Η 20ετία 1953-1973 αποτελεί πάντα ένα σημείο ιδιαίτερης αναφοράς για όλους όσους εξετάζουν την διαδρομή της ελληνικής οικονομίας. Είναι η περίοδος που χαρακτηρίζεται από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Πιο συγκεκριμένα, σε αυτά τα χρόνια η ελληνική οικονομία καταγράφει, κατά μέσο όρο, ρυθμό ανάπτυξης 7,2 % ετησίως.

Ο καθηγητής Χρυσάφης Ιορδάνογλου, συγγραφέας της μελέτης «Η ελληνική οικονομία μετά το 1950. Τόμος Α, Περίοδος 1950-1973: Ανάπτυξη, νομισματική σταθερότητα και κρατικός παρεμβατισμός που εκδόθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος -Κέντρο Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1952, ένα μόλις χρόνο πριν ξεκινήσει η φάση της ταχείας ανάπτυξης. «Στόχος του συγγραφέα είναι να παρουσιάσει με ακρίβεια και αποστασιοποίηση το τι έγινε και να προσφέρει εύλογες εξηγήσεις σχετικά με το γιατί έγιναν όσα έγιναν. Ο συγγραφέας δεν εκθέτει απλώς τα γεγονότα και δεν παρουσιάζει μόνο τα μεγέθη που προκύπτουν από τα στατιστικά στοιχεία, αλλά προσφέρει και τις εξηγήσεις για την τροπή που πήραν οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας και τη σχέση τους με την οικονομική πολιτική που ασκήθηκε κατά την περίοδο που εξετάζει», όπως διαβάζω στο  ενημερωτικό σημείωμα που φιλοξενείται στο site της Τραπέζης της Ελλάδος σχετικά με την μελέτη του καθηγητή Ιορδάνογλου.

Ο ίδιος ο συγγραφέας μιλώντας στο sofokleous10.gr προτείνει ως κλειδί για την καλύτερη ανάγνωση της περιόδου του «7,2%» την σχέση επενδύσεων – παραγωγικότητας και την εξέλιξη αυτής της σχέσης μέσα στο χρόνο. Βεβαίως, όπως επισημαίνει ο καταλύτης αυτής της δυναμικής σχέσης είναι οι επενδύσεις. «Ο συνολικός όγκος των επενδύσεων, ιδιωτικών και δημόσιων, αυξανόταν με αισθητά ταχύτερους ρυθμούς από το ΑΕΠ: στη διάρκεια της περιόδου 1953-1973, η μέση ετήσια αύξηση των επενδύσεων ήταν 10,14 % (έναντι 7,2 % του ΑΕΠ)», όπως γράφει στη σελίδα 188.

Διαβάζοντας το βιβλίο – για την ακρίβεια, αποσπάσματα από τα κεφάλαια του πρώτου τόμου αυτού του φιλόδοξου αλλά και απαιτητικού εκδοτικού εγχειρήματος – και έχοντας κατά νου να μιλήσω με τον συγγραφέα κατέγραψα μια σειρά από ενδεικτικές ερωτήσεις/θέματα για την συνομιλία μας. Πιο συγκεκριμένα, «έχοντας καταγράψει, συγκρίνει και αξιολογήσει τις βασικές επιλογές των οικονομικών πολιτικών της 20ετιας ’50—’70 που είχαν ως αποτέλεσμα την επίτευξη ενός υψηλού ρυθμού ανάπτυξης ποια ήταν εκείνα τα καθοριστικά στοιχεία που συνέβαλαν σε αυτό το αποτέλεσμα; Θεωρείτε ότι δεδομένων των συνθηκών αλλά και των αναλογιών ανάμεσα στις οικονομίες και τις αγορές των δυο διαφορετικών εποχών ( πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες – σήμερα) μπορούν να υπάρξουν χρήσιμες συσχετίσεις; Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να επαναληφθεί και κάτω από ποιες προϋποθέσεις το “θαύμα” του υψηλού ρυθμού ανάπτυξης;

Έχοντας την γνώση και την εμπειρία να συνδυάζετε Ιστορία, Πολιτική και Οικονομία  ποια είναι εκείνα τα στοιχεία του “χθες” που θα θέλατε να δείτε να αξιοποιούνται σε μια οικονομική πολιτική του “σήμερα”; Εν ολίγοις, ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, με δεδομένες τις προκλήσεις τόσο της πανδημίας όσο και της περιβαλλοντικής κρίσης/κλιματικής αλλαγής το βασικό ζητούμενο των δημόσιων πολιτικών για μια ρεαλιστική και αποτελεσματική αναπτυξιακή προοπτική».

