Σίγουρα οι οικονομικές προβλέψεις που δημοσιοποίησε την περασμένη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσφέρουν λόγους αισιοδοξίας.

Παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη διολίσθησε και πάλι σε ύφεση λόγω των νέων lockdown, η περσινή χρονιά ήταν τελικά καλύτερη του αναμενόμενου. Με βελτιωμένες προοπτικές ανάπτυξης που θα εκδηλωθούν από το τέλος του 2021, η ΕΕ φαίνεται πως θα ανακτήσει έδαφος στην οικονομικής παραγωγής της μέχρι τα μέσα του 2022, νωρίτερα δηλαδή απ’ ό,τι αναμενόταν.

Όπως όμως αναφέρουν οι Financial Times, αναζητώντας κανείς για αισιόδοξα μηνύματα, πιθανότατα θα χάσει το πιο σημαντικό εύρημα της πρόβλεψης, ότι δηλαδή η οικονομική παραγωγή της Ένωσης θα παραμείνει σημαντικά χαμηλότερη των προ-πανδημίας τάσεων. Λόγου χάρη, μέχρι το τέλος του επόμενου έτους, ορισμένες οικονομίες, όπως η ισπανική και η ιταλική, δεν θα έχουν προλάβει να ανακτήσουν, τα επίπεδα εθνικού εισοδήματος του τέλους του 2019.

Με άλλα λόγια, προς το παρόν τουλάχιστον, οι Βρυξέλλες εκτιμούν πως η ΕΕ, ακόμα και όταν καταφέρει να καταπολεμήσει τον υγειονομικό κίνδυνο και τα lockdown, θα συνεχίσει, για πολύ, να πλήττεται οικονομικά από την πανδημία.Οι πολιτικοί ηγέτες δεν θα πρέπει να επιτρέψουν να συμβεί κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, πρέπει να στοχεύσουν να ξεπεράσουν τις προβλέψεις, με πιο επιθετικές πολιτικές ενέργειες από αυτές που προβλέπονται τώρα.

Αυτό σημαίνει, κυρίως, ότι θα πρέπει να δώσουν στην ανάκαμψη όσο μεγαλύτερη δημοσιονομική στήριξη είναι δυνατόν. Οι κυβερνήσεις έχουν σε μεγάλο βαθμό κάνει αξιοθαύμαστη δουλειά για να στηρίξουν τις οικονομίες τους μέχρι τώρα, παρ’ όλα αυτά, το επικίνδυνο σημείο θα παρουσιαστεί, τη στιγμή που η ανάπτυξη (από τα μέσα του έτους) θα ανεβάζει ταχύτητα και η επαρκής ολοκλήρωση των προγραμμάτων εμβολιασμού θα φέρνει την άρση των περισσότερων περιορισμών.

Σε εκείνο το σημείο, οι κυβερνήσεις ορθά θα αρχίσουν να περιορίζουν σταδιακά τα πακέτα εισοδηματικής στήριξης που έχουν βοηθήσει τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να μη «βουλιάξουν». Όμως εκεί ελλοχεύει ο κίνδυνος πως αυτό θα αποσύρει υπερβολικά μεγάλη ζήτηση από την οικονομία θέτοντας σε κίνδυνο την ανάκαμψη.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, πολλές οικονομίες, συμπεριλαμβανομένων της γερμανικής, της ισπανικής και της ολλανδικής, ετοιμάζονται για πολύ μεγάλους διαρθρωτικούς δημοσιονομικούς περιορισμούς φέτος.

Αυτό βέβαια δεν είναι απαραίτητο ότι θα καταδικάσει την ανάπτυξη καθώς η επιθυμία για κατανάλωση και η μετά την πανδημία αισιοδοξία θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ιδιωτική ζήτηση τόσο ώστε να αντισταθμιστεί ο περιορισμός εξόδων του δημόσιου τομέα.

Οι ελπίδες όμως δεν αποτελούν στέρεη βάση για την πολιτική. Οι κίνδυνοι που απειλούν να συγκρατήσουν την ιδιωτική ζήτηση είναι υπερβολικά μεγάλοι και πολυάριθμοι.

Μεταξύ αυτών είναι ο μεγάλος αριθμός των προβληματικών εταιρειών, η ημέρα κρίσεως για τις οποίες έχει αναβληθεί λόγω των φθηνών δανείων και της αναστολής των διαδικασιών πτώχευσης. Σύντομα, όμως, τα εταιρικά χρέη και ένα πιθανό κύμα κατάρρευσης θα περιορίσει την ικανότητα του ιδιωτικού τομέα να ανακάμψει.

