Image default
Ανάλυση Πρώτο Θέμα

Το αμείλικτο σύστημα του Karl Marx

Το  Μανιφέστο  άρχιζε  με  μια  δυσοίωνη  διατύπωση:  «Ένα  φάντασμα  πλανιέται  πάνω  από  την Ευρώπη ‐ το φάντασμα του Κομουνισμού. Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης  έχουν συνάψει ιερή συμμαχία για να ξορκίσουν αυτό το φάντασμα: ο Πάπας και ο Τσάρος,  ο  Μέτερνιχ  και  ο  Γκιζό,  οι  Γάλλοι  Ριζοσπάστες  και  οι  πράκτορες  της  Γερμανικής  αστυνομίας».

  Το  φάντασμα  υπήρχε  πραγματικά:  το  1848  ήταν  έτος  τρόμου  για  την  παλαιά  τάξη  της  ηπειρωτικής Ευρώπης. Το πνεύμα της επανάστασης ήταν διάχυτο στην ατμόσφαιρα και  το  σύστημα  κλονιζόταν  συθέμελα.  Για  κάποιο  διάστημα  ‐ένα  πολύ  σύντομο  διάστημα‐  φαινόταν  πολύ  πιθανό  ότι  η  παλαιά  τάξη  θα  κατέρρεε.  Στη  Γαλλία,  το  ανίκανο  καθεστώς  του Λουδοβίκου‐Φιλίππου, του εύσωμου μεσοαστού βασιλιά, συνετρίβη υπό το βάρος μιας  κρίσης, ο βασιλιάς παραιτήθηκε και διέφυγε στο εξωτερικό, όπου βρήκε καταφύγιο σε μια  βίλα του Σάρεϊ, και οι εργάτες του Παρισιού ξεσηκώθηκαν σε ένα ξέφρενο και ασυντόνιστο  ξέσπασμα  και  ύψωσαν  την  κόκκινη  παντιέρα  στο  Hotel  de  Ville. 

 Στο  Βέλγιο  ο  έντρομος  μονάρχης  προσφέρθηκε  να  υποβάλει  την  παραίτησή  του.  Στο  Βερολίνο  στήνονταν  οδοφράγματα  και  ανταλλάσσονταν  πυροβολισμοί.  Στην  Ιταλία  ο  όχλος  είχε  κατέβει  σε  διαδηλώσεις,  ενώ  στην  Πράγα  και  τη  Βιέννη  ο  εξεγερμένος  λαός  μιμούνταν  τους  Παριζιάνους καταλαμβάνοντας τις πόλεις τους.  «Οι  Κομμουνιστές  δεν  καταδέχονται  να  κρύβουν  τις  απόψεις  και  τις  προθέσεις  τους»,  διακήρυσσε το Μανιφέστο. «Δηλώνουν ανοιχτά ότι οι στόχοι τους μπορούν να επιτευχθούν  μονάχα με τη βίαιη ανατροπή όλων των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων. Ας τρέμουν οι  άρχουσες  τάξεις  μπρος  σε  μια  Κομμουνιστική  επανάσταση.  

Οι  προλετάριοι  δεν  έχουν  να  χάσουν παρά τις αλυσίδες τους. Έχουν να κερδίσουν έναν κόσμο ολόκληρο».  Οι  άρχουσες  τάξεις  πράγματι  έτρεμαν  και  έβλεπαν  παντού  την  απειλή  του  κομμουνισμού.  Και  οι  φόβοι  τους  δεν  ήταν  αβάσιμοι.  Στα  χυτήρια  μετάλλου  της  Γαλλίας  οι  εργάτες  τραγουδούσαν επαναστατικά τραγούδια που συνόδευαν με τους χτύπους της σφύρας, ενώ  ο Γερμανός ρομαντικός ποιητής Χάινριχ Χάινε, που περιόδευε στα εργοστάσια, ανέφερε ότι  «είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι της ευγενούς κοινωνικής μας υπόστασης δεν μπορούν να  αντιληφθούν το δαιμονικό μοτίβο που διατρέχει αυτά τα τραγούδια». 

 Όμως, παρά το προσκλητήριο σάλπισμα του Μανιφέστου, το δαιμονικό μοτίβο δεν ήταν το  κάλεσμα για την κομμουνιστική επανάσταση αλλά μια κραυγή που έβγαινε από τη στέρηση  και  την  απόγνωση.  Γιατί  όλη  η  Ευρώπη  βρισκόταν  υπό  τον  έλεγχο  αντιδραστικών  δυνάμεων,  τόσο  που,  σε  σύγκριση,  οι  συνθήκες  στην  Αγγλία  ήταν  σαφώς  ειδυλλιακές.  Ο  John  Stuart  Mill  περιέγραφε  την  κυβέρνηση  της  Γαλλίας  ως  «παντελώς  στερημένη  του  πνεύματος βελτίωσης και… διαμορφωμένη σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τα πιο μοχθηρά  και  εγωιστικά  ορμέμφυτα  της  ανθρωπότητας»  ‐  και  βέβαια  οι  Γάλλοι  δεν  είχαν  το  μονοπώλιο  αυτής  της  αμφίβολης  τιμής.  Όσο  για  τη  Γερμανία,  βρισκόμασταν  ήδη  στην  τέταρτη  δεκαετία  του  19ου  αιώνα  και  η  Πρωσία  δεν  είχε  ακόμα  κοινοβούλιο,  ούτε  ελευθερία  λόγου  ή  δικαίωμα  του  συνέρχεσθαι,  ούτε  ελευθερία  του  τύπου  ή  ορκωτά  δικαστήρια, και καμία ανεκτικότητα απέναντι σε ιδέες που απείχαν, έστω και ελάχιστα, από  την  απαρχαιωμένη  αντίληψη  για  την  «ελέω  θεού»  βασιλική  εξουσία.  Η  Ιταλία  ήταν  ένα  συνονθύλευμα  από  αναχρονιστικά  πριγκιπάτα.  Και  η  Ρωσία  υπό  τον  τσάρο  Νικόλαο  Α’  (παρά  την  επίσκεψή  του  στο  Νιου  Λάναρκ  του  Robert  Owen)  χαρακτηριζόταν  από  τον  ιστορικό de Τόκεβιλ ως «η ακρογωνιαία λίθος του δεσποτισμού στην Ευρώπη».  

