Η Μασούμα Αχούτζα είχε κουραστεί να ακούει τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες για έφηβα κορίτσια. Όπως εξηγεί, η παρουσίασή τους συνήθως είτε τις θυματοποιούσε είτε τις σεξουαλικοποιούσε, εκτός από τα «ξεχωριστά κορίτσια», όπως η Γκρέτα Τούνμπεργγκ ή η Μαλάλα Γιουσαφζάι, που ανά διαστήματα αναπαρίσταντο ως πρότυπα αντίστασης.

«Κατανοούμε πολύ λίγα πράγματα για την καθημερινότητα των κοριτσιών και για το πώς βλέπουν οι ίδιες τη ζωή», εξηγεί στον Guardian η Αχούτζα. «Ήθελα να δημιουργήσω ένα μικρό πορτραίτο για το πώς μοιάζει το να είσαι κορίτσι σε διάφορα μέρη του κόσμου, κάτι που τα ίδια τα κορίτσια θα μπορούσαν να δουν και να αισθανθούν ότι είναι ορατά… αλλά και κάτι που θα το δουν κορίτσια σε άλλα μέρη του κόσμου, που μοιράζονται τις δικές τους εμπειρίες».

Το Girlhood που δημοσιεύθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, είναι μια συλλογή από σελίδες ημερολογίων, με θέμα το τι σημαίνει να μεγαλώνεις, και έχει γραφτεί από 30 έφηβα κορίτσια σε 27 χώρες.

«Όλοι γνωρίζουμε ότι πολλά κορίτσια υφίστανται βία, και πόσο δύσκολο είναι για πολλές από αυτές να αποκτήσουν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Ιδιαιτέρως στη Δύση, αυτό είναι το μοναδικό παράθυρο από το οποίο μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά στις ζωές των κοριτσιών που ζουν σε φτωχότερες χώρες. Τις βλέπουμε ως εκπροσώπους αυτών των καταστάσεων και όχι ως ξεχωριστά άτομα», τονίζει η Αχούτζα.

Η 13χρονη Μερισένα ζει στην Αΐτη, και αναρωτιέται πώς θα ήταν η ζωή της αν η ίδια, οι γονείς της και τα οκτώ αδέρφια της δεν ζούσαν σε μια βίαιη περιοχή. «Όταν υπάρχουν προβλήματα στην πόλη μου, αναρωτιέμαι γιατί δεν έτυχε να ζούμε σε μια άλλη χώρα, γιατί δεν έτυχε η οικογένειά μου να έχει χρήματα, ιδιαιτέρως όταν πεινάμε και όταν στην περιοχή μας γίνεται εμφύλιους», γράφει. Όμως δεν γράφει μόνο αυτά. Γράφει και για τη συμμετοχή της σε τουρνουά σκακιού, για τις προπονήσεις της στο βόλεϊ και το ποδόσφαιρο και για το ότι πάντα σκεφτόταν ότι «θα ήθελα να γίνω νοσοκόμα».

Η 16χρονη Νάγια, από την πρωτεύουσα της Συρίας, τη Δαμασκό, βρίσκεται στο Βερολίνο εδώ και τρία χρόνια. «Δεν ήθελα να εγκαταλείψω την πατρίδα μου, τους φίλους μου, το δωμάτιό μου και σχεδόν όλα μου τα πράγματα», θυμάται η Νάγια, που λατρεύει τον χορό και έχει άγχος για τις εξετάσεις της.

Η 16χρονη Σατιγιούλ, προέρχεται από μια μογγολική οικογένεια νομάδων κτηνοτρόφων. Γράφει για τα πρωινά, που ξυπνά νωρίς για να βγάλει το κοπάδι για βοσκή, για τη χαρά του κυνηγιού με αετό και για τους στόχους της. «Στο μέλλον θα ήθελα να είμαι μεταφράστρια αγγλικών. Αυτό είναι το όνειρό μου».

Η 18χρονη Μαντίσα ζει στην πόλη ΚουαΜασού, κοντά στο Ντουρμπάν της Νοτίου Αφρικής, με τη μητέρα, την αδερφή, τις ανιψιές και τους ανιψιούς της.

Θέλει να αγοράσει ένα ωραίο σπίτι για τη μητέρα της όταν μεγαλώσει.

