Η απειλή χαρακτηρίστηκε «υπαρξιακή». Τροφοδοτεί τις διασπαστικές τάσεις. Καταστρέφει την εθνική ενότητα. Επιτίθεται στην πνευματική και πολιτιστική κληρονομιά της Γαλλίας.

Ποια είναι αυτή η απειλή; «Ορισμένες θεωρίες της κοινωνικής επιστήμης που έχουν εισαχθεί από τις ΗΠΑ», δήλωσε ο γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν.

Γάλλοι πολιτικοί, διακεκριμένοι διανοούμενοι και δημοσιογράφοι προειδοποιούν ότι οι προοδευτικές αμερικανικές ιδέες – ιδίως εκείνες που σχετίζονται με ζητήματα φυλής και φύλου ή εντάσσονται στις θεωρίες των μετα-αποικιοκρατικών σπουδών – υπονομεύουν την κοινωνία τους. «Πρέπει να πολεμήσουμε ενάντια σε ένα φάσμα διανοητών από τα αμερικανικά πανεπιστήμια», προειδοποίησε ο υπουργός παιδείας του Μακρόν.

Με την ενθάρρυνση που τους προσέφεραν αυτά τα σχόλια, επιφανείς διανοούμενοι έχουν ενωθεί απέναντι σε αυτό που αντιμετωπίζουν ως «μόλυνση» των ανεξέλεγκτων «αφυπνισμένων» αριστερών πανεπιστημίων και της λεγόμενης «cancel culture», δηλαδή της προσπάθειας για απομάκρυνση από τον δημόσιο λόγο εκείνων που υιοθετούν ρητορικές μίσους.

Απέναντί τους βρίσκουν μια νεότερης ηλικίας και μεγαλύτερης διαφορετικότητας ομάδα, που αντιμετωπίζει αυτές τις «επικίνδυνες» θεωρίες ως εργαλεία κατανόησης των τυφλών σημείων στο εσωτερικό μιας κοινωνίας που περιλαμβάνει όλο και περισσότερη διαφορετικότητα και παρόλα αυτά εξακολουθεί να «κλωτσάει» σε κάθε αναφορά στη φυλή, ενώ αρνείται πεισματικά να αναμετρηθεί με το αποικιοκρατικό παρελθόν της και αδιαφορεί για τις αγωνίες των μειονοτήτων, χαρακτηρίζοντάς τες υποτιμητικά «πολιτική της ταυτότητας».

Οι διαφωνίες αυτές υπό φυσιολογικές συνθήκες θα είχαν περάσει σχετικά αδιάφορες, όμως τώρα καταλαμβάνουν πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και κεντρικά ρεπορτάζ των δελτίων ειδήσεων. Ο νέος διευθυντής της όπερας του Παρισιού δήλωσε τη Δευτέρα ότι επιθυμεί να δει μεγαλύτερη διαφορετικότητα στο προσωπικό του και να απαγορεύσει το «blackface», δηλαδή τους λευκούς που υποδύονται επί σκηνής τους μαύρους χρησιμοποιώντας make-up. Για τις δηλώσεις του αυτές, δέχτηκε την επίθεση της ακροδεξιάς ηγέτιδας Μαρίν Λεπέν αλλά και της Le Monde, με αφορμή το γεγονός ότι παρόλο που ο ίδιος είναι Γερμανός, έχει εργαστεί στο Τορόντο και έτσι έχει «βυθιστεί στην αμερικανική κουλτούρα επί 10 χρόνια».

Στη διάρκεια του μήνα, η δημοσίευση ενός βιβλίου που επέκρινε τις φυλετικές σπουδές, από δυο βετεράνους των κοινωνικών επιστημών, τον Στεφάν Μποντ και τον Ζεράρντ Νουαριέλ προκάλεσε τις επικρίσεις νεότερων ερευνητών – και έλαβε τεράστια δημοσιότητα.

Ο Νουαρέλ δήλωσε ότι η φυλή έχει μετατραπεί σε «μπουλντόζα» που ισοπεδώνει τα υπόλοιπα υποκείμενα, προσθέτοντας, μέσω e-mail, ότι η ακαδημαϊκή έρευνα γύρω από τη φυλή στη Γαλλία είναι αμφισβητήσιμη καθώς ο όρος «φυλή» δεν αναγνωρίζεται από την κυβέρνηση, με αποτέλεσμα οι επιστήμονες να στηρίζονται σε «υποκειμενικά δεδομένα».

