Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διατηρούσε δικό της στρατό. Η ιδέα ένοπλων Ευρωπαίων στρατιωτών, αποτελούσε κυρίως τρομολαγνικό επιχείρημα των ευρωσκεπτικιστών, παρά πραγματικό σχέδιο. Κι όμως, στις 11 Ιανουαρίου, η Ένωση έγραψε με υπερηφάνεια στο Twitter ότι «για πρώτη φορά, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει τη δική της υπηρεσία ένστολων». Ένα βίντεο, «ντυμένο» με γρήγορη μουσική, έδειχνε έναν φρουρό με μπλε ρούχα και το καπέλο του γυρισμένο στο πλάι, ο οποίος δεν έφερε το εθνόσημο κάποιου κράτους-μέλους, αλλά τη σημαία της ΕΕ με τον κύκλο από αστέρια. Ο φρουρός ανήκε στα νέα στρατεύματα του Οργανισμού Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής – της γνωστής μας Frontex. Όμως αν η άνοδος του οργανισμού αποδεικνύει ότι η Ευρώπη έχει μπει σε τροχιά μετατροπής σε κάτι που θα θυμίζει περισσότερο κράτος, ταυτόχρονα δείχνει πόσο ασταθής – και ενίοτε άσχημη – μπορεί να γίνει αυτή η πορεία.

Όταν προτάθηκε για πρώτη φορά η ιδέα της δημιουργίας μιας κοινής συνοριοφυλακής, περίπου κατά την αλλαγή της χιλιετίας, τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη ήταν πολύ αρνητικά στην ιδέα.

Πολλά από αυτά είχαν μόλις «προδώσει» το εθνικό τους νόμισμα για τα μάτια του ευρώ. Η παράδοση ακόμη μεγαλύτερου μέρους της εθνικής τους κυριαρχίας και μάλιστα σε ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα, έμοιαζε πολύ τραβηγμένη. Τελικά, η Frontec έγινε πραγματικότητα το 2004, μετά την αύξηση της παράτυπης μετανάστευσης προς τα Κανάρια Νησιά. Όμως ήταν η προσφυγική κρίση του 2015 που θα μεταμόρφωνε πραγματικά την τύχη του οργανισμού.

Πολιτικοί, που επιθυμούσαν απελπισμένα την οχύρωση των συνόρων τους, παραχώρησαν τεράστια ποσά – και αντίστοιχη εξουσία – στην Frontex.

Ο προϋπολογισμός του οργανισμού εκτοξεύθηκε από τα 100 εκατ. ευρώ του 2004 στα 280 εκατ. ευρώ για το 2017 – και έφτασε σχεδόν τα 400 εκατ. ευρώ τη χρονιά που μας πέρασε. Στον προϋπολογισμό της ΕΕ για το διάστημα 2022-2029, η Frontex αναμένεται να λάβει 5,6 δισεκατομμύρια ευρώ για τη διάρκεια της επταετίας. Πρόκειται για το μισό ποσό σε σχέση με αυτό που ζητούσε αρχικά ο οργανισμός, παραμένει όμως ιδιαιτέρως υψηλό. Ο οργανισμός έχει επιπλέον το δικαίωμα να στρατολογεί προσωπικό και να προμηθεύεται άμεσα τον εξοπλισμό του, αντί να έλκει και τα δύο από τα κράτη-μέλη. Φέτος, τα στρατεύματά του αναμένεται να αυξηθούν, φτάνοντας τα 6.500 άτομα, με στόχο να αγγίξουν τα 10.000 μέχρι το 2027.

Οι ήδη υπάρχοντες φρουροί ήδη βρίσκονται σε κάθε χερσαίο και θαλάσσιο σύνορο της Ευρώπης και είναι επιφορτισμένοι με την ενίσχυση και την υποστήριξη των εθνικών συνοριοφυλακών. Όμως οι αρμοδιότητές τους δεν σταματούν εκεί. Απεσταλμένοι της Frontex έχουν τοποθετηθεί σε «προ-συνοριακές» περιοχές, όπως η Αλβανία και το Μαυροβούνιο, ενώ άοπλοι αξιωματούχοι έχουν αποσταλεί στον Νίγηρα, την Τουρκία, τη Σενεγάλη και τη Σερβία, από όπου επιτηρούν τις μεταναστευτικές ροές που κινούνται προς την Ευρώπη.

