Καυσαέριο, πυκνή δόμηση, ακριβές κατοικίες και απουσία χώρων πρασίνου. Τα προβλήματα και οι ελλείψεις των μεγάλων αστικών κέντρων είναι ανέκαθεν γνωστά σε όλους μας. Μέχρι πρόσφατα, ωστόσο, αντισταθμίζονταν από την έντονη νυχτερινή ζωή, την πλούσια πολιτιστική παραγωγή και, φυσικά, τις αυξημένες εργασιακές ευκαιρίας. Όμως ο Δεκέμβριος του 2019 έμελλε να αλλάξει αυτή την εύθραυστη ισορροπία.

Με την τηλεργασία να φαίνεται πως έχει έρθει για να μείνει, τουλάχιστον σε κάποιο όχι ευκαταφρόνητο βαθμό και μεγάλες εταιρείες να δηλώνουν έτοιμες να καταργήσουν πλήρως τα κεντρικά τους γραφεία, στρατιές εργαζομένων έχουν αρχίσει να σκέφτονται σοβαρά τη μετεγκατάστασή τους στην επαρχία. Και καθώς δυσκολεύονται να μας θυμίσουν πώς έμοιαζαν οι νύχτες μας στις προ-Covid εποχές, οι πόλεις τώρα παλεύουν να κρατήσουν τους κατοίκους τους στη θέση τους.

Όπως εξηγεί στους Times της Νέας Υόρκης ο Φίλιπ Ροντ, εκτελεστικός διευθυντής του ερευνητικού κέντρου του London School of Economics, LSE Cities, οι πόλεις αναγκάζονται να διαχειριστούν τις νέες επιθυμίες των κατοίκων τους για σύνδεση με τη φύση και «επανασύνδεση με τη ζωή».

Η τάση για φυγή από τις πόλεις είναι ακόμη πιο έντονη στις ΗΠΑ, με πλούσιους Νεοϋορκέζους να μετακινούνται στα εξοχικά τους και εργαζόμενους της Silicon Valley να διασκορπίζονται σε όλη την αμερικανική επικράτεια.

«Γενικά μιλώντας, οι Ευρωπαίοι έχουν την τάση να μένουν πιο πιστοί στον τόπο τους σε σχέση με τους Αμερικανούς», επισημαίνει ο Ροντ, παραπέμποντας σε παλαιότερες μελέτες που έδειξαν ότι ακόμη και σε πόλεις που βιώνουν οικονομική κρίση, οι Ευρωπαίοι έτειναν να μην εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. «Πολλά από αυτά τα μέρη έχουν πολύ βαθιά ριζωμένη ιστορία και κουλτούρα».

Παρ’ όλα αυτά, πολλές ευρωπαϊκές πόλεις εισάγουν χαρακτηριστικά όπως πεζοδρόμους και ποδηλατοδρόμους και διευρύνουν τους χώρους πρασίνου τους. Το Μιλάνο, μετά το ισχυρό πλήγμα του πρώτου πανδημικού κύματος, αφιέρωσε περισσότερα από 20 μίλια οδικού δικτύου σε ποδηλατοδρόμους, ενώ μετέτρεψε πάρκινγκ σε «παρκίδια».

Οι αρχές του Λονδίνου ξεκίνησαν πέρσι πρόγραμμα δημιουργίας προσωρινών ποδηλατοδρόμων και διεύρυναν τα πεζοδρόμια, για να βοηθήσουν τους ανθρώπους που μετακινούνταν προς τις δουλειές τους να αποφύγουν τους κινδύνους των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς. Το Παρίσι και η Βαρκελώνη έλαβαν αντίστοιχα μέτρα.

Αλλαγές όπως αυτές, που φυσιολογικά θα απαιτούσαν για την υλοποίησή τους ολόκληρα χρόνια, τώρα πραγματοποιούνται πρακτικά από τη μια ημέρα στην άλλη, όπως διαπίστωσε η τεχνική εταιρεία Arup με έδρα τη Βρετανία.

Παρά το γεγονός ότι οι γοργοί αυτοί ρυθμοί οδήγησαν και σε δικαστικές διαμάχες, η Λιν Ντούντι, επικεφαλής του δικτύου ενοποίησης πόλεων και σχεδιασμού της εταιρείας, είναι αισιόδοξη. Όπως αναφέρει στους Times, μπορεί μεν η πανδημία να ανέδειξε τα αστικά προβλήματα, ταυτόχρονα, όμως, έδωσε και ώθηση για περαιτέρω βελτίωση.

«Υπάρχει μια ευκαιρία, καθώς η πανδημία υποχωρεί, να εισάγουμε νέες συμπεριφορές», επισημαίνει.

«Ίσως οι αρχές των πόλεων, οι αρχές των συγκοινωνιών και οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να επεξεργαστούν τις πολιτικές και να δημιουργήσουν ένα όραμα του μέλλοντος που θα τους κάλυπτε όλους», συνεχίζει.

Είναι δύσκολο να υπολογιστεί ο αριθμός των Ευρωπαίων που έχουν εγκαταλείψει τις πόλεις τους, καθώς η πανδημία έχει περιπλέξει (και) τη συλλογή δεδομένων. Όμως μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στις αρχές του μήνα υπολόγισε ότι περίπου 700.000 άτομα εγκατέλειψαν πέρσι το Λονδίνο, κυρίως μετανάστες εργαζόμενοι που ενδεχομένως πήραν αυτή την απόφαση και εξαιτίας του Brexit.