Αν αυτή η απόγνωση μπορούσε να διοχετευθεί στην κατάλληλη κατεύθυνση, το δαιμονικό μοτίβο  θα  μπορούσε  πραγματικά  να  γίνει  επαναστατικό.  Ωστόσο,  οι  εξεγέρσεις  ήταν  αυθόρμητες,  απειθάρχητες  και  χωρίς  συγκεκριμένο  στόχο.  Πέτυχαν  κάποιες  νίκες  στην  αρχή,  και  μετά,  ενώ  αναρωτιόνταν  ποια  θα  ήταν  τα  επόμενα  βήματα,  η  παλαιά  τάξη  ανέκτησε  για  τα  καλά  τις  θέσεις  της.  Η  επαναστατική  ζέση  καταλάγιασε,  και  εκεί  που  δεν  καταλάγιασε  από  μόνη  της,  συνετρίβη  ανηλεώς.  Με  τίμημα  δεκάδες  χιλιάδες  ζωές,  ο  παρισινός  όχλος  κατατροπώθηκε  απ’  την  Εθνοφρουρά  και  ο  Λουδοβίκος  Ναπολέων  ανέλαβε  την  εξουσία,  αντικαθιστώντας  σύντομα  τη  Δεύτερη  Δημοκρατία  με  τη  Δεύτερη  Αυτοκρατορία. Στο Βέλγιο, η χώρα αποφάσισε ότι ήταν καλύτερα να ζητήσει τελικά από το  βασιλιά  να  μείνει,  κι  αυτός  ανταποκρίθηκε  στην  τιμή  με  την  κατάργηση  του  δικαιώματος  του συνέρχεσθαι. 

Στη Βιέννη και την Ουγγαρία τα πλήθη εκδιώχθηκαν με τα κανόνια από τα  οχυρώματά τους, και στη Γερμανία μια συνταγματική συνέλευση που συζητούσε θαρραλέα  το ζήτημα της κατάργησης της βασιλείας παρεκτράπηκε σε φατριαστικούς διαπληκτισμούς  και  διαλύθηκε  άδοξα  παραδίδοντας  την  εξουσία  στον  Φρειδερίκο  Γουλιέλμο  Δ’  της  Πρωσίας.  Σε  μια  ακόμα  πιο  ατιμωτική  εξέλιξη,  ο  μονάρχης  δήλωσε  ότι  δεν  σκόπευε  να  δεχτεί στέμμα που θα του προσφερόταν από τα χέρια κοινών θνητών.  Η  επανάσταση  είχε  πάρει  τέλος.  Ήταν  βίαιη,  αιματηρή  και  ατελέσφορη.  Κάποια  νέα  πρόσωπα  εμφανίστηκαν  στο  ευρωπαϊκό  προσκήνιο,  αλλά  οι  πολιτικές  ήταν  λίγο  πολύ  οι  ίδιες.  Ωστόσο,  μια  μικρή  ομάδα  ηγετών  της  εργατικής  τάξης,  οι  οποίοι  μόλις  είχαν  ιδρύσει  την  Ένωση των Κομουνιστών, δεν είχε κανένα λόγο να νιώθει απελπισία. 

Η αλήθεια ήταν ότι η  επανάσταση για την οποία έτρεφαν μεγάλες ελπίδες, είχε εκφυλιστεί και τα ριζοσπαστικά  κινήματα  σε  διάφορα  σημεία  της  Ευρώπης  βρίσκονταν  υπό  απηνή  δίωξη!  Παρ’  όλα  αυτά,  μπορούσαν  να  παρακολουθούν  τις  εξελίξεις  με  κάποια  αταραξία  αφού,  (σύμφωνα  με  την  προσωπική τους αντίληψη της ιστορίας, οι εξεγέρσεις του 1848 δεν ήταν παρά μια μικρής  κλίμακας πρόβα τζενεράλε μιας υπερπαραγωγής προγραμματισμένης για το μέλλον και, για  την τελική επιτυχία αυτού του υπερθεάματος, δεν υπήρχε καμιά απολύτως αμφιβολία.  Η  Ένωση  είχε  μόλις  δημοσιεύσει  ένα  κείμενο  με  τις  βασικές  αρχές  της,  το  οποίο  ονόμασε  «Το  Κομμουνιστικό  Μανιφέστο».  

Παρ’  όλα  τα  συνθήματα  και  τις  δριμύτατες  διατυπώσεις  του, το Μανιφέστο δεν είχε γραφτεί μονάχα για να διεγείρει τα επαναστατικά αισθήματα ή  να προσθέσει άλλη μια φωνή διαμαρτυρίας στις κραυγές των εξεγερμένων που ακούγονταν  από  παντού.  Το  Μανιφέστο  είχε  θέσει  διαφορετικό  στόχο:  μια  φιλοσοφία  της  ιστορίας  σύμφωνα με την οποία μια κομμουνιστική επανάσταση δεν ήταν μόνο επιθυμητή αλλά και  αποδεδειγμένα αναπόφευκτη. Αντίθετα από τους Ουτοπιστές, οι οποίοι επίσης ήθελαν να  αναδιοργανώσουν  την  κοινωνία  σύμφωνα  με  τις  επιθυμίες  τους,  οι  Κομμουνιστές  δεν  απευθύνεται στο θυμικό των ανθρώπων ή στη ροπή τους να κυνηγούν χίμαιρες. 

Αντίθετα,  προσέφεραν στους ανθρώπους την ευκαιρία να επενδύσουν τις ελπίδες τους σ’ ένα αστέρι  και να παρακολουθήσουν αυτό το αστέρι να κινείται ακάθεκτα απ’ τη μια στην άλλη άκρη  του  ιστορικού  ζωδιακού  κύκλου.  Δεν  υπήρχε  πια  μια  αναμέτρηση  στην  οποία  η  μια  ή  η  άλλη  πλευρά  θα  έπρεπε  να  κερδίσει  για  ηθικούς  ή  συναισθηματικούς  λόγους  ή  επειδή  η  υφιστάμενη  τάξη  πραγμάτων  θεωρούνταν  απαράδεκτη.  Αντ’  αυτής  υπήρχε  μια  ψυχρή  ανάλυση  του  ποια  απ’  τις  δύο  πλευρές  θα  κέρδιζε  σίγουρα  και,  αφού  αυτή  η  πλευρά  θα  ήταν το προλεταριάτο, οι ηγέτες του δεν είχαν παρά να περιμένουν. Σε τελική ανάλυση, δεν  υπήρχε περίπτωση να χάσουν.  Το  Μανιφέστο  ήταν  ένα  πρόγραμμα  γραμμένο  για  το  μέλλον.  Αλλά  ένα  πράγμα  θα  προξενούσε έκπληξη στους συγγραφείς του. Ήταν διατεθειμένοι να περιμένουν ‐ αλλά όχι  για  εβδομήντα  χρόνια.  Ήδη  ανίχνευαν  την  Ευρώπη  για  το  μέρος  που  ήταν  το  πιο  πιθανό  εκκολαπτήριο της επανάστασης. Και ούτε μια φορά δεν έστρεψαν το βλέμμα τους προς τη Ρωσία.

