Ίσως η μεγαλύτερη επιθυμία του Άιρα Ρόζεν να ήταν να καταφέρει να κλείσει την μακρά του πορεία στην τηλεόραση με την έκδοση χαριτωμένα γκρινιάρικων απομνημονευμάτων, σαν αυτά που συνηθίζουν να δημοσιεύουν πολλοί δημοσιογράφοι μετά τα 65 τους. Αυτές οι άλλοτε μίζερες και άλλοτε λαμπερές μαρτυρίες, είναι γεμάτες αναφορές σε δύσκολες προθεσμίες, στιγμές που η ζωή τους απειλήθηκε σε μακρινούς προορισμούς -και φυσικά λίγο κουτσομπολιό για τη νοστιμιά.

Όμως ο Ρόζεν, αφού πρώτα κατέκτησε 24 βραβεία Emmy σε διάστημα 40 ετών, για την ερευνητική δημοσιογραφική δουλειά του με πρωταγωνιστές πολιτικούς, επιχειρηματίες, εγκληματίες και κατασκόπους, είχε ένα πρόβλημα που δεν του επέτρεψε να γράψει ένα τέτοιο βιβλίο. Το πρόβλημά του αυτό ήταν ότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στην εκπομπή «60 Minutes». Και επί δεκαετίες, η συγκεκριμένη εκπομπή ήταν φυτώριο σεξουαλικής παρενόχλησης και καθημερινής κακοποίησης.

Όπως γράφει στο “Ticking Clock: Behind the Scenes at 60 Minutes”, ο Ρόζεν κατέκτησε την επιτυχία χάρη στη σχέση συνεργασίας που διατηρούσε με τον κορυφαίο ανταποκριτή της εκπομπής, Μάικ Γουάλας, ο οποίος ήταν δημοφιλής σε εκατομμύρια τηλεθεατές χάρη στον τρόπο με τον οποίο συνήθιζε να παίρνει συνεντεύξεις, και ο οποίος έκανε ισχυρούς άνδρες να ιδρώνουν προσπαθώντας να ξεγλιστρήσουν από τις ερωτήσεις του.

Ο Ρόζεν περιγράφει επίσης τα πολλά απαίσια χρόνια που του χάρισε ο Γουάλας, η συμπεριφορά του οποίου εντός του εργασιακού περιβάλλοντος (ο Γουάλας επεφύλασσε σεξουαλική παρενόχληση για τις γυναίκες συναδέλφους του και καψόνια και γκρίνια για τους άνδρες), βάραινε τον παρουσιαστή παρά τον ρόλο του ισχυρού άνδρα που ενσάρκωνε όταν άνοιγαν οι κάμερες.

«Με είχε παγιδεύσει ο Γουάλας», έγραψε ο Ρόζεν.

Εντάχθηκε στο προσωπικό της εκπομπής το 1980, ως υπεύθυνος για ένα κομμάτι της, σε ηλικία 26 ετών. Στην αρχή, όλα πήγαιναν καλά. Εξοπλισμένος με αμέτρητους πόρους, σε μια εποχή χωρίς internet, o Ρόζεν ήταν μια μηχανή αναζήτησης με σάρκα και οστά. Προκειμένου να εντοπίσει θέματα που είχαν δημοσιεύσει οι εφημερίδες σε πόλεις μακριά από τη Νέα Υόρκη, όπου βρισκόταν συνήθως, έδινε την πιστωτική του κάρτα σε κάποιο ταμείο του αεροδρομίου και αγόραζε ένα εισιτήριο για την επόμενη πτήση. Ο ίδιος αποκαλεί αυτή την ερευνητική στρατηγική «αεροπορική ρουλέτα».

Σε συνεργασία με τον Γουάλας, ο Ρόζεν έγινε ο μαέστρος που εργαζόταν από τα παρασκήνια και συχνά αισθανόταν ότι η δουλειά του δεν αναγνωριζόταν στο βαθμό που θα έπρεπε. Παρουσιάζει τον εαυτό του ως έναν ταπεινό εκσκαφέα της πληροφορίας, έναν επίμονο δημοσιογράφο με ένστικτο για τα θέματα που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε ενδιαφέρον απόσπασμα μιας τηλεοπτικής εκπομπής, αλλά και την ικανότητα να την παρουσιάσει με τον κατάλληλο τρόπο.