Ένας άλλος κίνδυνος είναι η αισιοδοξία και η εμπιστοσύνη να μην βρουν τον δρόμο τους προς την ρεαλισμό και την πραγματοποίηση. Οι ακραίες αλλαγές που έχουν φέρει τα πάνω κάτω στις ζωές και τη διαβίωσή μας θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους πολίτες στο να αποταμιεύσουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του απ’ ό,τι προηγουμένως, λόγω ανασφάλειας.

Έπειτα υπάρχει η «υστέρηση»: η τάση της μόνιμης ικανότητας της οικονομίας να συρρικνώνεται, αν δεν χρησιμοποιείται πλήρως για πολύ καιρό. Αυτά είναι μια σειρά από προβλήματα που απαιτούν διαφορετικές λύσεις πολιτικής και που θα μπορούσαν όμως να μετριαστούν από ισχυρά μέτρα δημοσιονομικής τόνωσης. Γι’ αυτό ακριβώς μόλις αρχίσει να μειώνεται σταδιακά η ενίσχυση των εισοδημάτων, θα πρέπει να αντικατασταθεί από περισσότερη συμβατική δημοσιονομική τόνωση.

Η Ευρώπη θα μπορούσε να μάθει από τον Τζο Μπάιντεν, ο οποίος αποφάσισε πως ο κίνδυνος να γίνουν υπερβολικά λίγα, υπερτερεί του κινδύνου να γίνουν υπερβολικά πολλά. Παραδόξως, το δημοσιονομικό πακέτο του αμερικανού προέδρου έχει δεχθεί φίλια πυρά από αυθεντίες όπως ο Λόρενς Σάμερς και ο Όλιβερ Μπλάνσαρντ, που ανησυχούν για υπερθέρμανση της οικονομίας.

Στην πραγματικότητα, η υπερθέρμανση αν και απίθανη να συμβεί θα ήταν ένα καλό πρόβλημα. Η «υπερβολική» ανάπτυξη θα περιόριζε αυτομάτως την προτεινόμενη δημοσιονομική αντίδραση -μέρος της οποίας παίρνει τη μορφή παρατεταμένων επιδομάτων ανεργίας. Και τα τελευταία προ-πανδημίας χρόνια απέδειξαν πως η συνεχιζόμενη πίεση της υψηλής ζήτησης, εκτός του ότι προκαλεί πληθωρισμό, θα μπορούσε να αντιστρέψει τη μεγάλη πτώση της συμμετοχής του αμερικανικού εργατικού δυναμικού.

Θα ήταν τραγικό αν ο σκεπτικισμός στις ΗΠΑ ενισχύσει τις αμφιβολίες για μια δυνατή δημοσιονομική τόνωση στην Ευρώπη, που τη χρειάζεται εξίσου. Αυτή δεν θα προέλθει από το πανευρωπαϊκό πακέτο ανάκαμψης, το μέγεθος του οποίου είναι μικρότερο των εθνικών προϋπολογισμών.

Οι Βρυξέλλες περιμένουν πως τα χρήματα της «ανάκαμψης και ανθεκτικότητας» θα ενισχύσουν τις οικονομίες της Ευρώπης έως και κατά 2% του ΑΕΠ, και ακόμα περισσότερο στις όχι ιδιαίτερα εύπορες περιοχές. Όμως η απαραίτητη επιπλέον ενίσχυση πρέπει να προέλθει από την απελευθέρωση της ευρύτερης δημοσιονομικής ισχύος των κυβερνήσεων.

Η άρση των εθνικών αυτοπεριορισμών στις δαπάνες ελλείμματος θα μπορούσε, από οικονομικής απόψεως, να είναι η σημαντικότερη συμβολή του ευρωπαϊκού χρήματος. Η ΕΕ πρέπει επίσης χωρίς καθυστέρηση να παρατείνει την αναστολή των δημοσιονομικών κανόνων για το έλλειμα και το χρέος, που διαφορετικά θα λήξουν στο τέλος του τρέχοντος έτους.

Οι Αμερικανοί έχουν την τύχη να κυβερνώνται από έναν πρόεδρο που έχει μάθει το μάθημα της προηγούμενης κρίσης. Ήρθε η ώρα να δείξουν οι Ευρωπαίοι πως και αυτοί μπορεί να έχουν τύχη, υποστηρίζουν οι Financial Times.

-