Το παθιασμένο γαλλικό debate με μήλον της έριδος μερικά επιστημονικά πεδία των πανεπιστημίων των ΗΠΑ μπορεί να ξαφνιάσει εκείνους που έχουν παρακολουθήσει τη μείωση της αμερικανικής επιρροής σε πολλές γωνιές του πλανήτη στη διάρκεια των τελευταίων ετών. Από ορισμένες απόψεις, πρόκειται για μια ψευδο-διαμάχη που κάτω από την επιφάνειά της κρύβει ορισμένα από τα πιο εύφλεκτα ζητήματα που φωλιάζουν στο εσωτερικό της γαλλικής κοινωνίας, όπως εκείνα της εθνικής ταυτότητας και του τρόπου κατανομής της εξουσίας. Σε ένα κράτος στο οποίο οι διανοούμενοι εξακολουθούν να κατέχουν ισχυρή θέση, είναι πολλά αυτά που διακυβεύονται στο συγκεκριμένο debate.

Η διαμάχη ξεκίνησε από το εσωτερικό των γαλλικών πανεπιστημίων, για να περάσει λίγο αργότερα στα ΜΜΕ. Οι πολιτικοί συμμετέχουν όλο και περισσότερο σε αυτή, ιδιαιτέρως τον τελευταίο καιρό, μετά από μια εξαιρετικά ταραχώδη χρονιά για τη Γαλλία, στη διάρκεια της οποίας μια σειρά από ζητήματα αμφισβήτησαν τα ίδια τα θεμέλια της γαλλικής κοινωνίας.

Μαζικές διαδηλώσεις στη Γαλλία κατά της αστυνομικής βίας, στον απόηχο της δολοφονίας Φλόιντ, έθεσαν υπό αμφισβήτηση την επίσημη άρνηση για αναγνώριση του ρόλου της φυλής αλλά και του συστημικού ρατσισμού. Μια γενιά φεμινιστριών ξεκίνησαν το δικό τους #MeToo και ήρθαν σε σύγκρουση τόσο με την ανδρική εξουσία, όσο και με φεμινίστριες πρότερων γενιών και παλαιότερων θεωρητικών ρευμάτων. Η εκτεταμένη καταστολή που ακολούθησε μια σειρά από ισλαμιστικές τρομοκρατικές επιθέσεις έγειρε ερωτήματα για το μοντέλο κοσμικού κράτους που εφαρμόζει η Γαλλία και την ενσωμάτωση των μεταναστών που προέρχονται από τις πρώην αποικίες της.

Ορισμένοι διαπίστωσαν ότι οι αμερικανικές πολιτικές ταυτοτήτων και οι θεωρίες των κοινωνικών επιστημών είναι δημοφιλείς στο εσωτερικό της χώρας. Κάποιο κεντροδεξιοί πολιτικοί άσκησαν πιέσεις για κοινοβουλευτική διερεύνηση της «υπερβολικής ιδεολογίας» στα πανεπιστήμια, ενώ στοχοποίησαν τους «ένοχους» πανεπιστημιακούς μέσω Twitter.

Ο ίδιος ο Μακρόν, που στο παρελθόν είχε επιδείξει μηδαμινό ενδιαφέρον για τέτοια ζητήματα, αλλά τώρα προσπαθεί να συσπειρώσει τη δεξιά βάση του ενόψει των εκλογών του ερχόμενου έτους, πήρε θέση γύρω από το ζήτημα τον Ιούνιο, κατηγορώντας τα πανεπιστήμια για ενθάρρυνση της «φυλετικοποίησης κοινωνικών ζητημάτων», που αντιστοιχεί σε «εθνικό διχασμό».

«Ξαφνιάστηκα ευχάριστα», δήλωσε στους Times της Νέας Υόρκης η Νάταλι Χάινιχ, κοινωνιολόγος που τον περασμένο μήνα συμμετείχε στη δημιουργία ενός οργανισμού εναντίον «της από-αποικιοποίησης και των πολιτικών των ταυτοτήτων». Στην οργάνωση συμμετέχουν καταξιωμένες μορφές, που σε πολλές περιπτώσεις έχουν πλέον συνταξιοδοτηθεί.