Όμως η έλλειψη στολής των αξιωματούχων αυτών, δεν συνεπάγεται και απουσία δράσης.

Εκτός από τη φύλαξη των συνόρων, η Frontex πλέον είναι υπεύθυνη και για τη λετουργία ενός νέου Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών και Έγκρισης Ταξιδιών (ETIAS), το οποίο θα εξετάζει και θα εγκρίνει την είσοδο πολιτών τρίτων χωρών στη ζώνη Σένγκεν της ΕΕ χωρίς να απαιτείται βίζα – ανάμεσά τους, και οι Βρετανοί. Περίπου 250 άτομα που εργάζονται για τον οργανισμό στη Βαρσοβία, θα επιφορτιστούν τελικά με την εικοσιτετράωρη λειτουργία αυτού του συστήματος. Επιπλέον, η Frontex ελέγχει το Ευρωπαϊκό Σύστημα Επιτήρησης Συνόρων (EUROSUR) που λαμβάνει δεδομένα από drones, πλοίο, κοινωνικά δίκτυα και τους δορυφόρους παρατήρησης της γης της ΕΕ, Copernicus, για να εντοπίζει τις μεταναστευτικές ροές.

Με τα ταμεία της να αναπτύσσονται, η Frontex έχει αρχίσει να κάνει κινήσεις για την απόκτηση ακόμη πιο προηγμένου εξοπλισμού. Πέρσι, ο οργανισμός υπέγραψε συμβάσεις με την Airbus και την Israeli Aerospace Industries, αλλά και την Elbit, μια άλλη ισραηλινή εταιρεία, για να αγοράσει προηγμένα drones αξίας €100 εκατ., που θα επιχειρούν στην Ελλάδα, την Ιταλία και τη Μάλτα. Επιπλέον, διοχετεύει κεφάλαια και σε άλλες τεχνολογίες, μεταξύ άλλων και στην τεχνητή νοημοσύνη. «Πιστεύω ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το βλέπει ως έναν τρόπο να εισαχθεί δυναμικά στον πυρήνα της σφαίρας της άμυνας, για παράδειγμα στις τεχνολογίες διπλής χρήσης και στις τεχνολογίες φύλαξης των συνόρων», εξηγεί στον Economist ο Ρότνρικ Παρκς του Γερμανικού Συμβουλίου για τις Διεθνείς Σχέσεις. «Πραγματικά μπορεί να φτάσουν την Europol», προσθέτει.

Όμως παρά το γεγονός ότι η Europol έχει γενικώς εξαιρετικά καλή φήμη, δεν ισχύει το ίδιο και για την Frontex.

Στις 7 Δεκεμβρίου, η υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης στην ΕΕ, OLAF, έκανε έφοδο στα γραφεία του Φαμπρίκε Λεγκέρι, του διευθυντή του οργανισμού, αλλά και σε εκείνα του επικεφαλής προσωπικού του, ως μέρος της έρευνάς του για αδικήματα που περιλαμβάνουν τις (πάντα) παράνομες επαναπροωθήσεις μεταναστών. Τον Οκτώβριο, σε έρευνα που διεξήχθη από την Bellingcat, μια ερευνητική ομάδα, και αρκετά ΜΜΕ, έδειξε ότι σκάφη της Frontex είχαν είτε «εμπλακεί άμεσα» είτε ήταν παρόντα σε μια σειρά επαναπροωθήσεων στα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (πράγμα που η Frontex εξακολουθεί να διαψεύδει). Στις 27 Ιανουαρίου, η Frontex ανακοίνωσε την αναστολή των επιχειρήσεών της στην Ουγγαρία, μετά από τις επικρίσεις του ανώτατου δικαστηρίου της ΕΕ για τη βίαιη επαναπροώθηση μεταναστών από τη χώρα προς τη Σερβία.