Με βάση αυτό το κείμενο έγινε η συνομιλία μας. Αλλά, πριν πάμε στη συνομιλία μας έχει νόημα η παράθεση ενός μικρού αλλά καίριας σημασίας αποσπάσματος από τον πρώτο τόμο της μελέτης του καθηγητή Ιορδάνογλου.  «Το καίριο μέγεθος που αποτυπώνει την άνοδο των παραγωγικών δυνατοτήτων είναι η εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας και των λοιπών πόρων της οικονομίας.

Παραγωγικότητα κι επενδύσεις

Η άνοδος της παραγωγικότητας σχετίζεται με τις επενδύσεις σε φυσικό ή ανθρώπινο κεφάλαιο και την έρευνα, με τον όγκο και την ποιότητα του εργατικού δυναμικού και την ικανότητα μιας οικονομίας ( και κοινωνίας) να παράγει ή να αξιοποιεί τη νέα τεχνολογία.

Οι επενδύσεις είναι θεμελιώδεις μέγεθος. Οι επενδύσεις σε φυσικό κεφάλαιο και ειδικά σε μηχανολογικό εξοπλισμό αυξάνουν την παραγωγικότητα και ενσωματώνουν νέα τεχνολογία. Αν είναι μάλιστα καλά στοχευμένες και δημιουργούν συνέργειες και συμπληρωματικότητες (π.χ δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές), η συνεισφορά τους στην παραγωγικότητα είναι μεγαλύτερη.

Χωρίς επενδύσεις δεν αυξάνεται το μέγεθος των παραγωγικών μονάδων προς την πιο οικονομική κλίμακα παραγωγής. Η ανακατανομή των δυνάμεων μιας οικονομίας από κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας προς κλάδους υψηλής χρειάζεται επενδύσεις. Η ικανότητα παραγωγής ή απορρόφησης νέας τεχνολογίας χρειάζεται επενδύσεις. Μια καλά στοχευμένη επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο βελτιώνει την ποιότητα της εργατικής δύναμης και διευκολύνει την απορρόφηση της νέας τεχνολογίας.

Η ενθάρρυνση των επενδύσεων όμως δεν είναι απλή υπόθεση. Οι επενδύσεις είναι ευμετάβλητο μέγεθος και απαιτούν σταθερό μακροοικονομικό, νομικό, πολιτικό, φορολογικό και εργασιακό περιβάλλον, καθώς και ελαχιστοποίηση των αντικινήτρων που τις αποθαρρύνουν. Πίσω από τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος αυτού βρίσκονται οι θεσμοί μιας χώρας και τα κίνητρα ή αντικίνητρα που αυτοί δημιουργούν, η ικανότητα προσαρμογής μιας κοινωνίας σε νέα δεδομένα (social capability), οι κοινωνικοπολιτικοί συσχετισμοί και τα μόνιμα χαρακτηριστικά της οικονομικής της πολιτικής. Με τα τελευταία δεν εννοώ την καθημερινή διαχείριση της οικονομικής συγκυρίας, αλλά τους μόνιμους προσανατολισμούς και κανόνες άσκησης της πολιτικής που – με παραλλαγές- τηρούνται από όλους για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ριζικοί αναπροσανατολισμοί των πλαισίων άσκησης της οικονομικής πολιτικής μπορεί να οδηγήσουν σε τομές στην επενδυτική δραστηριότητα και, γενικότερα, στις επιδόσεις της οικονομίας. Η επιλογή να δοθεί έμφαση στις μακροπρόθεσμες τάσεις της ελληνικής οικονομίας υποδηλώνει έμφαση στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνατοτήτων της, παρά στη βραχυχρόνια διαχείριση».