Όμως το Λονδίνο ίσως να μην είναι σωστό παράδειγμα. Έρευνα του Arup διαπίστωσε ότι περίπου το 41% των κατοίκων της πόλης την εγκατέλειψαν σε κάποια στιγμή της πανδημίας, σε σύγκριση με το 10% της Μαδρίτης, του Μιλάνου και του Βερολίνου και του 20% του Παρισιού. Η μεσιτική εταιρεία Century 21 ανακοίνωσε το καλοκαίρι ότι καταγράφηκε εκτόξευση του ενδιαφέροντος για αποχώρηση από το Παρίσι, όχι όμως και «μαζική φυγή».

Εκθέσεις περιουσιακών στοιχείων αποκάλυψαν ότι οι εργαζόμενοι στον κλάδο της τεχνολογίας εγκατέλειψαν το Δουβλίνο μαζικά στη διάρκεια του έτους, καθώς η τηλεργασία επεκτεινόταν.

Τα πανάκριβα οικήματα βασάνιζαν τους κατοίκους των ευρωπαϊκών μητροπόλεων πολύ πριν την έλευση της πανδημίας, που έχει ταυτόχρονα αναδείξει και βαθύνει τις ανισότητες. Όμως η τηλεργασία «χαλαρώνει τη σύνδεση» μεταξύ του τόπου κατοικίας και της εργασίας, όπως σημειώνει η Ντούντι.

Οι αξίες των ακινήτων στο Δουβλίνου σημείωσαν εκρηκτική αύξηση στη διάρκεια των τελευταίων ετών, μετά την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων την επαύριον της οικονομικής κρίσης του 2008. Η τεράστια μείωση της προσφοράς διασταυρώθηκε με την εκτεταμένη ζήτηση, η οποία επιδεινώθηκε περαιτέρω από την αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Η Ντούντι αναφέρει ότι τα σχέδια της ιρλανδικής κυβέρνησης να καταστήσει την τηλεργασία νομικό δικαίωμα των εργαζόμενων, ενδέχεται να επιφέρει σημαντική αποσυμφόρηση της στέγασης στην πόλη, ενώ παράλληλα οι υψηλόμισθοι υπάλληλοι θα διασκορπιστούν σε άλλες περιοχές.

Κοινωνικοί επιστήμονες και οικονομολόγοι συμφωνούν ότι η πανδημία έχει επιταχύνει αλλαγές που ήδη ήταν σε εξέλιξη στο εσωτερικό των πόλεων, βαθαίνοντας τη λεγόμενη «επίδραση-ντόνατ», στο πλαίσιο της οποίας τα υψηλά ενοίκια ωθούν τους εργαζόμενους στα προάστια και αυξάνει την τάση για τηλεργασία.

Όμως οι πιο ραγδαίες αλλαγές αφορούν την διαχείριση προβλημάτων όπως η ηχορύπανση, η ατμοσφαιρική ρύπανση, οι συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων που ζουν συνωστισμένοι σε διαμερίσματα και τα τεράστια ενοίκια.

Στο Παρίσι, που ήδη έχανε τους κατοίκους του πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, η δήμαρχος Αν Ινταλγκό, ήδη υποστήριζε την ιδέα για μια «πόλη των δεκαπέντε λεπτών». Πρόκειται για ένα όραμα πόλεων του μέλλοντος, στο πλαίσιο των οποίων όλες οι αναγκαίες προμήθειες θα απέχουν μόλις λίγα λεπτά με τα πόδια από τις εξόδους των σπιτιών. Επιπλέον, έκανε σημαντικά βήματα για να περιορίσει την κίνηση των αυτοκινήτων στο κέντρο των πόλεων και προώθησε τη διεύρυνση των χώρων πρασίνου.

Ωστόσο, δεν είναι εύκολο να υπάρξει η αναγκαία πολιτική βούληση ώστε τέτοιου είδους αλλαγές να αντέξουν στο χρόνο, τονίζει ο Ροντ στους Times, ενώ πρόκειται να εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις αντιδράσεις των κατοίκων σε αυτές.

Ο Μάλκολμ Σμιθ, που εργάζεται ο σχεδιαστής στην Arup, υποστηρίζει σε πρόσφατη έκθεση ότι η πανδημία ήδη έχει φέρει τις πόλεις πιο κοντά στο όραμα της πόλης των δεκαπέντε λεπτών, και ότι πλέον υπάρχει η δυνατότητα η μειωμένη κυκλοφορία των αυτοκινήτων, η καθαρότερη ατμόσφαιρα και η αύξηση του οικογενειακού χρόνου να μετατραπούν σε σταθερά χαρακτηριστικά της αστικής ζωής.

«Έχει στρέψει τα φώτα στη σημασία της ανάπτυξης πόλεων σε μικρότερες ενότητες, με τις αναγκαίες υπηρεσίες να είναι συγκεντρωμένες γύρω από κοινοτικούς κόμβους», έγραψε. Τον 19ο αιώνα, η επιδημία χολέρας μεταμόρφωσε τις υποδομές του Λονδίνου και οδήγησε στη δημιουργία του αποχετευτικού δικτύου. Ελπίζω ο κοροναϊός να μας οδηγήσει σε πολλές, μικρότερης κλίμακας, αλλά διαδεδομένες παρεμβάσεις».

TAGS: αστικός σχεδιασμόςευρώπηκοροναϊός

-