Το  Μανιφέστο,  όπως  όλοι  γνωρίζουν,  ήταν  το  πνευματικό  τέκνο  εκείνης  της  οργισμένης  ιδιοφυΐας, του Karl Marx. Για την ακρίβεια, ήταν το αποτέλεσμα της συνεργασίας του ίδιου  και  του  αξιόλογου  συνεργάτη,  συμπατριώτη,  υποστηρικτή  και  συναδέλφου  του,  του  Φρίντριχ Engels.  Ήταν  άνδρες  ενδιαφέροντες  και,  βεβαίως,  εξαιρετικά  σημαντικοί.  Το  πρόβλημα  είναι  ότι  πολύ  γρήγορα  έπαψαν  να  είναι  απλοί  άνδρες  και  έγιναν  σύμβολα.  Τουλάχιστο  μέχρι  τη  διάλυση  της  Σοβιετικής  Ένωσης,  ο  Marx  θεωρούνταν  ευρύτατα  κάτι  αντίστοιχο  με  τους  μεγάλους  θρησκευτικούς  ηγέτες,  δίπλα  στον  Χριστό  και  τον  Μωάμεθ,  ενώ  ο  Engels  ήταν  κάτι  αντίστοιχο  του  Απόστολου  Παύλου  ή  του  Ευαγγελιστή  Ιωάννη.  Στο  Ινστιτούτο  Marx‐ Engels  της  Μόσχας  οι  μελετητές  ανέλυαν  τα  έργα  τους  με  την  ειδωλολατρική  προσήλωση  που  στα  γειτονικά  αντιθρησκευτικά  μουσεία  αποτελούσε  αντικείμενο  χλευασμού.  

Αλλά,  ενώ στη σταλινική Ρωσία και, σε μικρότερο βαθμό, στην Κίνα του Μάο ο  Marx και  Engels  είχαν  αγιοποιηθεί,  σε  ολόκληρο  σχεδόν  τον  υπόλοιπο  κόσμο  θεωρούνταν  όργανα  του  σατανά.  Δεν τους αξίζει ούτε η μια ούτε η άλλη μεταχείριση, γιατί ούτε δαίμονες ήταν ούτε άγιοι.  Και  το  έργο  τους  δεν  είναι  ούτε  ευαγγέλιο  ούτε  ανάθεμα.  Ανήκει  στη  μακρά  σειρά  απόψεων  για  την  οικονομία  που  διαδοχικά  αποσαφήνισαν,  φώτισαν  και  ερμήνευσαν  τον  κόσμο  για  λογαριασμό  μας  και,  όπως  όλα  τα  άλλα  μεγάλα  έργα  στα  ράφια  μας,  δεν  στερείται  λαθών.  Ο  κόσμος  ασχολήθηκε  με  τον  Επαναστάτη  Marx.  Αλλά  ακόμα  κι  αν  δεν  είχε  υπάρξει  ο  Marx,  θα  υπήρχαν  άλλοι  Σοσιαλιστές  και  άλλοι  προφήτες  μιας  νέας  κοινωνίας.

 Η πραγματική και διαρκής απήχηση του Marx και του Engels βρίσκεται όχι στην  επαναστατική  τους  δραστηριότητα,  που  δεν  υπήρξε  άλλωστε  και  τόσο  καρποφόρα  στη  διάρκεια της δικής τους ζωής. Αυτό που θα πρέπει να απασχολήσει τον καπιταλισμό είναι  εν τέλει το όραμα του Πολιτικού Οικονομολόγου  Marx.  Διότι η σφραγίδα  που έβαλε  στην  ιστορία ήταν η πρόβλεψή του για την αναπόφευκτη κατάρρευση του καπιταλισμού. Πάνω  σ’ αυτή την πρόβλεψη έχτισε το οικοδόμημά του ο κομμουνισμός, αγνοώντας τις δικές του  αδυναμίες. Αλλά ας στρέψουμε εδώ το βλέμμα μας στους δύο άνδρες.146  Στην  εμφάνιση  διέφεραν  περίπου  σαν  τη  μέρα  με  τη  νύχτα.  Ο  Marx  είχε  την  εμφάνιση  επαναστάτη.  Τα  παιδιά  του  τον  φώναξαν  «ο  Μαυριτανός»,  επειδή  ήταν  μελαψός,  με  βαθουλωτά, αστραφτερά μάτια. Ήταν κοντός και γεροδεμένος, με σκυθρωπή έκφραση και  μια τεράστια γενειάδα. Δεν ήταν άνθρωπος που αγαπούσε την τάξη: το σπίτι του ήταν μια  σκονισμένη μάζα χαρτιών σωριασμένων σε άτακτες στοίβες, και ανάμεσα τους περπατούσε  ο  ίδιος  ο  Marx,  ατημέλητος  και  περιβεβλημένος  από  ένα  σύννεφο  καπνού  που  έκανε  τα  μάτια  να  τσούζουν.  Ο  Engels,  από  την  άλλη,  εύκολα  θα  περνούσε  σαν  μέλος  της  μισητής  μπουρζουαζίας:  ψηλός,  ξανθός  και  αρκετά  κομψός,  έδειχνε  ότι  είναι  ανθρωπος  που  του  αρέσει  η  ξιφασκία  και  το  κυνήγι  της  αλεπούς  και  που  είχε  κάποτε  κολυμπήσει  τέσσερις  φορές, χωρίς διακοπή, από τη μια στην άλλη όχθη του ποταμού Βέσερ.  Δεν διέφεραν μόνο στην εμφάνιση, αλλά και οι χαρακτήρες τους ήταν διαμετρικά αντίθετοι.  Ο Engels ήταν αλέγρος και οξυδερκής, προικισμένος με γρήγορη και ευέλικτη σκέψη. 