Πολλά από αυτά τα προβλήματα εντείνονται όλο και περισσότερο, σύμφωνα με την Χάνε Μπάιρενς του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Μεταναστευτικής Πολιτικής, μιας δεξαμενής σκέψης. Ένα από τα κυριότερα είναι το ότι η κεντρική διοίκηση της Frontex είναι υπερβολικά μικρή, ώστε να είναι σε θέση να επιτηρεί το προσωπικό της που είναι σκορπισμένο σε διάφορες χώρες, και το κατά πόσον οι στρατιώτες της σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο παρελθόν, τα κράτη-μέλη ήταν εν μέρει υπεύθυνα για τους αξιωματούχους τους που είχαν αποσπαστεί στη Frontex.  Το νέο ανεξάρτητο σώμα, όμως διαταράσσει αυτή την εθνική αλυσίδα λογοδοσίας, εξηγεί στον Economist ο Ράφαλε Μπόσονγκ της δεξαμενής σκέψης SWP στο Βερολίνο. «Εντέλει, η ΕΕ θα πρέπει να καταστεί απευθείας υπεύθυνη για αυτού του είδους τις δράσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν θανάτους».

Όμως η αύξηση της διαχείρισης δεν θα λύσει το πρόβλημα.

Το σημαντικότερο ζήτημα, σύμφωνα με την Μπάιρενς αφορά τη σύγκρουση μεταξύ των εξελισσόμενων φιλοδοξιών της ΕΕ, που έχει τριπλασιάσει την ισχύ της Frontex μέσα σε μια πενταετία, και των περιορισμένων εξουσιών που έχει ο οργανισμός στο πεδίο δράσης του. Σε περίπτωση που οι αξιωματούχοι παρατηρήσουν παραβιάσεις εκ μέρους των κρατών-μελών, έχουν ελάχιστα μέσα αντίδρασης πέρα από την αποχώρησή τους από το πεδίο, όπως στην περίπτωση της Ουγγαρίας. Σε πολλές περιπτώσεις, οι τοπικές συνοριοφυλακές κάνουν τη «βρώμικη δουλειά», ενώ η Frontex απλώς παρατηρεί.

Και αυτά δεν είναι τα μόνα προβλήματα που απαιτούν διαχείριση. Καθώς η Frontex διευρύνεται, κινδυνεύει να προσελκύσει στρατιώτες από τους ήδη υπάρχοντες 100.000 περίπου συνοριοφύλακες της ΕΕ, αφήνοντας κενά στις εθνικές συνοριοφυλακές. Όμως το γεωγραφικό μοτίβο στρατολόγησης ενδέχεται να αναδείξει και βαθύτερα προβλήματα. Οι στρατιώτες της Frontex προέρχονται κυρίως από τα φτωχότερα νοτιοανατολικά κράτη-μέλη, όμως η ηγεσία της έλκει την καταγωγή της από τα πλουσιότερα βορειοδυτικά, «που δεν έχει χρειαστεί να προστατεύσουν τα σύνορά τους εδώ και 30 χρόνια», όπως τονίζει ο Παρκς.

Ταυτόχρονα, η δύναμή της αυξάνεται κι άλλο. Τον περασμένο Δεκέμβριο, ως μέρος των μετα-Brexit διακανονισμών, η Βρετανία και η Ισπανία αποφάσισαν την κατάργηση του συνόρου μεταξύ της Ισπανίας και του Γιβραλτάρ, με την βρετανική επικράτεια ουσιαστικά να αναδιπλώνεται εντός της ζώνης Σένγκεν. Η Βρετανία δεν επιθυμούσε οι Ισπανοί συνοριοφύλακες να αναλάβουν την εποπτεία των λιμένων που βρίσκονταν στον έλεγχό της επί 300 χρόνια. Έτσι, τη δουλειά ανέλαβε η Frontex, τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια.

Με πληροφορίες από Economist

TAGS: frontexεπαναπροωθήσειςμεταναστευτική κρίσηπροσφυγικό

-