Ήταν η πρώτη «στρατηγική» ομιλία του νέου αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. Και έγινε εν αναμονή της ανακοίνωσης από τον πρόεδρο Μπάιντεν της «ενδιάμεσης στρατηγικής οδηγίας», δηλαδή των βασικών γραμμών της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

Για όποιον έχει παρακολουθήσει την προεκλογική εκστρατεία και τις τοποθετήσεις και του Μπάιντεν και του Μπλίνκεν όλο προηγούμενο διάστημα η ομιλία δεν επιφύλασσε εκπλήξεις, όμως έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που συγκεφαλαιώνει το όραμα της νέας διακυβέρνησης.

Η επιστροφή της Αμερικής

Η αφετηρία είναι αυτό που υπογράμμισε και ο Τζο Μπάιντεν μιλώντας στη Διάσκεψη Ασφάλειας του Μονάχου Ασφάλεια: ότι η Αμερική επιστρέφει και αναλαμβάνει τις δεσμεύσεις που αναλογούν στην ηγεσία της.

Γι’ αυτό το λόγο και ο Μπλίνκεν ξεκίνησε από την πανδημία και την ανάγκη για να υπάρξει παγκόσμια εμβολιαστική προσπάθεια, αν και απέφυγε να «ποσοτικοποιήσει» το πώς την ορίζει αυτή, με δεδομένο ότι αυτή τη στιγμή οι ΗΠΑ δείχνουν να προκρίνουν κατά βάση την εμβολιαστική κάλυψη του δικού τους πληθυσμού.

Αντίστοιχα, ως προς την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη υποστήριξε ότι η κατεύθυνση είναι όντως υπέρ της επιστροφής στη διαπραγμάτευση συμφωνιών για το ελεύθερο εμπόδιο αλλά με τρόπο που να προσπαθεί να λάβει υπόψη τυχόν αρνητικές επιπτώσεις.

«Θα τα κάνουμε διαφορετικά»

Και αντίστοιχα, ανέδειξε ως βασικό επίδικο το ότι η «δημοκρατία είναι υπό απειλή» στον κόσμο, επικαλούμενος ότι υπάρχει άνοδος του αυταρχισμού και του εθνικισμού και παραδεχόμενος ότι αυτά είναι προβλήματα και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, σε μια έμμεση αναφορά στην περίοδο Τραμπ.

Γι’ αυτό τον λόγο και ανέδειξε την αποκατάσταση της δημοκρατίας των ΗΠΑ ως μια «επιταγή εξωτερικής πολιτικής», καθώς διαφορετικά θα διευκολυνθεί η προσπάθεια της Κίνας και της Ρωσία που αναζητούν κάθε ευκαιρία για να «σπείρουν αμφιβολίες για την ισχύ της δημοκρατίας μας».

Με αυτό τον τρόπο φάνηκε να επιστρέφει σε έναν από τους κλασικούς τόπους του «φιλελεύθερου παρεμβατισμού» που είναι η προσπάθεια για «εξαγωγή» της δημοκρατίας και στο εξωτερικό.

Όμως, έσπευσε να υπογραμμίσει ότι «δεν θα προωθήσουμε τη δημοκρατία μέσα από κοστοβόρες στρατιωτικές επεμβάσεις ή με το να προσπαθήσουμε να ανατρέψουμε με τη βία αυταρχικά καθεστώτα». Αντίθετα, υπογράμμιση ότι «θα τα κάνουμε διαφορετικά».

Σε αυτό το φόντο υπογράμμισε συγκεκριμένες παραμέτρους που ορίζουν την οπτική της νέας κυβέρνησης. Ως προς τη μεταναστευτική πολιτική υποστήριξε ότι χρειάζεται μια πιο ανθρωπιστική πολιτική που να δίνει έμφαση στο να μην αναγκάζονται οι άνθρωποι να μεταναστεύουν.