Για την Χάινιχ, οι εξελίξεις της περσινής χρονιάς έφτασαν μετά την επέλαση του ακτιβισμού που μετέφερε στη Γαλλία ξένες διαφωνίες για την πολιτισμική οικειοποίηση και το blackface. Στη Σορβόννη, ακτιβιστές απαγόρευσαν την πραγματοποίηση θεατρικής παράστασης, στηριγμένης σε έργο του Αισχύλου, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τη χρήση μασκών και σκούρου μακιγιάζ από λευκούς ηθοποιούς. Σε άλλα πανεπιστήμια, διάσημοι ομιλητές είδαν τις ομιλίες τους να ακυρώνονται μετά από αντιδράσεις των φοιτητών.

«Ήταν μια σειρά από περιστατικά που ήταν εξαιρετικά τραυματικά για την κοινότητά μας και που όλα τους εντάσσονται στη λεγόμενη cancel culture», εξήγησε στους Times η Χάινιχ.

Όμως δεν συμφωνούν όλοι μαζί της. Η άλλη πλευρά υποστηρίζει ότι οι μανιασμένες αντιδράσεις κατά της αμερικανικής επιρροής αποκάλυψε και κάτι ακόμη: Ένα γαλλικό κατεστημένο ανίκανο να αντιμετωπίσει έναν πλανήτη σε αναταραχή, ιδιαιτέρως σε μια περίοδο κατά την οποία η κακή διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση καθιστά ακόμη πιο έντονη την αίσθηση πως η Γαλλία είναι μια πρώην μεγάλη δύναμη σε παρακμή.

«Είναι δείγμα μιας μικρής, τρομαγμένης δημοκρατίας σε παρακμή, που υιοθετεί επαρχιώτικες λογικές, αλλά που στο παρελθόν και μέχρι και σήμερα πιστεύει στην οικουμενική αποστολή της, με αποτέλεσμα να αναζητά υπαίτιους για την παρακμή της», δήλωσε ο Φρανσουά Κουσέ, ειδικός του αμερικανικού πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο «Ναντέρ» του Παρισιού.

Η Γαλλία έχει οικοδομήσει την εθνική της ταυτότητα στη βάση της κοινής κουλτούρας, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και κεντρικών αξιών όπως η ισότητα και η ελευθερία, απορρίπτοντας τη διαφορετικότητα και την πολυπολιτισμικότητα. Η Γαλλία συχνά αντιμετωπίζει τις ΗΠΑ ως μια διασπασμένη κοινωνία που βρίσκεται σε πόλεμο με τον εαυτό της.

Όμως πολλοί από τους κορυφαίους στοχαστές που διατύπωσαν θεωρίες για το φύλο, τη φυλή, την αποικιοκρατία και την queer ταυτότητα όχι απλώς δεν είναι Αμερικανοί, αλλά μάλιστα είναι Γάλλοι – αλλά και Ευρωπαίοι εν γένει, Νοτιοαμερικανοί, Αφρικανοί και Ινδοί, τονίζει στους Times η Αν Γκαρετά, μια γαλλίδα συγγραφέας που διδάσκει λογοτεχνία σε πανεπιστήμια της Γαλλίας και στο Πανεπιστήμιο «Ντιουκ».

«Είναι ένας ολόκληρος κόσμος ιδεών που κυκλοφορούν στον πλανήτη», εξηγεί. «Απλώς συμβαίνει τα πανεπιστήμια που είναι τα πλέον κοσμοπολίτικα και παγκοσμιοποιημένα στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή να βρίσκονται στις ΗΠΑ».

