά κέρδη.

Υπό έναν όμως όρο: τον μεγάλο όγκο συναλλαγών μέσα από τις πλατφόρμες τους. Όσο πιο μεγάλος, τόσο πιο καλά. Και αυτό σημαίνει ότι έχουν κάθε λόγο να προσπαθούν όχι μόνο να προσελκύουν διαρκώς νέους μικροεπενδυτές, κατά προτίμηση ανθρώπους που μέχρι τώρα δεν είχαν συστηματική ενασχόληση με την επενδυτική δραστηριότητα, αλλά και να τους ωθούν σε μια τέτοια επενδυτική συμπεριφορά.

Όταν οι «μικροί» δουλεύουν για τους «μεγάλους»

Όσο για την αντίληψη ότι οι μικροεπενδυτές των πλατφορμών και των κινητών τηλεφώνων αμφισβητούν ή συγκρούονται με τους μεγάλους επενδυτικούς ομίλους, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά.

Τα hedge funds που ασχολούνται με πρακτικές όπως το σορτάρισμα είναι «παίκτες» των αγορών, αλλά απέχουν από το να είναι οι πραγματικά «μεγάλοι παίκτες».

Και οι μεγάλοι παίκτες είναι πάρα πολύ χαρούμενοι από αυτό τον «εκδημοκρατισμό» των αγορών που φέρνει πλήθος νέους μικροεπενδυτές που θέλουν να δουν τις τιμές των μετοχών να ανεβαίνουν.

Γιατί τα πραγματικά μεγάλα κεφάλαια στο αμερικανικό χρηματιστήριο είναι αυτά που προτιμούν να έχουν μακροπρόθεσμες θέσεις που στηρίζονται στην εκτίμηση ότι οι μετοχές θα συνεχίσουν να έχουν ανοδική πορεία. Και μια σειρά από σημαντικά επενδυτικά εργαλεία των τελευταίων ετών θέλουν αγορές που έχουν ανοδική πορεία. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι τα SPACS, εταιρείες ειδικού σκοπού, που κάνουν δημόσια εγγραφή με σκοπό να συγκεντρώσουν κεφάλαια για να αποκτήσουν μια άλλη επιχείρηση.

Ούτε βέβαια είναι τυχαίο ότι οι επικεφαλείς εταιρειών που ευνοούνται από τη δημιουργία ενός κλίματος «συρμού» υπέρ τους (που αυξάνει σημαντικά την κεφαλαιοποίηση και την προσωπική τους περιουσία) έχουν μιλήσει θετικά για το «κίνημα» των επενδυτών από τα φόρουμ του Reddit.

Η ανισότητα παραμένει

Βέβαια οι αγορές μετοχών παραμένουν εξαιρετικά άνισες. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι με βάση τα στοιχεία του 2016 το ανώτερο εισοδηματικά 10% στις ΗΠΑ είχε στην κατοχή του το 84% των μετοχών και το υπόλοιπο 90% του πληθυσμού μόλις το 16%. Όχι ακριβώς ένα πρότυπο «λαϊκού καπιταλισμού».

Άλλωστε, μπορεί να συζητάμε το τι γίνεται στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, αλλά την ίδια περίοδο στις ΗΠΑ η έρευνα του Census Bureau έδειξε ότι σχεδόν 24 εκατομμύρια αμερικανοί δεν είχαν πάντα όλη την ποσότητα τροφής που ήθελαν.

-