Όλοι μιλούσαν για τη Φρανκφούρτη ή το Παρίσι. Όμως, ο «κλέφτης» των εντυπώσεων και των «σκήπτρων» από το Σίτι του μετα-Brexit Λονδίνου είναι άλλος.

Στην παρούσα φάση τουλάχιστον, νικητής στα σημεία στην Ευρώπη είναι το Άμστερνταμ, που ξαναζεί -έστω κι εάν αυτό αποδειχθεί τελικά προσωρινό- τις χρηματοοικονομικές δόξες του αποικιοκρατικού παρελθόντος του, του 17ου αιώνα.

Δεν είναι μόνο τα τελευταία στοιχεία που δείχνουν ότι, μέσα στον Ιανουάριο, η πόλη-έδρα του παλαιότερου χρηματιστηρίου στον κόσμο εκτόπισε το Σίτι από τη θέση του μεγαλύτερου κέντρου διαπραγμάτευσης μετοχών, «αρπάζοντας» το ⅕ του ημερήσιου όγκου συναλλαγών.

Το χρηματιστήριο του Άμστερνταμ ξεπέρασε επίσης το Λονδίνο ως Νο1 κόμβος στην Ευρώπη για εισηγμένες εταιρείες – προσελκύοντας,  σύμφωνα με στοιχεία του Refinitiv, αρχικές δημόσιες προσφορές (IPO) αξίας 3,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων φέτος- καθώς και για επιτόπικα swap σε ευρώ.

«Μεγάλες θεσμικές τράπεζες, εξειδικευμένες εταιρείες συναλλαγών, στην καρδιά της ηπειρωτικής Ευρώπης», είναι ορισμένα από τα προτερήματα της ολλανδικής πρωτεύουσας που απαριθμεί στο πρακτορείο - ο Ρόμπερτ Μπάρνς, διευθύνων σύμβουλος της πλατφόρμας διαπραγμάτευσης μετοχών Turquoise του ομίλου του Χρηματιστηρίου του Λονδίνου, η οποία επέλεξε στη μετά-Brexit εποχή το Άμστερνταμ ως εναλλακτικό κόμβο.

Εντός του έτους, εν τω μεταξύ, η ολλανδική πρωτεύουσα αναμένεται να γίνει η ευρωπαϊκή έδρα της εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα – μία αγορά αξίας ενός δισεκατομμυρίου ευρώ την ημέρα σε όγκο συναλλαγών – με την ολοκλήρωση της μεταφοράς του χώρου πλειστηριασμών Intercontinental Exchange (ICE) από το Λονδίνο.


Η άλλη πλευρά του «νομίσματος»

Παρά την έλευση εταιρειών, την είσπραξη υψηλότερων φορολογικών εσόδων από τον αυξημένο όγκο συναλλαγών και τις ιδιωτικές επενδύσεις σε υποδομές, η πόλη δεν βιώνει κάποια άνθηση σε νέες θέσεις εργασίας.

Μία από τις βασικές αιτίες; Πολλές από τις εταιρείες που μετεγκαθίστανται εκεί είναι μεν εξαιρετικά εξειδικευμένες – από αυτές που επεδίωκε να προσελκύσει το Άμστερνταμ -, πλην όμως μικρότεροι εργοδότες.  Η Turquoise, για παράδειγμα, στεγάζεται στα πρώην κεντρικά  γραφεία της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικής Ινδίας, απασχολώντας μόλις τέσσερα άτομα.

Με αυτά και με άλλα, αναφέρει η Ολλανδική Υπηρεσία Ξένων Επενδύσεων (NFIA) στο -, οι νέες θέσεις εργασίες που έχουν δημιουργηθεί στην ολλανδική πρωτεύουσα από χρηματοοικονομικές εταιρείες, στην μετα-Brexit εποχή, μετά βίας ξεπερνούν τις 1.000.

«Πρόκειται για ένα κλάσμα των 7.500 έως 10.000 θέσεων εργασίας που υπολογίζεται ότι “μετακόμισαν” από το Λονδίνο στην Ε.Ε. από το 2016, όταν η Βρετανία ψήφισε υπέρ της αποχώρησης από την Ε.Ε.», επισημαίνει το -. «Μια σταγόνα στον ωκεανό, συγκριτικά με το εργατικό δυναμικό στον οικονομικό τομέα της βρετανικής πρωτεύουσας, που αριθμεί πάνω από μισό εκατομμύριο»…

«Ήταν αναμενόμενο οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες να μετακομίσουν στη Φρανκφούρτη και στο Παρίσι, εξαιτίας της ολλανδικής νομοθεσίας που ισχύει για τα τραπεζικά μπόνους», εξηγεί ο εκπρόσωπος της NFIA, Μιχίλ Μπακάουζε, αναφερόμενος σε νόμο του 2015, που περιορίζει τις μεταβολές αμοιβών στο μέγιστο κατά 20% του βασικού μισθού.

Πράγματι, πολλές επενδυτικές τράπεζες, με μεγάλο προσωπικό – ανάμεσά τους  οι JP Morgan, Citi και Morgan Stanley -, έχουν στραφεί κυρίως στη Φρανκφούρτη. Έτερες τράπεζες και διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων προτιμούν το ειδυλλιακό Παρίσι.

Σε απόλυτους δε αριθμούς, σε απάντηση στο Brexit, 47 εταιρείες έχουν μέχρι σήμερα μεταφέρει τις δραστηριότητές τους (πλήρως ή εν μέρει) από το Λονδίνο στο Άμστερνταμ, έναντι 88 στο Παρίσι και 56 στη Φρανκφούρτη.

-