«Η Ατλαντική Συμμαχία εμφανίζει σοβαρές ρωγμές. Σε έναν αριθμό από φαινομενικά μη συνδεδεμένα μεταξύ τους μέτωπα οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Δυτική Ευρώπη βρίσκονται σε έντονη διαμάχη […] ένα ανερχόμενο κλίμα προστατευτισμού έχει οδηγήσει τους συμμάχους στα πρόθυρα του οικονομικού πολέμου […] Τόσο οι Δημοκρατικοί όσο και οι Δημοκρατικοί έχουν κουραστεί να βλέπουν τις ΗΠΑ να αφιερώνουν το μισό του αμυντικού τους προϋπολογισμού στο ΝΑΤΟ και σε αντάλλαγμα να εισπράττουν μόνο παράπονα […] πιο γενικά, ένα νέο κλίμα απομονωτισμού υπάρχει στην ατμόσφαιρα – μια πεποίθηση ότι η Ευρώπη γίνεται λιγότερο σημαντική, ότι η προσοχή της Αμερικής θα ήταν καλύτερο να αφιερωθεί στη λεκάνη του Ειρηνικού».

Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια περιγραφή των τρεχουσών εντάσεων στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και τη διαρκή αντιπαράθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τις μέλη της Συμμαχίας από την Ευρώπη που συγκεφαλαιώθηκαν στην περίφημη δήλωση του Γάλλου Προέδρου Εμανουέλ Μακρόν για το πώς το ΝΑΤΟ είναι «εγκεφαλικά νεκρό». Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το κάπως μακρινό 1987, όταν πρόεδρος ήταν ο Ρόναλντ Ρέιγκαν, η Σοβιετική Ένωση δεν είχε διαλυθεί και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας υπήρχε ακόμη. Το δε απόσπασμα προέρχεται από ένα βιβλίο που σχολίαζε γεγονότα που είχαν λίγα χρόνια πιο πριν, το 1981-1982 και δείχνουν να έχουν μια εντυπωσιακή ομοιότητα με προκλήσεις που υπάρχουν τώρα.

Το βιβλίο είχε τον τίτλο Ally Versus Ally: America, Europe, and the Siberian Pipeline Crisis και αναφερόταν στη σοβαρή κρίση των σχέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης που είχε προκληθεί όταν η κυβέρνηση Ρέιγκαν τον Δεκέμβριο του 1981 είχε επιβάλλει κυρώσεις στις αμερικανικές εταιρείες αλλά και τις θυγατρικές τους στην Ευρώπη που συμμετείχαν στην κατασκευή του Δια-σιβηριακού Αγωγού που θα έφερνε φυσικό αέριο από το κοίτασμα του Ουρένγκοϊ στη δυτική Σιβηρία προς τη Δυτική Ευρώπη. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν επιμείνει στην κατασκευή του και αυτό σήμαινε και κυρώσεις σε βάρος των ευρωπαϊκών εταιρειών. Το αποτέλεσμα ήταν μία από τις χειρότερες κρίσεις στις σχέσεις των ΗΠΑ με τους Ευρωπαίους συμμάχους τους.

Συγγραφέας αυτού του βιβλίου ήταν ένας όχι ιδιαίτερα γνωστός νεαρός απόφοιτος του Χάρβαρντ που εκείνο τον καιρό ολοκλήρωνε τις σπουδές νομικής στο πανεπιστήμιο Columbia.

Μόνο που σήμερα ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, Άντονι Μπλίνκεν.

Η Γερμανία ελπίζει σε συνεννόηση

Οι ομοιότητες με την τωρινή κατάσταση είναι παραπάνω από εμφανείς, εάν σκεφτούμε ότι η αμερικανική κυβέρνηση απειλεί με κυρώσεις σε περίπτωση που συνεχιστεί η κατασκευή του αγωγού Nord Stream 2 που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ρωσία προς τη Γερμανία.

Για την ολοκλήρωση του αγωγού έχουν απομείνει λίγα χιλιόμετρα, όμως η γερμανική πλευρά έχει αποφύγει να προχωρήσει μέχρι τώρα στην ολοκλήρωση ελπίζοντας ότι θα μπορέσει να βρει μια συνεννόηση με τις ΗΠΑ.

Από τη μεριά τους οι ΗΠΑ που θέλουν να αυξήσουν την πολιτική πίεση προς τη Ρωσία, τόσο σε σχέση με τις εξελίξεις στην Ουκρανία όσο και με αφορμή την υπόθεση Ναβάλνι, επιμένουν ότι δεν πρέπει να φτιαχτεί ένας αγωγός που θα αυξήσει την εξάρτηση της Γερμανίας και συνολικά της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Αυτό αντιστοιχεί στην ούτως ή άλλως επιλογή των ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν τη Ρωσία με όρους αντιπαλότητας, πολιτική την οποία κατεξοχήν ενστερνίζονται οι Δημοκρατικοί που άλλωστε είχαν κατηγορήσει αρχικά τον Τραμπ για τις απόπειρες επικοινωνίας με τη ρωσική πλευρά.