Ο Γουάλας, που απεβίωσε το 2012, είχε και άλλα χαρακτηριστικά: Μια βαριά φωνή, που αποκτήθηκε μέσα από αμέτρητα τσιγάρα και ένα υποκριτικό ταλέντο που του επέτρεπε να αναπτύξει άμεση σύνδεση με το κοινό. Ο Ρόζεν τον περιγράφει επίσης ως ευερέθιστο, ανασφαλή και διψασμένο για την προσοχή των αγνώστων, σε μια εποχή κατά την οποία οι δημοσιογράφοι απολάμβαναν τον θαυμασμό του κοινού.

Ακόμη, αναφέρει ότι ο Γουάλας έθετε διαρκώς ερωτήσεις για τη σεξουαλική ζωή των συναδέλφων του. Ξεσπούσε πάνω τους χωρίς κανένα λόγο. Χούφτωνε τα οπίσθια και το στήθος των γυναικών που εργάζονταν στα γραφεία της εκπομπής. Τις τραβούσε για να καθίσουν στα γόνατά τους έκοβε τις τιράντες του σουτιέν.

«Η λεκτική κακοποίηση που υπέστην από τον Μάικ Γουάλας και άλλους μεγάλους δημοσιογράφους της τηλεόρασης, ήταν με μια λέξη εγκληματική», γράφει ο Ρόζεν. Όπως λέει, άντεξε για τόσο πολύ καιρό «εν μέρει εξαιτίας του φόβου μου και κυρίως εξαιτίας της φιλοδοξίας μου».

Είναι θλιβερό να σκέφτεται κανείς ότι μια ιστορία που άξιζε να προβληθεί στο 60 Minutes ήταν και τα όσα συνέβαιναν στα παρασκήνια της εκπομπής. Μια ακραία κουλτούρα κακοποίησης στο εσωτερικό ενός πολιτιστικού θεσμού, της πιο έγκριτης εκπομπής των ΗΠΑ. Κάτι αντίστοιχο αναφέρει και η συγγραφέας Σάλι Κουίν, στο βιβλίο της «We’re Going to Make You a Star», το 1975, αναφερόμενη στο διάστημα που εργάστηκε στο CBS News. Όπως έγραψε, ο παραγωγός του 60 Minutes, Ντον Χιούιτ, προσπάθησε να σαμποτάρει την καριέρα της, όταν εκείνη αρνήθηκε να υποκύψει στη σεξουαλική παρενόχληση που της ασκούσε.

Σε άρθρο που δημοσιεύθηκε το 1991 στο Rolling Stone, ο δημοσιογράφος Μαρκ Χέρτσγκααρντ ανέφερε ότι ο Χιούιτ και ο Γουάλας παρενοχλούσαν σε τακτική βάση τις γυναίκες συναδέλφους τους. Το 2017, η εκπομπή προσπάθησε να αποκρύψει το σκοτεινό παρελθόν της, προσλαμβάνοντας έναν βιογράφο για να γράψει ένα βιβλίο για την επέτειο των 50 ετών από το πρώτο επεισόδιο. Όταν εκείνος άρχισε να θέτει ερωτήσεις για τη συμπεριφορά των ανδρών απέναντι στις γυναίκες συναδέλφους τους, αντικαταστάθηκε από έναν άλλο συγγραφέα: Τον Τζεφ Φέιγκερ, που είχε διαδεχθεί τον Χιούιτ ως βασικός παραγωγός της εκπομπής.

Ο Ρόζεν δεν αναφέρεται στο φιάσκο του βιβλίου, όμως σημειώνει ότι το CBS απέλυσε τον Τσάρλι Ρόουζ, ανταποκριτή του 60 Minutes και έναν εκ των συγγραφέων του βιβλίου «CBS This Morning», μετά από πολλαπλές καταγγελίες γυναικών για σεξουαλική παρενόχληση.

Επιπλέον, συμπεριλαμβάνει το περιστατικό της απόλυσης του ίδιου του Φέιγκερ, το 2018, η καριέρα του οποίου έληξε όταν έστειλε απειλητικό μήνυμα εναντίον δημοσιογράφου των ειδήσεων του CBS, που προετοίμαζε θέμα για τις καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης που είχαν κατατεθεί εις βάρος του Φέιγκερ. Το πρόβλημα, μάλιστα, έφτανε μέχρι την κορυφή της ιεραρχίας: Η CBS Corporation απέλυσε και τον επικεφαλής της εκπομπής, Λέσλι Μουνβς, αφού πρώτα δεκάδες γυναίκες τον κατηγόρησαν ότι τις είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά.