Στο απόσπασμα αυτό βρίσκεται ο βασικός πυρήνας της σκέψης και της θέσης του συγγραφέα. Ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου σε μια διαδικασία επανένωσης όλων των ψηφίδων του μωσαϊκού που επέτρεψαν το «θαύμα» επιμένει με κάθε ευκαιρία ότι η κεντρική εξήγηση για όλα όσα συνέβησαν έχει να κάνει με τις επενδύσεις και την σχέση τους με την παραγωγικότητα. Ο ίδιος απαντά κατηγορηματικά ότι το «θαύμα» δεν επαναλαμβάνεται. «Όχι, κατηγορηματικά Όχι! Η περίοδος ’53- ’ 73 είναι ιστορικά προσδιορισμένη». Επιπλέον, πέραν της κατηγορηματικής του θέσης για την επανάληψη του φαινομένου, δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να αποδεχθεί εύκολες προσεγγίσεις περί ομοιοτήτων και συσχετίσεων ανάμεσα στις εποχές, τις  περιόδους και τις φάσεις της μεταπολεμικής- μετεμφυλιακής οικονομίας, από τα πρώτα χρόνια του ΄50 έως τις μέρες μας.

Το βιογραφικό του συγγραφέα

Στο σημείο αυτό αξίζει να παρατεθεί το κείμενο που φιλοξενείται στο οπισθόφυλλο του πρώτου τόμου της μελέτης για την μεταπολεμική οικονομία αλλά και ένα μικρό βιογραφικό του.

Αρχίζουμε από το βιογραφικό του: «Ο Χρυσάφης Ι. Ιορδάνογλου γεννήθηκε το 1952 στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε το Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και οικονομικά στο London School of Economics από όπου και έλαβε τον τίτλο Master of Science (MSc. Econ). Πήρε το διδακτορικό του στα οικονομικά από το Queen Mary College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Με την επιστροφή του, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης. Στη συνέχεια, δίδαξε – μέχρι την αφυπηρέτησή του – επί 16 χρόνια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο».

Ακολουθεί το κείμενο του οπισθοφύλλου που συνοψίζει την ετυμηγορία του συγγραφέα για την περίοδο 1953-73: «Το καθεστώς οικονομικής πολιτικής της περιόδου 1953-1973 – μολονότι ανεπιφύλακτα προσηλωμένο στην αρχή της διασφάλισης των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας – δεν λειτουργούσε με βάση τους κανόνες μιας αμιγώς ελεύθερης οικονομίας. Εγκαθίδρυσε ένα έντονα παρεμβατικό σύστημα και μερικοί από τους μηχανισμούς πάνω στους οποίους βασιζόταν ήταν ασυμβίβαστοι με τη λειτουργία μιας γνήσια ανοικτής κοινωνίας. Το καθεστώς όμως διέθετε λογική και επιχειρησιακή συνοχή και μπορεί με ασφάλεια να ειπωθεί ότι απέδωσε πολλά από όσα αναμένονταν από αυτό. Εκτίμησε σωστά ότι το μείζον ζητούμενο για την ελληνική οικονομία της εποχής του ήταν ο εκσυγχρονισμός και η αναδιάρθρωση της παραγωγικής της μηχανής. Για τον σκοπό αυτόν, δημιούργησε το κλίμα ασφάλειας που απαιτείτο για την άνθηση της επενδυτικής δραστηριότητας και συνέβαλε – κατά τρόπο σύμφωνο με τις προθέσεις του – στην ταχεία ανάπτυξη της χώρας με κύρια ατμομηχανή τον ευρύτερο βιομηχανικό τομέα και τις επενδύσεις. Ειδικά δε το διάστημα 1961-1973, η επίμονη στρατηγική της εκβιομηχάνισης που ακολουθείτο επί χρόνια απέδωσε τους πλουσιότερους καρπούς της. Παράλληλα, το καθεστώς κατόρθωσε να συνδυάσει ταχεία ανάπτυξη με χαμηλό πληθωρισμό και με σχετικά χαμηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών».

Από την φάση της ταχείας ανάπτυξης, πάντως, ας κρατήσουμε στη σκέψη μας όλα εκείνα τα στοιχεία που συνέβαλλαν στην  ενθάρρυνση των επενδύσεων και αποτέλεσαν τους βασικούς κανόνες της οικονομικής πολιτικής της περιόδου 1953-1973: Το νομισματικό καθεστώς (σταθερή ισοτιμία δραχμής- δολαρίου), η δημοσιονομική πειθαρχία (χαμηλό συνολικό δημόσιο έλλειμμα), η πολιτική μισθών ( η διαδικασία διαμόρφωσης των μισθών ελεγχόταν έτσι ώστε η αύξηση των αποδοχών να μην υπερβαίνει συστηματικά την αύξηση της μέσης παραγωγικότητας της εργασίας), το τραπεζικό σύστημα (με διοχέτευση πιστώσεων με ευνοϊκούς όρους σε τομείς προτεραιότητας όπως η βιομηχανία και το εξωτερικό εμπόριο), η ενεργή προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας κλπ.

