Η Έλενα Γκορολόβα ήταν μόλις 21 ετών, όταν γέννησε τον δεύτερο γιο της.

«Ο γιατρός μου είπε ότι έπρεπε να κάνω καισαρική τομή, επειδή αλλιώς τόσο η δική μου υγεία όσο και του μωρού θα κινδύνευαν», εξηγεί στον Guardian.

Στην αίθουσα τοκετού, μια νοσηλεύτρια της έδωσε να υπογράψει κάποια χαρτιά. «Πονούσα τόσο πολύ… Δεν ήμουν σε θέση να σκεφτώ τι υπογράφω», τονίζει η κοινωνική λειτουργός από την Τσεχία.

Χωρίς να το ξέρει, είχε συναινέσει στη στείρωσή της.

Μέχρι σήμερα, η τσεχική κυβέρνηση δεν έχει αναγνωρίσει επισήμως, ούτε έχει αποζημιώσει τις γυναίκες Ρομά, όπως η Γκορολόβα, για την ατζέντα ευγονικής της κυβέρνησης που εφαρμοζόταν από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 – και διακόπηκε επισήμως μόλις το 1993. Κανείς δεν γνωρίζει πόσες γυναίκες έπεσαν θύματα αυτής της πολιτικής. Το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα δικαιώματα των Ρομά αναφέρει ότι εκατοντάδες γυναίκες στειρώνονταν συστηματικά σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ενώ το τελευταίο γνωστό περιστατικό καταγράφηκε εξωφρενικά πρόσφατα: Μόλις το 2007.

Την Τετάρτη είναι προγραμματισμένη για την επόμενη συνεδρίαση του κοινοβουλίου μια συζήτηση για ένα νομοσχέδιο που θα επιτρέψει στα θύματα αναγκαστικής στείρωσης να αιτηθούν αποζημιώσεις. Ένα προγενέστερο νομοσχέδιο, του 2019, που πρότεινε αποζημίωση της τάξης των €12.000 περίπου, κατέληξε στον κάλαθο των αχρήστων.

Οι Ρομά είναι η μεγαλύτερη μειονότητα της Τσεχίας, με τον πληθυσμό τους να υπολογίζεται στα 250.000 άτομα.

Η Γκορολόβα συνειδητοποίησε ότι οι σάλπιγγες της είχαν απολινωθεί μόνο μετά το τέλος της διαδικασίας, όταν οι γιατροί την ενημέρωσαν για πρώτη φορά για το περιεχόμενο των εγγράφων που είχε υπογράψει. Έκλαψε όταν έμαθε ότι η επέμβαση ήταν μη αναστρέψιμη.

«Πάντα ήθελα να αποκτήσω ένα κοριτσάκι. Δεν καταλάβαινα τι σήμαινε η στείρωση. Δεν είχα ξανακούσει τίποτα για αυτό. Ένιωθα απαίσια και τιποτένια».

«Ο σύζυγός μου είχε θυμώσει πάρα πολύ με τους γιατρούς, αλλά και μαζί μου. Πίστευε ότι με κάποιο τρόπο το κανόνισα χωρίς να του το πω», θυμάται. «Οι εκτεταμένες οικογένειες με πολλά παιδιά είναι μια από τις σημαντικότερες αξίες στην κουλτούρα των Ρομά. Ντρεπόμουν και ένιωθα προδομένη από τους γιατρούς, στους οποίους είχα εμπιστευθεί την ίδια μου τη ζωή».

Το ζευγάρι χρειάστηκε πολλά χρόνια για να αποδεχθούν πλήρως αυτό που τους συνέβη. Προσπάθησαν να βρουν απαντήσεις στην τοπική τους υπηρεσία κοινωνικής πρόνοιας, όμως «οι υπάλληλοι που μας μίλησαν ήταν αγενείς και κανένας άλλος δεν ασχολήθηκε μαζί μας».

Το 2004, ανακάλυψε μια ομάδα γυναικών με πανομοιότυπες ιστορίες.

«Αισθάνθηκα πολύ καλύτερα όταν έμαθα ότι δεν ήμουν μόνη μου σε αυτόν τον αγώνα, και απέκτησα κίνητρο για να παλέψω σκληρότερα», σημειώνει.