Σε ένα άρθρο για έρευνα που διενεργήθηκε για τις εργασιακές συνθήκες στο CBS, την οποία είχε διατάξει το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, οι Times της Νέας Υόρκης ανέφεραν ότι η εταιρεία είχε καταβάλει περισσότερα από $5 εκατ. σε πρώην εργαζόμενη που υποστήριξε ότι ο Χιούιτ, ο οποίος απεβίωσε το 2009, της είχε επιτεθεί σεξουαλικά πολλές φορές και στη συνέχεια κατέστρεψε την καριέρα της, στη διάρκεια της παραμονής του στη θέση του παραγωγού. Ο διακανονισμός αυτός, που χρονολογείται στη δεκαετία του 1990, προβλέπει ετήσιες πληρωμές στη συγκεκριμένη γυναίκα για όλη τη διάρκεια της ζωής της.

Ο Ρόζεν παρουσιάζει ελαφρώς πιο τρυφερά τον Χιούιτ και δεν αναφέρεται ποτέ στον διακανονισμό. Ταυτόχρονα, θέτει υπό κρίση τη δική του αντίδραση στην είδηση της απόλυσης του Χιούιτ: «Αυτό είναι φρικτό», θυμάται να λέει σε συζήτησή του με την παρουσιάστρια ειδήσεων Νόρα Ο’Ντόνελ.

«Και εκείνη μου απάντησε σωστά, «εγώ λυπάμαι για τις γυναίκες», γράφει ο Ρόζεν. «Η απάντησή της ήταν αυθόρμητη και με έκανε να καταλάβω πώς μπορεί να ήταν η συνεργασία μαζί του για τις γυναίκες, ακόμη και για την ίδια τη Νόρα».

Η έρευνα για την εργασιακή κουλτούρα στο CBS εστίασε και στην καταγγελία ότι ο Ρόζεν «ανά διαστήματα έκανε ανάρμοστα σεξουαλικά σχόλια στις γυναίκες υφιστάμενές του». Ο ίδιος αρνήθηκε να σχολιάσει το ζήτημα όταν ερωτήθηκε σχετικά από τους Times πριν από δύο χρόνια και αρνείται τους ισχυρισμούς στο βιβλίο του.

Εκτός από την αποκαθηλωτική περιγραφή του Γουάλας, ο Ρόζεν ζωγραφίζει με μελανά χρώματα και άλλους δύο διάσημους ρεπόρτερ, τον Στιβ Κροφτ και την Κέιτι Κιούρικ.

Οι περιγραφές του από τα παρασκήνια είναι πολύ πιο ζωντανές από εκείνες που αφορούν τα θέματα που κατάφερε να αποκαλύψει. Όμως σε τι βαθμό μπορούμε να τον εμπιστευτούμε ως αφηγητή; αν και αναγνωρίζει ότι το περιβάλλον ήταν τοξικό, στο τέλος του βιβλίου αφιερώνει αρκετές σελίδες για να καταφερθεί εναντίον δημοσιογράφων της Washington Post που αποκάλυψαν τα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης στην εκπομπή. Και ο αναγνώστης ενδέχεται να μην είναι βέβαιος για τα διδάγματα που άντλησε από όλα αυτά ο Ρόζεν, αφού παράλληλα αναφέρεται σε συναδέλφους του περιγράφοντάς τους ως άνδρες «που τους άρεσαν οι γυναίκες και τραβούσαν τις γκόμενες σαν μαγνήτες» -ακόμη και ο Ρόουζ αναφέρεται ως «γυναικάς».

Στις τελευταίες σελίδες, ο Ρόζεν προσπαθεί να συμβιβάσει όλες αυτές τις καταγγελίες με τον θαυμασμό του για τους δύο άνδρες που διαμόρφωσαν την καριέρα του.

«Το Me Too ήταν απαραίτητο», γράφει, «αφού τόσες πολλές γυναίκες είχαν κομματιαστεί. Και ακόμη και αν ο Γουάλας και ο Χιούιτ ήταν διάνοιες, αυτό δεν συγχωρεί τη συμπεριφορά του ανθρώπου του Νεάντερταλ που επεφύλασσαν για τις γυναίκες. Αν ήμουν μια 26χρονη γυναίκα που δούλευε για τον Γουάλας το 1980, αμφιβάλλω για το κατά πόσον θα είχα επιβιώσει από αυτή την εμπειρία».

TAGS: metooκακοποίησησεξουαλική παρενόχληση

-