Το γαλλικό κράτος δεν συγκεντρώνει δεδομένα που να σχετίζονται με τη φυλή, πράγμα που μάλιστα είναι παράνομο, και το οποίο περιγράφεται από τη νομοθεσία ως μέρος της δέσμευσης της χώρας στην οικουμενικότητα και τη μεταχείριση όλων των πολιτών ως ισότιμων απέναντι στο νόμο. Για πολλούς ερευνητές που ασχολούνται με το θέμα της φυλής, ωστόσο, η απροθυμία αυτή εντάσσεται σε μια ιστορία άρνησης του απολύτως πραγματικού ρατσισμού στη Γαλλία, αλλά και για το παρελθόν της χώρας που έχει σημαδευτεί από το δουλεμπόριο και τον ρατσισμό.

«Τι είναι πιο γαλλικό από το ζήτημα της φυλής σε μια χώρα που έχει χτιστεί στη βάση αυτών των ερωτημάτων;», αναρωτιέται η Μαμ-Φατού Νιάνγκ που ζει μεταξύ Γαλλίας και ΗΠΑ, όπου διδάσκει γαλλικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο «Κάρνεγκι Μέλον».

Η Νιανγκ έχει υπάρξει και επικεφαλής μιας εκστρατείας για την αφαίρεση μιας τοιχογραφίας από το γαλλικό κοινοβούλιο, στην οποία απεικονίζονται δυο μαύρες φιγούρες με μεγάλα κόκκινα χείλη και πεταχτά μάτια. Οι απόψεις της για τη φυλή, τις οποίες έχει διατυπώσει δημόσια σε πολλές περιπτώσεις, την έχουν θέσει στο στόχαστρο των κοινωνικών δικτύων, ενώ έχει δεχθεί και επιθέσεις από τους βουλευτές που ασκούσαν πιέσεις για διερεύνηση των «ιδεολογικών υπερβολών» στα πανεπιστήμια.

Ο Παπ Ντιαϊέ, ένας ιστορικός που έχει ηγηθεί των προσπαθειών ένταξης των φυλετικών σπουδών στη Γαλλία, δήλωσε ότι δεν είναι τυχαίο που το κύμα αντιαμερικανικής ρητορικής άρχισε να αποκτά μεγαλύτερη ορμή ακριβώς τη στιγμή που ξέσπασαν οι πρώτες διαδηλώσεις κατά του ρατσισμού και της αστυνομικής βίας πέρσι τον Ιούνιο.

«Άρχισαν να σκέφτονται ότι μιλάμε πάρα πολύ για το φυλετικό ζήτημα στη Γαλλία», υποστηρίζει στους Times.

Οι ισλαμιστικές επιθέσεις του περασμένου φθινοπώρου λειτούργησαν ως υπενθύμιση του γεγονότος ότι η τρομοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο για την Γαλλία. Επιπλέον έστρεψαν τη συζήτηση σε μια άλλη «καυτή πατάτα» της ακαδημαϊκής έρευνας: Εκείνη της ισλαμοφοβίας, δηλαδή της εχθρότητας των Γάλλων απέναντι στο Ισλάμ, που είναι ριζωμένη στην εμπειρία της αποικιοκρατίας στον ισλαμικό κόσμο και η οποία εξακολουθεί να επηρεάζει τις ζωές των γάλλων μουσουλμάνων.

Ο Αμπντελαλκί Χαϊτζάτ, ειδικός σε ζητήματα ισλαμοφοβίας. αναφέρει στους Times ότι από το 2015 και έπειτα γίνεται όλο και πιο δύσκολη η έρευνα γύρω από το ερευνητικό του ενδιαφέρον, εξαιτίας των τρομοκρατικών επιθέσεων στο Παρίσι. Η κρατική χρηματοδότηση για σχετικές έρευνες διακόπηκε. Οι ερευνητές που ασχολούνταν με το ζήτημα αντιμετωπίστηκαν ως απολογητές των Ισλαμιστών ή ακόμη και ως τρομοκράτες.

Κρίνοντας την ατμόσφαιρα που επικρατούσε ως υπερβολικά καταπιεστική, ο Χαϊτζάτ εγκατέλειψε τη χώρα δυο χρόνια αργότερα και πλέον διδάσκει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών, στο Βέλγιο, όπου όπως λέει επικρατεί μεγαλύτερη ακαδημαϊκή ελευθερία.

«Μόνο στη Γαλλία απορρίπτεται τόσο βίαια το ζήτημα της Ισλαμοφοβίας», υποστήριξε μιλώντας στους Times.