«Το μεγαλύτερό μου όνειρο είναι να γίνω δικηγόρος. Θέλω να είμαι ανεξάρτητη και αυτοδημιούργητη».

Η Νοτιοαφρικανή γράφει και για ένα άλλο κορίτσι που αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο επειδή έμεινε έγκυος, αν και αργότερα κατάφερε να επιστρέψει στην τάξη. Η Μαντίσα έχει εργαστεί ως μοντέλο, μια δουλειά που λατρεύει, και μια μέρα γράφει στο ημερολόγιό της ότι εξασκήθηκε στο σπίτι φορώντας τα τακούνια της.

Η εκπαίδευση είναι κεντρικό μέλημα, τόσο για τα κορίτσια που ζουν σε χώρες όπως η Σουηδία ή η Βρετανία και τη θεωρούν δεδομένη, όσο και για εκείνες που γνωρίζουν ότι η πρόσβασή τους σε αυτή προκύπτει μέσα από τις θυσίες των γονιών τους, όπως στην περίπτωση των κοριτσιών από την Ινδία.

Για την 19χρονη Ράκσα, η εκπαίδευση συνοδεύτηκε από μοναξιά, αφού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την επαρχία της Καμπότζης για να μεταβεί στην πρωτεύουσα, Πνομ Πεν, για να σπουδάσει. Από την πλευρά της, η Έμιλι, μια 19χρονη μητέρα από το Σάο Πάολο της Βραζιλίας αναφέρει: «Δεν έχω χρήματα για να πάω στο κολέγιο και να γίνω η γυναίκα που ονειρεύομαι, όμως έχω πίστη και αποφασιστικότητα».

Η αποφασιστικότητα είναι εμφανής σε πολλές καταχωρίσεις, παρά τους περιορισμούς που επιβάλλει στα κορίτσια ο τρόπος ζωής τους. Η 17χρονη Χαλιμά γράφει για τις φορές που έχασε από αγόρια σε σχολικούς διαγωνισμούς και μοιράζεται την αγωνία της για την κατάσταση των γυναικών στο Αφγανιστάν.

«Ελπίζω να γίνω αυτάρκης και να υπηρετήσω την πατρίδα μου μαζί με τα αδέρφια μου. Πόσο καιρό θα είμαστε θύματα μιας παραδοσιακής κοινωνίας; Οι γυναίκες δεν είναι μόνο για να μένουν στο σπίτι και να κάνουν τις δουλειές… έχουν την ικανότητα να εργαστούν και να γίνουν οικονομικά ανεξάρτητες».

Η Αχούτζα ήρθε σε επικοινωνία με τα κορίτσια μέσω φίλων τους, οργανισμών ανθρωπιστικής βοήθειας και των σχολείων στα οποία φοιτούν και συνέλεξε τις καταχωρίσεις τους το 2019, πριν το ξέσπασμα της πανδημίας.

«Αυτό το βιβλίο είναι μια αποτύπωση της ζωής πριν αλλάξουν όλα», εξηγεί στον Guardian.

Η Αχούτζα, που γεννήθηκε στην Ινδία και μετανάστευσε στις ΗΠΑ σε ηλικία 11 ετών, πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής της ηλικίας προσπαθώντας να εξηγήσει την προέλευσή της. «Είμαστε πραγματικά πολύ κακοί στο να καταλαβαίνουμε πώς μοιάζει η ζωή σε άλλα μέρη του κόσμου», τονίζει.

«Τα κορίτσια συχνά είναι αποδέκτες των διάφορων πολιτικών», συνεχίζει, «όμως σπανίως εμπλέκονται στη λήψη των αποφάσεων. Πόσα κορίτσια έχουν ζήσει περιόδους φτώχειας, πόσα κορίτσια αναγκάζονται να προσφέρουν οικιακή εργασία, πόσα κορίτσια έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν το σχολείο; Αυτά τα ξέρουμε, καθώς συνάγονται από τα στοιχεία, όμως οι άνθρωποι που παίρνουν τις αποφάσεις που οδηγούν σε αυτές τις καταστάσεις, είναι άνδρες σε θέσεις εξουσίας που δεν έχουν καμία σχέση με τις καθημερινότητες των γυναικών.

«Από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε – πρέπει να δώσουμε χώρο στα κορίτσια».

TAGS: Ημέρα της Γυναίκας

-