Όπως έλεγαν,  μπορούσε  να  μιλήσει  σπαστά  σε  20  διαφορετικές  γλώσσες.  Αγαπούσε  τις  μικροαπολαύσεις  της  ζωής  των  αστών,  και  ανάμεσά  τους  το  καλό  κρασί,  και  είναι  διασκεδαστικό  ότι,  ενώ  επέλεγε  τις  ερωμένες  του  από  το  προλεταριάτο,  αφιέρωσε  πολύ  χρόνο προσπαθώντας να αποδείξει, με τρόπο ρομαντικό αν και όχι αποτελεσματικό, ότι η  ερωμένη  του  Μαίρη  Μπερνς  (κι  αργότερα,  μετά  το  θάνατό  της,  η  αδελφή  της  Λίζι)  κατάγονταν από τον Σκοτσέζο ποιητή, παρότι η καταγωγή τους ήταν λαϊκή.  Ο  Marx  ήταν  πολύ  πιο  δυσκίνητος.  Ήταν  ο  αντιπροσωπευτικός  τύπος  Γερμανού  διανοουμένου  ‐  αργός,  λεπτολόγος  και  σχολαστικά,  μέχρι  αηδίας,  τελειομανής.  Ο  Engels  μπορούσε να ξεπετάξει μια ολόκληρη πραγματεία  σε χρόνο μηδέν. 

Ο  Marx θα της έβγαζε  την πίστη. Το μόνο που φαινόταν να δυσκολεύει τον Engels ήταν η αραβική γλώσσα με τις  4.000 ρίζες ρημάτων. Ο Marx, μετά από είκοσι χρόνια εξάσκησης, εξακολουθούσε να μιλά  τα  αγγλικά  με  απαίσια  γερμανική  προφορά.  Όταν  γράφει  για  το  φοβερό  «τσοκ»  που  του  προξένησαν τα γεγονότα, σχεδόν μπορούμε να τον φανταστούμε να μιλά. Αλλά, παρότι πιο  δυσκίνητος, ο Marx ήταν το πιο γερό μιυαλό. Εκεί που ο Engels πρόσφερε το εύρος και το  σφρίγος, ο Marx έδινε το βάθος.  Η  συνεργασία  τους  αρχίζει  το  1844  στο  Παρίσι,  όπου  συναντιόνταν  για  δεύτερη  φορά.  

Ο  Engels είχε πάει απλώς για να επισκεφτεί τον Marx αλλά είχαν να πουν τόσο πολλά που η  συνομιλία  τους  κράτησε  δέκα  ημέρες.  Μετά  από  εκείνη  τη  συνάντηση,  ελάχιστα  είναι  τα  πράγματα  που  έγραψε  ο  ένας  χωρίς  να  τα  διορθώσει  ή  να  τα  ξαναγράψει  ο  άλλος  ή  τουλάχιστον να τα συζητήσει μαζί του. Η αλληλογραφία τους γεμίζει πολλούς τόμους.  Ακολούθησαν πολύ διαφορετικούς δρόμους για να φτάσουν στο σημείο συνάντησής τους  στο  Παρίσι. 

 Ο  Engels  ήταν  γιος  ενός  ευσεβούς  και  στενοκέφαλου  καλβινιστή  βιομηχάνου  της  Ρηνανίας.  Όταν  ο  Φρίντριχ  έδειξε  σε  νεαρή  ηλικία  μια  ακατανόητη  για  τους  άλλους  αγάπη  για  την  ποίηση,  ο  πατέρας  του  τον  έστειλε  άρον  άρον  στη  Βρέμη  να  διδαχτεί  το  εξαγωγικό εμπόριο και να μείνει με έναν κληρικό: για τον Κάσπαρ Engels, η θρησκεία και η  κερδοφόρα  εργασία  ήταν  η  καλύτερη  θεραπεία  για  μια  ρομαντική  ψυχή.  Ο  Engels  αφοσιώθηκε ευσυνείδητα στις επιχειρήσεις αλλά οτιδήποτε έβλεπε χρωματιζόταν από μια  επαναστατημένη προσωπικότητα που ήταν ασύμβατη με τα άκαμπτα πρότυπα του πατέρα  του.  Κατέβαινε  στις  αποβάθρες  για  δουλειές,  αλλά  το  παρατηρητικό  του  μάτι  δεν  σταματούσε  στις  καμπίνες  της  πρώτης  θέσης  «από  χρυσοποίκιλτο  μαόνι»147  αλλά  προχωρούσε και στις καμπίνες της τρίτης θέσης, όπου οι επιβάτες «στριμώχνονταν ο ένας  δίπλα στον άλλο σαν τις πλάκες του οδοστρώματος». 

Άρχισε να διαβάζει τη ριζοσπαστική  βιβλιογραφία  των  ημερών  και,  στα  22  χρόνια  του,  είχε  πια  ασπασθεί  τα  ιδεώδη  του  «κομμουνισμού» ‐ μια λέξη που τότε δεν είχε ακόμα σαφές νόημα πέρα από την απόρριψη  της  ατομικής  ιδιοκτησίας  ως  μέσου  οργάνωσης  της  οικονομικής  προσπάθειας  της  κοινωνίας.  Στη  συνέχεια  πήγε  στο  Μάντσεστερ  για  να  δουλέψει  στο  υφαντουργείο  που  είχε  εκεί  ο  πατέρας  του.  Το  Μάντσεστερ,  όπως  και  τα  πλοία  στη  Βρέμη,  ήταν  για  τον  Engels  μια  βιτρίνα.  Υπήρχαν  όμορφοι  δρόμοι  με  καταστήματα  και,  γύρω  από  την  πόλη,  προάστια  με  ωραίες  βίλες.  Αλλά  υπήρχε  κι  ένα  άλλο  Μάντσεστερ.  Ήταν  κρυμμένο  πίσω  από  το  πρώτο  και  χτισμένο  έτσι  που  να  μην  αναγκάζονται  να  το  βλέπουν  οι  εργοστασιάρχες,  καθώς  πήγαιναν στα γραφεία τους. Στέγαζε έναν πληθυσμό σε μαρασμό, ανθρώπους που ζούσαν  μες  στη  βρόμα  και  την  απελπισία,  που  έβρισκαν  καταφύγιο  στο  τζιν  και  το  κήρυγμα  του  Ευαγγελίου, και που αναισθητοποιούνταν με λάβδανο οι ίδιοι και τα παιδιά τους απέναντι  σε μια ζωή κτηνώδη, χωρίς ελπίδα. 