Στροφή στις συμμαχίες

Παράλληλα, τόνιζε ότι πλέον η κατεύθυνση θα είναι ξανά η οικοδόμηση συμμαχιών και η προσπάθεια συνεργασίας με τους συμμάχους, στοιχείο που είχε δοκιμαστεί σε σημαντικό βαθμό στην εποχή του Ντόναλντ Τραμπ, υπογραμμίζοντας ότι στο παρελθόν η γραμμή των συμμαχιών οδήγησε σε αποτελεσματικές συμμαχίες ενάντια στην επιθετικότητα αντιπάλων αλλά και νέες αγορές για τα αμερικανικά προϊόντα.

Και με αυτό τον τρόπο υπογράμμισε και την ανάγκη να υπάρξει κοινή προσπάθεια για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή επέμεινε στην ανάγκη να διατηρήσουν οι ΗΠΑ την παγκόσμια ηγεσία στην τεχνολογία, τονίζοντας ότι αυτό αποτελεί και στοιχείο της πολιτικής άμυνας και ασφάλειας των ΗΠΑ απέναντι στις σύγχρονες μορφές τεχνολογικής επιθετικότητας.

Κίνα: η «μεγαλύτερη γεωπολιτική δοκιμασία»

Έχει πολύ ενδιαφέρον ότι ο Μπλίνκεν σε αυτή την ομιλία παρότι αναφέρθηκε και σε άλλες απειλές ή προκλήσεις, όπως η Ρωσία και το Ιράν, επέμεινε ότι η Κίνα αποτελεί μια πρόκληση διαφορετική από τις άλλες.

Για τον Μπλίνκεν, «η Κίνα είναι η μόνη χώρα με την οικονομική, διπλωματική, στρατιωτική και τεχνολογική ισχύ να αμφισβητήσει σοβαρά το σταθερό και ανοιχτό διεθνές σύστημα – όλους τους κανόνες, τις αξίες και τις σχέσεις που κάνουν τον κόσμο να λειτουργεί με τον τρόπο που θέλουμε, γιατί τελικά εξυπηρετούν τα συμφέροντα και αντανακλούν τις αξίες του αμερικανικού λαού».

Η τοποθέτηση αυτή με σαφήνεια αναγνωρίζει ότι ο μεγάλος αντίπαλος είναι πια η Κίνα και ότι είναι ένας ισχυρός αντίπαλος. Βέβαια, παράλληλα υπογράμμισε ότι «η σχέση μας με την Κίνα θα είναι ανταγωνιστική όταν χρειάζεται, συνεργατική όπου μπορεί και συγκρουσιακή όταν πρέπει. Όμως ο κοινός παρονομαστής είναι πρέπει να αντιμετωπίζουμε την Κίνα από μια θέση ισχύος».

Έκανε ταυτόχρονα σαφές ότι ως προς το ζήτημα αυτό οι ΗΠΑ θα επιμείνουν σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και στην επένδυση στην αμερικανική τεχνολογία, τις αμερικανικές εταιρείες και τους εργαζομένους τους, επιμένοντας σε κοινούς κανόνες του παιχνιδιού στη διεθνή οικονομία.

Τα ανοιχτά ερωτήματα

Βέβαια σε όλα αυτά υπάρχουν και ανοιχτά ερωτήματα. Για παράδειγμα οι όροι της αντιμετώπισης της Κίνας δεν αποσαφηνίζουν εάν πρόκειται απλώς για την κλιμάκωση ενός γεωπολιτικού ανταγωνισμού ή για μια πιο συγκρουσιακή αντιπαράθεση που να παραπέμπει στον ανταγωνισμό με την ΕΣΣΔ. Ούτε γίνεται σαφές πώς θα μπορέσουν ταυτόχρονα οι ΗΠΑ να ενισχύσουν τη δική τους οικονομία και ανταγωνιστικότητα και να μπορέσουν να έχουν πιο συνεργατικές οικονομικές σχέσεις με τους συμμάχους με δεδομένες τις δυσκολίες που είχαν υπάρξει στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις για τις συμφωνίες διεθνούς εμπορίου. Και βέβαια το ερώτημα του εάν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις δικές τους ανοιχτές πληγές που ήρθαν στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα, παραμένει πάνω από ανοιχτό.

-