Σήμερα, το κλειδί για την ανάκαμψη είναι -κατά τον Χ. Ιορδάνογλου- η αναβίωση των επενδύσεων. Οι επενδύσεις καλούνται να αναδιατάξουν την οικονομία προς όφελος των εξαγωγικών κλάδων, της προστασίας του περιβάλλοντος και της παραπέρα ψηφιοποίησης ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. «Προς αυτή την  κατεύθυνση, το Ταμείο Ανάκαμψης θα μπορούσε να συνεισφέρει πολλά», λέει ο Χ. Ιορδάνογλου και προσθέτει: «επίσης, οι ξένες άμεσες επενδύσεις είναι σε αυτή τη φάση απαραίτητες δεδομένου ότι οι εγχώριες αποταμιεύσεις δεν αρκούν για να χρηματοδοτήσουν τον όγκο των επενδύσεων που χρειάζεται».

Επιμένει ωστόσο ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να θέτουμε ρεαλιστικούς στόχους: «Θεωρώ ρεαλιστικό ένα στόχο για ρυθμό ανάπτυξης 3 % κατά μέσο όρο τα επόμενα δέκα χρόνια. Ένας τέτοιος ρυθμός μπορεί να είναι εφικτός και να μην δημιουργεί επικίνδυνες παρενέργειες».

Σήμερα, το βασικό καθήκον, όπως τονίζει ο καθηγητής Ιορδάνογλου, είναι η επιδίωξη της ανάκαμψης, η «ανάκτηση» του χαμένου εδάφους. «Για αυτό χρειαζόμαστε ικανούς ρυθμούς ανάπτυξης -πάντα μέσα στις δυνατότητες μας-για να αντισταθμίσουμε την απώλεια εθνικού εισοδήματος  που υποστήκαμε από το 2008 μέχρι σήμερα». Στη διάρκεια της δεκαετίας 2008-2017, όπως μπορεί να διαβάσει κανείς και στη Γενική Εισαγωγή της μελέτης, η σωρευτική μείωση του ελληνικού ΑΕΠ ήταν της τάξης του -25,3 % και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ -23,3 %.

Η ανάκαμψη που θα πρέπει να επιδιωχθεί να έρθει την επομένη της Πανδημίας θα χρειαστεί να συνοδευθεί από ένα αναπροσανατολισμό της οικονομίας με έμφαση στις επενδύσεις σε εξαγωγικούς τομείς, οι επιδόσεις των οποίων είναι καίριας σημασίας για την επίτευξη μιας διατηρήσιμης ανάπτυξης. Σε αυτό το σκέλος ο καθηγητής Ιορδάνογλου δίνει μεγάλη σημασία. Ο ίδιος πιστεύει ότι όσο καιρό βρισκόμαστε «εντός» της Πανδημίας το βασικό καθήκον της πολιτικής θα πρέπει να είναι η προστασία των πληττόμενων από την πανδημία κλάδων της οικονομίας και των εργαζόμενων σε αυτούς. «Σε αυτή τη φάση η πολιτική πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά εκείνα που συνοδεύουν τις πολιτικές αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών». Με άλλα λόγια, η βοήθεια πρέπει να είναι εστιασμένη σε εκείνους που πλήττονται και ο σκοπός της είναι να περισώσει όλα εκείνα που μπορούν να περισωθούν. Έτσι, ώστε στην επόμενη φάση, εκείνη της ανάκαμψης, να μην ξεκινήσουμε με βαριά τραυματισμένο τον παραγωγικό  ιστό της οικονομίας. Στη φάση της επανεκκίνησης πρέπει να βρεθούμε με όσες περισσότερες επιχειρήσεις ανοικτές. Στη μετά την πανδημία φάση θα είναι αναγκαία η τόνωση της ζήτησης της οικονομίας και η ενθάρρυνση των επενδύσεων σε τομείς της οικονομικής δραστηριότητας που μπορούν να συμβάλλουν στην επιτυχία του στόχου της διατηρήσιμης ανάπτυξης».

-