Ο Engels είχε δει παρόμοιες συνθήκες στις βιομηχανικές  πόλεις της Ρηνανίας αλλά τώρα άρχισε να εξερευνά το Μάντσεστερ μέχρι που γνώριζε και  το τελευταίο χαμόσπιτο και την τελευταία τρώγλη. Τα ευρήματά του έμελλε να τα εκθέσει στην πιο φρικιαστική ετυμηγορία για τις βιομηχανικές φτωχογειτονιές που είχε δει ποτέ το  φως  της  δημοσιότητας:  Η  κατάσταση  της  εργατικής  τάξης  στην  Αγγλία  το  1844  (The  Condition of the Working Class in England in 1844). Κάποτε μιλούσε για την αθλιότητα του  μέρους  σ’  έναν  αριστοκράτη  φίλο  του  παρατηρώντας  ότι  ποτέ  δεν  είχε  δει  τόσο  «κακοχτισμένη  πόλη».  Ο  φίλος  του  τον  άκουσε  προσεχτικά  και  μετά  είπε:  «Και  όμως  βγαίνουν πολλά λεφτά εδώ. Καλημέρα σας, κύριε».

  Πλέον  αφιέρωνε  το  χρόνο  του  στο  γράψιμο  ‐έγραφε  πραγματείες  για  ν’  αποδείξει  ότι  οι  μεγάλοι  Άγγλοι  οικονομολόγοι  δεν  ήταν  παρά  απολογητές  της  κρατούσας  τάξης  πραγμάτων‐ και μια απ’ τις εργασίες του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση σ’ έναν νεαρό ονόματι  Karl  Marx,  ο  οποίος  τότε  είχε  την  επιμέλεια  ενός  ριζοσπαστικού  φιλοσοφικού  περιοδικού  στο Παρίσι.  Αντίθετα  από  τον  Engels,  ο  Marx  ήταν  γόνος  μιας  φιλελεύθερης,  ίσως  ακόμα  και  ριζοσπαστικής,  οικογένειας.  Γεννήθηκε  το  1818  στο  Τρίερ  της  Γερμανίας  και  ήταν  ο  δευτερότοκος  γιος  μιας  εύπορης  εβραϊκής  οικογένειας  που  λίγο  αργότερα  ασπάσθηκε  το  Χριστιανισμό  για  να  μπορεί  ο  δικηγόρος  Heinrich  Marx  να  ασκεί  το  επάγγελμά  του  χωρίς  περιορισμούς.

 Ο Heinrich Marx ήταν ένας ευυπόληπτος άνδρας και μάλιστα είχε πάρει τον  τιμητικό τίτλο Justizrat που απένεμαν σε διακεκριμένους νομικούς, αλλά στις μέρες του είχε  διατελέσει  μέλος  παράνομων  λεσχών  συνεστιάσεων  όπου  έκαναν  προπόσεις  υπέρ  μιας  αβασίλευτης  δημοκρατικής  Γερμανίας  και  είχε  μεγαλώσει  το  μικρό  του  γιο  με  δίαιτα  από  Βολτέρο, John Λοκ και Ντιντερό.  Ο  Heinrich  Marx  ήλπιζε  ότι  ο  γιος  του  θα  σπούδαζε  νομικά,  αλλά  στα  πανεπιστήμια  της  Βόννης  και  του  Βερολίνου  ο  νεαρός  Marx  παρασύρθηκε  στη  δίνη  των  φιλοσοφικών  συζητήσεων  εκείνων  των  ημερών.  

Ο  φιλόσοφος  Χέγκελ  είχε  καταθέσει  ένα  επαναστατικό  θεώρημα  και  τα  συντηρητικά  πανεπιστήμια  της  Γερμανίας  διχάστηκαν  στην  υποδοχή  που  του  επιφύλαξαν.  Σύμφωνα  με  τον  Χέγκελ,  η  αλλαγή  είναι  ο  κανόνας  της  ζωής.  Κάθε  ιδέα,  κάθε  δύναμη  αναπόδραστα  εκτρέφει  το  αντίθετό  της,  και  τα  δύο  μαζί  συγχωνεύονται  σε  μία  «ενότητα»  που  με  τη  σειρά  της  δημιουργεί  τη  δική  της  αντίφαση.  Έτσι  και  η  ιστορία,  έλεγε  ο  Χέγκελ,  δεν  είναι  παρά  η  έκφραση  αυτής  της  αέναης  κίνησης  αντιτιθέμενων  και  συντιθέμενων  ιδεών  και  δυνάμεων.  

Η  αλλαγή  ‐η  διαλεκτική  αλλαγή‐  είναι  εγγενής  στις  ανθρώπινες  υποθέσεις.  Με  μία  εξαίρεση:  όταν  έφταναν  στο  Πρωσικό  κράτος,  οι  κανόνες  έπαυαν να ισχύουν. Η κυβέρνηση της Πρωσίας, έλεγε ο Χέγκελ, ήταν σαν «ένας αληθής επί  γης θεός».149  Όλα αυτά αποτέλεσαν ισχυρό ερέθισμα για τον νεαρό φοιτητή. Ο Marx προσχώρησε σε μια  ομάδα  νεαρών  διανοουμένων,  γνωστών  με  το  όνομα  Νέοι  Χεγκελιανοί,  οι  οποίοι  συζητούσαν τολμηρά θέματα όπως τον αθεϊσμό και τον καθαρά θεωρητικό κομμουνισμό στα  πλαίσια της χεγκελιανής διαλεκτικής. Αποφάσισε να γίνει κι αυτός φιλόσοφος. Και ίσως να  γινόταν αν δεν παρενέβαινε εκείνο το κράτος‐θεός. Ο αγαπημένος καθηγητής του Marx, ο  Μπρούνο  Μπάουερ,  που  επιδίωκε  να  του  εξασφαλίσει  μια  θέση  στο  Πανεπιστήμιο  της  Βόννης,  απολύθηκε  για  φιλοσυνταγματικές  και  αντιθρησκευτικές  πεποιθήσεις  (οι  πρώτες  προφανώς θεωρούνταν εξίσου αξιόποινες με τις δεύτερες) και για τον νεαρό δόκτορα Marx  η ακαδημαϊκή καριέρα έγινε αδύνατη. 

 Αντ’ αυτής στράφηκε στη δημοσιογραφία. Η Εφημερίδα του Ρήνου (Rheinische Zeitung), μια  μικρή μεσοαστική φιλελεύθερη εφημερίδα στην οποία συχνά αρθρογραφούσε, του ζήτησε  να  γίνει  ο  αρχισυντάκτης  της.  Δέχτηκε  και  έμεινε  στη  θέση  αυτή  για  πέντε  ολόκληρους  μήνες.  Ο  Marx  ήταν  τότε  ριζοσπάστης  αλλά  ο  ριζοσπαστισμός  του  ήταν  μάλλον  φιλοσοφικής παρά πολιτικής χροιάς. Όταν πήγε να τον πρωτοεπισκεφτεί ο Engels με κάθε σεβασμό, ο Marx αποδοκίμασε τον ενθουσιώδη νέο που εμφορούνταν από κομμουνιστικές  απόψεις  ενώ,  όταν  οι  άλλοι  κατήγγειλαν  τον  Marx  ως  κομμουνιστή,  έδινε  σιβυλλικές  απαντήσεις:  «Δεν  γνωρίζω  τον  κομμουνισμό»,  έλεγε,  «αλλά  μια  κοινωνική  φιλοσοφία  που  έχει  σκοπό  της  την  προστασία  των  καταπιεσμένων  δεν  μπορεί  να  καταδικάζεται  αβασάνιστα».  