Όμως παρά τις συνεχείς διεθνείς πιέσεις, λίγα είναι τα μέτρα που έχουν ληφθεί για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Ο ΟΗΕ έχει καταδικάσει την απραγία της τσεχικής κυβέρνησης, ενώ το ίδιο έχει κάνει και η Ευρωπαϊκή επιτροπή κατά του ρατσισμού και των αποκλεισμών. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, σε αυτή τη λίστα προστέθηκε και η Ντούνια Μιγιάτοβιτς, η επίτροπος ανθρωπίνων δικαιωμάτων της ΕΕ, που παρότρυνε τη χώρα να εισάγει νομοθεσία υποστήριξης των γυναικών που έχουν πληγεί από την αποτρόπαια πρακτική.

«Η τσεχική κυβέρνηση είναι 100% υπεύθυνη, καθώς διευκόλυνε την αδειοδότηση των γιατρών που στείρωναν γυναίκες παρά τη θέλησή τους», σημειώνει η Γκουέντολιν Άλμπερτ, μια Αμερικανίδα ακτιβίστρια και συγγραφέας, μιλώντας στον Guardian.

«Η απόπειρα γενοκτονίας των Ρομά δεν συνέβαινε μόνο με αυτό τον τρόπο», προσθέτει. Κοινωνικοί λειτουργοί υπόσχονταν σε γυναίκες χρηματικά αντίτιμα, ενώ απειλούσαν άλλες ότι αν δεν συμμορφωθούν, η πρόνοια θα πάρει τα παιδιά τους.

Άλλες, όπως η Γκορολόβα, ενημερώνονταν για αυτό που τους συνέβη μόνο όταν ήταν πολύ αργά. «Συχνά τους περιέγραφαν τα στείρωση ως μια μορφή αντισύλληψης. Μια γυναίκα με την οποία μίλησα, κατάλαβε τι της είχε συμβεί μόνο αφού είχαν περάσει πρώτα επτά χρόνια. Νόμιζε ότι της είχαν κάνει καισαρική τομή και της είχαν τοποθετήσει σπιράλ», εξηγεί η Άλμπερτ.

«Η Τσεχία δεν διαθέτει επίσημα αρχεία των θυμάτων, επειδή ποτέ δεν αναγνώρισε ότι η πρακτική αποτελούσε πρόβλημα».

Η αναγκαστική στείρωση ήταν μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού αφηγήματος «διάκρισης, αποκλεισμού και εξόντωσης» του πληθυσμού των Ρομά.

«Ο συστημικός ρατσισμός εντός του εκπαιδευτικού συστήματος, των προγραμμάτων στέγασης και της αγοράς εργασίας, εξακολουθεί να πλήττει τον πληθυσμό των Ρομά και ελάχιστη είναι η πολιτική θέληση για αλλαγή αυτής της εικόνας», τονίζει η Άλμπερτ στον Guardian.

Κάθε προσπάθεια καταπολέμησης του ρατσισμού έχει υποβαθμιστεί μέσω υποτιμητικών σχολίων εκ μέρους πολιτικών. Ανάμεσά τους ακόμη και ο Τσέχος υπερασπιστής δικαιωμάτων, Στανισλάβ Κρέτσεκ, που έχει δηλώσει ότι η κοινότητα των Ρομά είναι υπεύθυνη για τις διακρίσεις που υφίσταται.

Όμως η Γκορολόβα και η Άλμπερτ παλεύουν «μέχρι να φτάσουν τον στόχο τους».

«Πολλές γυναίκες τα έχουν παρατήσει και πολλές έχουν πεθάνει εξαιτίας ιατρικών επιπλοκών. Οι οικογένειές τους δικαιούνται αποζημίωση και το ίδιο ισχύει και για εμάς», υποστηρίζει η Γκορολόβα. «Αυτό που μας συνέβη δεν αντιστρέφεται, όμως το κράτος οφείλει να δώσει ένα τέλος σε αυτή την περίοδο».

TAGS: αναγκαστική στείρωσηρόματσεχία

-