Ωστόσο, η γερμανική πλευρά δεν θέλει να υποχωρήσει στο συγκεκριμένο θέμα, γιατί θεωρεί σημαντικό να έχει πρόσβαση σε περισσότερο φυσικό αέριο, ιδίως όταν θέλει να απεξαρτηθεί από τον γαιάνθρακα.

Τώρα στο Βερολίνο ελπίζουν ότι θα μπορέσουν να συνεννοηθούν κάπως με έναν αμερικανό υπουργό Εξωτερικών που το 1987 είχε υποστηρίξει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να καλλιεργούν τις σχέσεις με τους συμμάχους τους και να τους υπαγορεύουν απλώς τι να κάνουν στις σχέσεις τους με τη Ρωσία. Τότε ο Μπλίνκεν είχε επιμείνει ότι το σημαντικό είναι να διατηρηθεί η ενότητα της συμμαχίας και ότι μια συμμαχία που θα λειτουργούσε καλύτερα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά και τους αντιπάλους της.

Η αναζήτηση συμφωνίας

Η γερμανική πλευρά κυρίως επενδύει στο να μπορέσει να βρει μια συμφωνία με τις ΗΠΑ που να επιτρέπει να τεθεί σε λειτουργία ο αγωγός.

Ειδικότερα, η γερμανική πλευρά θεωρεί ότι βάση μιας συμφωνίας θα μπορούσε να είναι η ολοκλήρωση του αγωγού με ταυτόχρονη διαμόρφωση ενός μηχανισμού που θα διέκοπτε τη ροή του αγωγού σε οποιαδήποτε περίπτωση αυτό θα κρινόταν σκόπιμο ώστε να μπορεί να ασκείται πίεση τη Ρωσία.

Κατά τη γερμανική πλευρά, η δυνατότητα διακοπής της ροής του αγωγού θα έδινε στην ΕΕ πολύ μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ και ικανότητα πίεσης προς τη Ρωσία, από την απλή καθυστέρηση ή ακύρωση του σχεδίου του αγωγού.

Ωστόσο, δεν είναι εύκολο να βρεθεί το πεδίο ισορροπίας. Η γερμανική πλευρά θα ήθελε ο μηχανισμός διακοπής της ροής να είναι στη δική της αρμοδιότητα και να κάθε φορά να κρίνεται με βάση τα δεδομένα της συγκυρία, ενώ οι ΗΠΑ προτιμούν έναν πιο «αυτόματο» μηχανισμό» και βέβαια θέλουν το ουκρανικό ζήτημα να είναι ένα από αυτά που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν τη διακοπή λειτουργίας του αγωγού.

Ωστόσο, όλα αυτά πρέπει να λάβουν υπόψη τους και μια παράμετρο ακόμη: η συμφωνία για την κατασκευή του αγωγού έχει νομικές ρήτρες σε περίπτωση που διακοπεί η ροή (και άρα υπάρχουν απώλειες εσόδων για τη ρωσική πλευρά).

Το ενδεχόμενο ενός μορατόριουμ και η δυσκολία της αμερικανικής πλευράς

Μια άλλη πρόταση που συζητιέται είναι να υπάρξει ένα ορισμένο μορατόριουμ στην κατασκευή του αγωγού μέχρις ότου υπάρξει κάποια χειρονομία καλής θέλησης από τη μεριά της Ρωσίας.

Ως τέτοια θα μπορούσε να θεωρηθεί η απελευθέρωση του Ναβάλνι ή κάποια βελτίωση της κατάστασης στην ανατολική Ουκρανία.

Την ίδια στιγμή υπάρχουν διάφορα μηνύματα από τη μεριά των ΗΠΑ ότι θα ήθελαν να περιορίσουν τις κυρώσεις. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι θα είναι εύκολο η αμερικανική πλευρά να αλλάξει συνολικά στάση.

Ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος είναι αντίθετος στον αγωγό και είχε εκφράσει την αντίθεσή του στο σχέδιο ήδη από το 2016. Την ίδια στιγμή γύρω από την αντίθεση στον αγωγό και τις κυρώσεις υπάρχει διακομματική συμφωνία στις ΗΠΑ και πρόσφατα στάλθηκε επιστολή γερουσιαστών προς την αμερικανική κυβέρνηση με την οποία ζητούσαν να εφαρμοστούν οι κυρώσεις που έχουν ήδη αποφασιστεί.

«Αυτός ο αγωγός θα δημιουργήσει ένα ισχυρό νέο γεωπολιτικό εργαλείο για τη Ρωσία, επιτρέποντάς της να στερήσει από την

Ουκρανία, τη Σλοβακία και άλλα έθνη τα τέλη διέλευσης. Θα προσδέσει τη Δυτική Ευρώπη στο ρωσικό αέριο και τον πολιτικό εξαναγκασμό που το συνοδεύει, για τα επόμενα 40 χρόνια. Επιπλέον, η άφιξη της ρωσικής υποδομής σε μια χώρα του ΝΑΤΟ θέτει σε κίνδυνο όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ», είναι ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα της συγκεκριμένης επιστολής.

Πάντως, στην προηγούμενη ανάλογη κρίση ήταν τελικά η αμερικανική κυβέρνηση που υποχώρησε υπό το βάρος των διαμαρτυριών των ευρωπαίων εταίρων της. Μένει να δούμε εάν θα γίνει το ίδιο και τώρα.

-