Παρ’  όλες  τις  αποκηρύξεις  του,  τα  άρθρα  του  δεν  μπορούσαν  να  γίνουν  ανεκτά  από  τις  αρχές.  Στηλίτευσε  ένα  νόμο  που  θα  απαγόρευε  στους  χωρικούς  να  ασκήσουν το πατροπαράδοτο δικαίωμά τους να μαζεύουν τα ξερόκλαδα από τα δάση και  δέχτηκε  την  επίπληξη  των  αρχών.  Έγραψε  άρθρα  αποδοκιμάζοντας  τα  στεγαστικά  προβλήματα  και  δέχτηκε  την  προειδοποίηση  των  αρχών.  Έφτασε  στο  σημείο  να  κάνει  μερικά  απαξιωτικά  σχόλια  για  τον  Τσάρο  της  Ρωσίας,  οπότε  οι  αρχές  απαγόρευσαν  την  κυκλοφορία της εφημερίδας.  Ο Marx πήγε τότε στο Παρίσι για να αναλάβει την αρχισυνταξία ενός άλλου ριζοσπαστικού  εντύπου,  που  αποδείχτηκε  εξίσου  βραχύβιο  με  την  εφημερίδα.  

Ήδη,  όμως,  τα  ενδιαφέροντά του στρέφονταν στο χώρο της πολιτικής και της οικονομίας. Η απροκάλυπτη  ιδιοτέλεια  της  πρωσικής  κυβέρνησης,  η  αδυσώπητη  αντίσταση  της  γερμανικής  μπουρζουαζίας προς οτιδήποτε θα μπορούσε να ελαφρύνει την κατάσταση των Γερμανών  εργαζομένων, οι σχεδόν γελοίες αντιδραστικές στάσεις των πλουσίων και των κρατούντων  στην Ευρώπη ‐όλα αυτά είχαν γίνει ένα σύμφυρμα στο μυαλό από το οποίο θα ξεπηδούσε  μια  νέα  φιλοσοφία  της  ιστορίας.  Και  όταν  τον  επισκέφτηκε  ο  Engels  και  ανακάλυψαν  την  ισχυρή ταύτιση των  ενδιαφερόντων τους, η φιλοσοφία αυτή άρχισε να παίρνει  σχήμα  και  μορφή.

Η  φιλοσοφία  τους  ονομάζεται  συχνά  διαλεκτικός  υλισμός:  «διαλεκτικός»  επειδή  ενσωματώνει  την  ιδέα  του  Χέγκελ  για  την  εγγενή  αλλαγή  και  «υλισμός»  επειδή  βασίζεται  όχι  στον  κόσμο  των  ιδεών  αλλά  στο  κοινωνικό  και  φυσικό  περιβάλλον.  «Η  υλιστική  αντίληψη  της  ιστορίας»150,  έγραφε  ο  Engels  πολλά  χρόνια  αργότερα  σε  μια  περίφημη  διακήρυξη  με  τίτλο  Anti‐Dühring  επειδή  καταφερόταν  εναντίον  του  Γερμανού  καθηγητή  Ευγένιου  Dühring,  «ξεκινά  από  την  αρχή  ότι  η  παραγωγή,  και  με  την  παραγωγή  η  ανταλλαγή των προϊόντων της, αποτελεί τη βάση κάθε κοινωνικής τάξης πραγμάτων ότι σε  κάθε κοινωνία που έχει εμφανιστεί στην ιστορία η διανομή των προϊόντων, και μαζί μ’ αυτή  η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις και εξουσίες, καθορίζεται από το τι παράγεται, το πώς  παράγεται, και το πώς το προϊόν ανταλλάσσεται. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, τα τελικά  αίτια κάθε κοινωνικής αλλαγής και πολιτικής επανάστασης πρέπει να αναζητηθούν, όχι στα  μυαλά των ανθρώπων, στην αυξανόμενη κατανόηση της αιώνιας αλήθειας και δικαιοσύνης  αλλά, στις αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και ανταλλαγής∙ πρέπει να αναζητηθούν, όχι στη  φιλοσοφία αλλά, στους οικονομικούς όρους της εκάστοτε εποχής».  Η  επιχειρηματολογία  είναι  ακαταμάχητη.  Κάθε  κοινωνία,  λέει  ο  Marx,  οικοδομείται  πάνω  σε  μια  οικονομική  βάση  ‐  τη  σκληρή  πραγματικότητα  όπου  οι  άνθρωποι  αναγκάζονται  να  οργανώσουν τις δραστηριότητές τους για να ντυθούν, να τραφούν και να στεγαστούν.

Αυτή  η  οργάνωση  μπορεί  να  διαφέρει  ριζικά  από  τη  μια  κοινωνία  στην  άλλη  και  από  τη  μια  εποχή  στην  άλλη.  Μπορεί  να  είναι  ποιμενική  ή  κυνηγετική  ή  οργανωμένη  σε  βιοτεχνικές  μονάδες  ή  δομημένη  σε  ένα  σύνθετο  βιομηχανικό  σύνολο.  Ωστόσο,  όποια  κι  αν  είναι  η  μορφή με την οποία οι άνθρωποι λύνουν το βασικό οικονομικό τους πρόβλημα, η κοινωνία  θα  απαιτεί  ένα  «εποικοδόμημα»  μη  οικονομικής  δραστηριότητας  και  σκέψης  ‐  θα  πρέπει  να  συνέχεται  από  νόμους,  να  επιβλέπεται  από  μια  κυβέρνηση  και  να  εμπνέεται  από  θρησκεία και φιλοσοφία.

