Γλυκόπικρη είναι η «επίγευση» του νέου βρετανικού προϋπολογισμού, που παρουσίασε χθες ο υπουργός Οικονομικών, Ρίσι Σουνάκ.

Εκ πρώτης όψης και βραχυπρόθεσμα, τα νέα είναι -δεδομένων των συνθηκών- μάλλον καλά. Πολλά από τα μέτρα οικονομικής στήριξης εργαζομένων και επιχειρήσεων θα παραμείνουν σε ισχύ, διακήρυξε ο Βρετανός υπουργός, παρά τη σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων.

Μέτρα στήριξης

Η κρατική χρηματοδότηση στις αναστολές συμβάσεων εργασίας θα συνεχιστεί, ανέφερε το Σουνάκ, μέχρι και τα τέλη Σεπτεμβρίου.

Η μείωση του ΦΠΑ θα παραταθεί για ακόμη έναν χρόνο στους κλάδους εστίασης, τουρισμού, φιλοξενίας, αναψυχής και λιανεμπορίου, που έχουν πληγεί περισσότερο από την καραντίνα.

Προβλέπεται, επίσης, στήριξη των αυτοαπασχολούμενων. Εξάμηνη παράταση στην αύξηση 20 λιρών ανά εβδομάδα για δικαιούχους προνοιακών επιδομάτων.

Πρόγραμμα δανειοδότησης πληττόμενων εταιρειών, με εγγύηση του βρετανικού δημοσίου σε ποσοστό 80%. Διάθεση 700 εκατομμυρίων λιρών για στήριξη των τεχνών και του αθλητισμού.

Με αυτά και με άλλα, η βρετανική οικονομία προβλέπεται ότι θα ανακτήσει το χαμένο, λόγω πανδημίας, έδαφος περί τα μέσα του 2022 -έξι μήνες νωρίτερα από το προβλεπόμενο- με αναθεώρηση προς το καλύτερο τόσο του ρυθμού ανάπτυξης (7,3% του ΑΕΠ), όσο και του ανώτατου ποσοστού ανεργίας (6,5%) για του χρόνου.

Ποιος θα πληρώσει το «μάρμαρο»

Τα νέα μέτρα κοστολογούνται στα 65 δισεκατομμύρια λίρες, ανεβάζοντας έτσι το συνολικό πακέτο οικονομικής στήριξης στα 407 δισεκατομμύρια λίρες από την αρχή της πανδημίας.

«Η οικονομία μας συρρικνώθηκε κατά 10%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη πτώση εδώ και πάνω από 300 χρόνια», υπογράμμισε ο Σουνάκ. «Ο δανεισμός μας είναι ο υψηλότερος ποτέ σε καιρό ειρήνης και θα χρειαστεί πολύ καιρός, μέχρι η χώρα μας -και ολόκληρος ο κόσμος- να ανακάμψει από αυτή την έκτακτη οικονομική κατάσταση», προειδοποίησε.

Τούτων λεχθέντων, λοιπόν,  προανήγγειλε φοροεπιδρομή σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, μέσω της μεγαλύτερης αύξησης φόρων από το 1993.

Από τον Απρίλιο του 2022, διευκρίνισε, παγώνουν το όριο του αφορολόγητου και ο ανώτερος συντελεστής στον φόρο εισοδήματος. Κάτι που πρακτικά -επισημαίνουν βρετανικά ΜΜΕ- σημαίνει ότι, έως τα μέσα της δεκαετίας και λόγω πληθωρισμού, θα φορολογηθούν επιπλέον 1,3 εκατομμύρια φυσικά πρόσωπα, ενώ άλλο ένα εκατομμύριο άτομα θα ενταχθούν στη ανώτερη φορολογική κλίμακα.

Αντίστοιχα, ανακοινώθηκε αύξηση του εταιρικού φόρου, αρχής γενομένης το 2023, από το 19% στο 25%: η μεγαλύτερη τα τελευταία 48 χρόνια.

Συνολικά, τα φορολογικά έσοδα του κράτους αναμένεται να αυξηθούν στο 35% του ΑΕΠ.

Πρόκειται για «το υψηλότερο επίπεδο από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60», επισημαίνουν οι βρετανικοί Times, εκφράζοντας αμφιβολίες για την επάρκεια των μέτρων.

«Χρυσώνοντας το χάπι»

Ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών εξήγγειλε, επίσης, διπλασιασμό της επιδότησης επιχειρήσεων για την απασχόληση ασκούμενων και ανέργων, στις 3.000 λίρες.

Ως δέλεαρ για επενδύσεις, εν τω μεταξύ, ανακοίνωσε ότι μέσα στην επόμενη διετία (πριν, δηλαδή, αυξηθεί η εταιρικός φόρος) θα τεθεί σε ισχύ μία νέα «σούπερ φοροαπαλλαγή» για επιχειρήσεις, δίνοντάς τους τη δυνατότητα συμψηφισμού του 130% του κόστους των επενδύσεων κεφαλαίων τους με φόρους.

Η αξιωματική αντιπολίτευση των Εργατικών δήλωσε ότι θα στηρίξει την αύξηση του εταιρικού φόρου. Κατηγόρησε, ωστόσο, το υπουργείο Οικονομικών για «μπαλώματα» στα δομικά προβλήματα της οικονομίας, τα οποία επέτεινε η πανδημία.

Στο ίδιο μήκος κύματος, οι αντιπολιτευόμενοι Φιλελεύθεροι επέκριναν την κυβέρνηση για έλλειψη οράματος και καταστροφική πολιτική, που -μεταξύ άλλων, ανέφεραν- «γονάτισε» το εθνικό σύστημα υγείας.

-