Ο υπουργός παιδείας του Μακρόν, Ζαν-Μισέλ Μπλανκέρ, κατηγόρησε τα πανεπιστήμια ότι γίνονται συνένοχοι των τρομοκρατών και τους παρέχουν θεωρητική νομιμοποίηση για τις πράξεις τους.

Μια ομάδα 100 επιφανών ερευνητών έγραψε ανοιχτή επιστολή υποστηρίζοντας τον υπουργό και καταγγέλλοντας τις θεωρίες που «μεταφέρθηκαν από τις πανεπιστημιουπόλεις της Βόρειας Αμερικής», η οποία δημοσιεύθηκε στη Le Monde.

Ένας από τους υπογράφοντες, ο Ζιλ Κεπέλ, ειδικός του Ισλάμ, δήλωσε ότι η αμερικανική επιρροή έχει οδηγήσει «σε ένα είδος απαγόρευσης στα πανεπιστήμια του στοχασμού επάνω στο φαινόμενο του Ισλάμ, στο όνομα μιας αριστερής ιδεολογίας που την αντιμετωπίζει ως θρησκεία των καταπιεσμένων».

Εκτός από την ισλαμοφοβία, είναι και το «απολύτως τεχνητά εισαχθέν» στη Γαλλία «αμερικανικού τύπου ζήτημα της φυλής», μέσω του οπίου ορισμένοι επιχειρούν να δημιουργήσουν την ψευδή εικόνα ότι η Γαλλία είναι ένοχη «συστημικού ρατσισμού» και «λευκής ανωτερότητας», δήλωσε στους Times ο Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, ιστορικός και κορυφαίος επικριτής της «αμερικανικής επιρροής».

Ο Ταγκιέφ έγραψε σε e-mail του ότι οι ερευνητές που ασχολούνται με την φυλή, την ισλαμοφοβία και τις μετα-αποικιοκρατικές σπουδές έχουν ως κίνητρο «το μίσος τους για τη Δύση και τον λευκό πολιτισμό».

«Η κοινή ατζέντα αυτών των εχθρών του ευρωπαϊκού πολιτισμού μπορεί να συνοψιστεί σε τρεις πυλώνες: από-αποικιοποίηση, κατάργηση της αρρενωπότητας και κατάργηση του ευρωπαϊκού χαρακτήρα», ισχυρίζεται ο Ταγκιέφ. «Οι λευκοί straight άνδρες. Αυτός είναι ο ένοχος που καταδικάζουν και ο εχθρός που θέλουν να εξαλείψουν».

Πίσω από τις επιθέσεις στα αμερικανικά πανεπιστήμια, των οποίων ηγούνται ηλικιωμένοι λευκοί άνδρες διανοούμενοι, κρύβονται οι εντάσεις μιας κοινωνίας στην οποία η εξουσία αμφισβητείται, υποστηρίζει ο Έρικ Φασίν, κοινωνιολόγος και ένας από τους πρώτους ερευνητές που ασχολήθηκαν με το ζήτημα της φυλής και του ρατσισμού στη Γαλλία, πριν από μόλις 15 χρόνια.

Τότε, οι ερευνητές του συγκεκριμένου επιστημονικού πεδίου ήταν συνήθως λευκοί όπως κι εκείνος, εξηγεί στους Times. Αναφέρει ότι τον έχουν αποκαλέσει πολλές φορές «προδότη», ενώ έχει δεχθεί ακόμη και απειλές. Η τελευταία προήλθε από έναν ακροδεξιό εξτρεμιστή, ο οποίος τιμωρήθηκε με τέσσερις μήνες κάθειρξη με αναστολή επειδή απείλησε ότι θα τον αποκεφαλίσει.

Όμως η παρουσία νέων ερευνητών, ορισμένοι εκ των οποίων είναι και οι ίδιοι μαύροι ή μουσουλμάνοι, οδήγησε στην επίθεση που ο Φασίν αποκαλεί «το αμερικανικό σκιάχτρο».

«Αυτό έφερε τα πάνω κάτω», τονίζει. «Το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο το αντικείμενο για το οποίο μιλάμε, αλλά και τα υποκείμενα που μιλούν».

TAGS: γαλλία

-