Ωστόσο, το εποικοδόμημα της σκέψης δεν επιλέγεται στην τύχη. Πρέπει να αντικατοπτρίζει  το θεμέλιο πάνω στο οποίο υψώνεται. Καμιά κοινωνία κυνηγών δεν θα ανέπτυσσε ούτε θα  χρησιμοποιούσε  το  νομικό  πλαίσιο  μιας  βιομηχανικής  κοινωνίας  και,  αντίστοιχα,  καμιά  βιομηχανική κοινωνία δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την αντίληψη ενός πρωτόγονου  χωριού για την έννομη τάξη και την κυβέρνηση. Σημειωτέον ότι το δόγμα του υλισμού δεν  απορρίπτει την καταλυτική λειτουργία και δημιουργικότητα των ιδεών. Απλώς υποστηρίζει  ότι οι απόψεις και οι ιδέες είναι προϊόν του περιβάλλοντος ακόμοι κι όταν αποσκοπούν ν’  αλλάξουν το περιβάλλον.  Από  μόνος  του  ο  υλισμός  θα  υποβάθμιζε  τις  ιδέες  σε  απλά  παθητικά  συμπληρώματα  της  οικονομικής δραστηριότητας. 

Ο Marx δεν ισχυρίστηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Η νέα θεωρία δεν  ήταν  μόνο  υλιστική  αλλά  και  διαλεκτική:  οραματιζόταν  την  αλλαγή,  τη  συνεχή  και  εγγενή  αλλαγή∙ και σ’ αυτή την αέναη αλλαγή οι ιδέες που πηγάζουν από μια περίοδο βοηθούν να  διαμορφώσουν  μιαν  άλλη.  «Οι  άνθρωποι  φτιάχνουν  την  ίδια  τους  την  ιστορία»,  υποστήριζε  ο  Marx  σχολιάζοντας  το  πραξικόπημα  του  Λουδοβίκου  Ναπολέοντα  το  1852,  «αλλά δεν τη φτιάχνουν έτσι όπως θα ήθελαν∙ δεν τη φτιάχνουν κάτω από περιστάσεις που  διαλέγουν  οι  ίδιοι,  αλλά  κάτω  από  περιστάσεις  που  βρίσκονται,  παραδίδονται  ή  μεταβιβάζονται κατευθείαν από το παρελθόν».  

Ωστόσο,  η  διαλεκτική  όψη  ‐η  εσωτερική  δυναμική‐  αυτής  της  θεωρίας  της  ιστορίας  δεν  εξαρτιόταν  μόνο  από  την  αλληλεπίδραση  ιδεών  και  κοινωνικών  δομών.  Υπήρχε  κι  άλλος  ένας,  πολύ  ισχυρότερος,  παράγοντας  εν  δράσει.  Ο  ίδιος  ο  οικονομικός  κόσμος  μεταβαλλόταν∙  το  ίδιο  το  θεμέλιο  πάνω  στο  οποίο  χτιζόταν  το  οικοδόμημα  των  ιδεών  βρισκόταν σε συνεχή κίνηση.  Για παράδειγμα, οι μεμονωμένες αγορές του Μεσαίωνα άρχισαν να διασυνδέονται υπό την  επίδραση  των  εξερευνήσεων  και  των  πολιτικών  ενοποιήσεων,  κι  ένας  νέος  εμπορικός  κόσμος  αναδύθηκε.  Υπό  την  ώθηση  των  εφευρέσεων,  η  χειρωνακτική  βιοτεχνία  αντικαταστάθηκε από το ατμοκίνητο εργοστάσιο κι εμφανίστηκε μια νέα μορφή κοινωνικής  οργάνωσης  που  ονομάστηκε  εργοστάσιο.  Και  στις  δύο  περιπτώσεις  το  προσδιοριστικό  πλαίσιο  της  ίδιας  της  οικονομικής  ζωής  άλλαξε  μορφή  και,  μ’  αυτή  την  αλλαγή,  έκανε  αναγκαία μια νέα κοινωνική προσαρμογή απ’ την κοινότητα με την οποία συνδεόταν. Όπως  έγραφε  ο  Marx:  «Η  χειρωνακτική  βιοτεχνία  μάς  δίνει  την  κοινωνία  με  το  φεουδάρχη,  το  ατμοκίνητο εργοστάσιο την κοινωνία με το βιομήχανο κεφαλαιοκράτη».152  Κι  από  τη  στιγμή  που  έγινε  αυτή  η  αλλαγή,  συνοδεύτηκε  από  μια  ολόκληρη  σειρά  συνεπειών.  Η  αγορά  και  το  εργοστάσιο  ήταν  ασύμβατα  με  το  φεουδαρχικό  τρόπο  ζωής  ‐  ακόμα κι αν γεννήθηκαν μέσα στα πλαίσιά του. Απαιτούσαν να συνοδεύονται από ένα νέο  πολιτιστικό  και  κοινωνικό  περιβάλλον.  Και  βοήθησαν  σ’  αυτό  το  δύσκολο  τοκετό  δημιουργώντας  τις  νέες  δικές  τους  κοινωνικές  τάξεις:  η  αγορά  εξέθρεψε  μια  νέα  τάξη  εμπόρων και το εργοστάσιο γέννησε το βιομηχανικό προλεταριάτο.  

Όμως  η  διαδικασία  κοινωνικής  αλλαγής  δεν  ήταν  απλώς  ζήτημα  νέων  εφευρέσεων  που  ασκούσαν πίεση στους παλαιούς θεσμούς: ήταν ένα ζήτημα αντικατάστασης των παλαιών  τάξεων από νέες. Διότι η κοινωνία, όπως έλεγε ο Marx, είναι οργανωμένη σε ταξικές δομές,  σύνολα  ατόμων  που  έχουν  κάποια  κοινή  σχέση  ‐ευνοϊκή  ή  μη‐  με  την  ισχύουσα  μορφή  παραγωγής.  Και  όλα  αυτά  απειλούνται  από  την  οικονομική  αλλαγή.  Καθώς  αλλάζουν  οι  οργανωτικές και τεχνικές δυνάμεις της παραγωγής ‐καθώς τα εργοστάσια καταστρέφουν τη  χειρωνακτική βιοτεχνία, για παράδειγμα‐ οι κοινωνικές σχέσεις της παραγωγής αλλάζουν κι  αυτές∙ αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή μπορεί να ανακαλύψουν ότι χάνουν το έδαφος  κάτω  από  τα  πόδια  τους  ενώ  αυτοί  που  βρίσκονταν  στις  χαμηλότερες  θέσεις  μπορεί  να ανέβουν  ψηλότερα.  Είδαμε  μια  τέτοια  ανατροπή  της  σχετικής  θέσης  των  κοινωνικών  τάξεων στην Αγγλία των ημερών του Ricardo, όταν οι καπιταλιστές, ανεβασμένοι στο άρμα  της Βιομηχανικής Επανάστασης, απειλούσαν να υφαρπάξουν τα πατροπαράδοτα προνόμια  των γαιοκτημόνων. Έτσι  προκύπτουν  οι  συγκρούσεις.  

Οι  τάξεις  που  κινδυνεύουν  μάχονται  τις  τάξεις  που  αναβαθμίζονται  κοινωνικά:  ο  φεουδάρχης  μάχεται  τον  ανερχόμενο  έμπορο  και  ο  αρχισυντεχνίτης αντιμάχεται τον νέο καπιταλιστή.  Αλλά  η  ιστορική  διαδικασία  δεν  δίνει  σημασία  στις  προτιμήσεις  κανενός.  Σταδιακά  οι  συνθήκες αλλάζουν και, αργά αλλά σταθερά, οι κοινωνικές τάξεις ανακατατάσσονται. Μέσα  από αναβρασμό και αγωνία η κατανομή του πλούτου μεταβάλλεται. Κι έτσι η ιστορία είναι  ένα  πανόραμα  αδιάκοπης  πάλης  των  τάξεων  για  τη  διανομή  του  πλούτου  της  κοινωνίας.  Διότι, ενόσω αλλάζουν οι τεχνικές της κοινωνίας, κάθε υφιστάμενη κατανομή του πλούτου  παραμένει ευάλωτη στις επιθέσεις.  Τι  προοιωνιζόταν  αυτή  η  θεωρία  για  την  κοινωνία  στις  μέρες  του  Marx  και  του  Engels;  Έδειχνε  το  δρόμο  προς  την  επανάσταση  ‐  την  αναπόφευκτη  επανάσταση.  Γιατί  και  ο  καπιταλισμός,  σύμφωνα  με  αυτή  την  ανάλυση,  πρέπει  να  περιέχει  «δυνάμεις»  και  «σχέσεις»  παραγωγής  ‐  ένα  τεχνολογικό  και  οργανωτικό  θεμέλιο,  και  μια  αρχιτεκτονική  νόμων,  πολιτικών  δικαιωμάτων  και  ιδεολογίας. 

 Και  εφόσον  αναπτυσσόταν  η  τεχνολογική  του  βάση,  τότε  αναγκαστικά  το  εποικοδόμημά  του  πρέπει  να  υπόκειται  σε  αυξανόμενες  εντάσεις.  Αυτό  ακριβώς  ήταν  που  είδαν  ο  Marx  και  ο  Engels  στο  1848.  Η  οικονομική  βάση  του  καπιταλισμού  ‐το  στήριγμα  του  στην  πραγματικότητα‐  ήταν  η  βιομηχανική  παραγωγή.  Το  εποικοδόμημά  του  ήταν  το  σύστημα  ατομικής  ιδιοκτησίας,  στα  πλαίσια  του  οποίου  ένα  μέρος  της  παραγωγής  της  κοινωνίας  κατέληγε  στους  ιδιοκτήτες  των  τεχνολογικών  μέσων  παραγωγής. Η σύγκρουση προέκυπτε απ’ το γεγονός ότι η βάση του και το εποικοδόμημά  του ήταν ασύμβατα.  Γιατί ασύμβατα; Επειδή η βάση της βιομηχανικής παραγωγής ‐αυτή καθαυτή η κατασκευή  των  αγαθών‐  ήταν  μια  όλο  και  πιο  οργανωμένη,  εναρμονισμένη  και  αλληλοεξαρτώμενη  διαδικασία,  ενώ  το  εποικοδόμημα  της  ατομικής  ιδιοκτησίας  αποτελούσε  το  πλέον  ατομικιστικό  από  τα  κοινωνικά  συστήματα.  Γι’  αυτό  το  λόγο  το  εποικοδόμημα  και  η  βάση  συγκρούονταν: τα εργοστάσια απαιτούσαν κοινωνικό σχεδιασμό, και η ατομική ιδιοκτησία  τον απεχθανόταν∙ ο καπιταλισμός είχε γίνει τόσο περίπλοκος που χρειαζόταν κατεύθυνση,  αλλά οι καπιταλιστές επέμεναν σε μια ολέθρια ελευθερία κινήσεων.  Το  αποτέλεσμα  ήταν  διττό.  Κατά  πρώτον,  ο  καπιταλισμός  ήταν  καταδικασμένος,  αργά  ή  γρήγορα,  να  αυτοκαταστραφεί.  

Η  ασχεδίαστη  φύση  της  παραγωγής  θα  οδηγούσε  σε  συνεχή  αποδιοργάνωση  της  οικονομικής  δραστηριότητας  ‐  σε  κράσεις  και  κάμψεις  και  το  κοινωνικό  χάος  της  ύφεσης.  Το  σύστημα  ήταν  εξαιρετικά  πολύπλοκο,  συνεχώς  αποδιαρθρωνόταν,  έχανε  το  βήμα  του  και  κατέληγε  στην  υπερπαραγωγή  ενός  προϊόντος  και την υποπαραγωγή ενός άλλου.  Κατά  δεύτερο  λόγο,  ο  καπιταλισμός  πρέπει  άθελά  του  να  εκτρέφει  το  διάδοχό  του  σύστημα.  

Σχετικα αρθρα

Η Ευρώπη παίρνει τα “σκήπτρα” απο την Γερμανία στην παγκόσμια αγορά ομολόγων

admin

Το αμείλικτο σύστημα του Karl Marx (IV)

admin

Γερμανικός Τύπος: Το “πείραμα της Ρόδου” και το μεγάλο στοίχημα

admin

Τρ.Πειραιώς: 1-1,15€ οι νέες μετοχές – ‘Ολη η απόφαση του Δ.Σ

admin

XA:Τεστ κοπώσεως

admin

Το παγκόσμιο ρίσκο μετά το εμβόλιο – O.Blanchard/Jean Pisani-Ferry

admin

Κίνα:Ανάκαμψη 18%(!) το πρώτο τρίμηνο

admin

ΕΕ εναντίον οργανωμένου εγκλήματος

admin

Κυρώσεις ΗΠΑ κατά Ρωσίας

admin

Εξασφάλιση ισχυρότερης και δικαιότερης παγκόσμιας ανάκαμψης-M.A El Erian

admin

ΤτΕ: Αναγκαία η διατήρηση μετά την πανδημία των μέτρων επιλεκτικής οικονομικής στήριξης

admin

Alpha Bank: Σταδιακή άρση περιοριστικών μέτρων – Η συγκυρία και η μεσοπρόθεσμη προοπτική

admin