Log in

H Eurobank και τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο (ΙI)

H Eurobank και τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο (ΙI)

Τα τραπεζικά-χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως π.χ. η Eurobank, γνωρίζοντας, όλους τους κρίσιμους παράγοντες για την διαμόρφωση των ισοτιμιών έχοντας στην διάθεση τους ειδικές αναλύσεις και εργαλεία και επιστημονικής ανάλυσης και διαχείρισης ρίσκου (risk management) επιλέγουν μεταξύ άλλων, τις νομισματικές ισοτιμίες, στις οποίες μπορούν να επενδύσουν, ώστε να έχουν αντίστοιχα κέρδη.

Για να μην επενδύσουν όμως, οι ίδιες τα χρήματα αυτά, επιλέγουν τους πελάτες τους – δανειολήπτες, ως επενδυτές, στους οποίους μεταφέρουν το μεγαλύτερο ρίσκο της τυχόν κακής και εσφαλμένης πρόβλεψης για την πορεία των νομισματικών ισοτιμιών. Μάλιστα, οι Τράπεζες στην περίπτωση δυσμενούς μεταβολής της νομισματικής ισοτιμίας σε βάρος του εγχώριου νομίσματος , ευρώ, λαμβάνουν αυξημένα μέτρα κάλυψης του χρηματοοικονομικού κινδύνου, τέτοιες σημαντικές προστασίες, που αντίστοιχα δεν παρέχονται στον καταναλωτή – δανειολήπτη, ως ειδικότερα αναφέρθηκε ανωτέρω .

Είναι  εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι, λόγω ακριβώς της έκτασης που έλαβε η υπερχρέωση των συναλλασσομένων πολιτών – καταναλωτών όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σ’ ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αντιλαμβανόμενη τους εμπεριεχόμενους στην ανωτέρω πρακτική των τραπεζικών ιδρυμάτων κινδύνους για τους δανειολήπτες αυτών και λαμβάνοντας υπόψη της με ρητή μάλιστα αναφορά στο ότι «…σε ορισμένα κράτη μέλη η υπερβολική χορήγηση καταναλωτικών δανείων συνέβαλε στην οικονομική κρίση…» και ότι «…ο υπερβολικός δανεισμός σε ξένο νόμισμα στους καταναλωτές αύξησε τον κίνδυνο και τις ζημίες των νοικοκυριών ..» , με την από 08.06.2012 Γνωμοδότησή της που αφορά την εφαρμογή της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης ( συντάκτης TheodorDumitruStolojan ) ( 2012/2037(ΙΝΙ) ), καλεί την αρμόδια προς τούτο Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών, να συμπεριλάβει σε σχετική πρόταση ψηφίσματος τα ειδικότερα αναφερόμενα στην από 21.09.2011 Σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου σχετικά με το δανεισμό σε ξένο νόμισμα (ΕΣΣΚ/2011/1) και δημοσιεύθηκε στη Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ ( 2011/C 342-01) και ειδικότερα να ζητήσει α) από τις εποπτικές αρχές του εκάστοτε κράτους - μέλους να υποχρεώνουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους καταναλωτές εξατομικευμένες, πλήρεις και εύκολα κατανοητές πληροφορίες για τους κινδύνους που ενέχει ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα και για τις επιπτώσεις στις δόσεις σε περίπτωση σημαντικής υποτίμησης του νόμιμου νομίσματος, β) να υποχρεωθούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αφού λάβουν υπόψη την οικονομική κατάσταση των καταναλωτών, να τους προειδοποιούν οσάκις μία σύμβαση πίστωσης ενδέχεται να ενέχει γι’ αυτούς συγκεκριμένους κινδύνους και, τέλος, γ) αφενός να υποχρεωθούν τα κράτη μέλη να απαιτήσουν από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιτρέπουν στους καταναλωτές να μετατρέπουν το δάνειο σε εναλλακτικό νόμισμα, σύμφωνα με διαφανή μέθοδο που θα κοινοποιείται στον καταναλωτή κατά την προσυμβατική ενημέρωση και, αφετέρου, να παρέχουν στον καταναλωτή, όπου κρίνεται σκόπιμο, «…μηχανισμό κάλυψης ξένου συναλλάγματος σε λογικό κόστος, προκειμένου να περιορίζουν τον κίνδυνο δυσμενών διακυμάνσεων των νομισμάτων στις εξοφλήσεις…».

Εξάλλου στην πρόσφατη οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του  Συμβουλίου  της 4ης Φεβρουαρίου 2014  (η  οποία  θα  έχει  ισχύ  για  τις  συμβάσεις  που  θα  συνάπτονται  από  21-3-2016 ,  σύμφωνα  με  ρητή  μεταβατική  διάταξη)  έγινε  ρητή και ειδική πρόβλεψη  για  την  δανειοδότηση  σε  συνάλλαγμα.  Στην  εν  λόγω  οδηγία,  αφού  επιβεβαιώνεται  ότι, « ………….. μια σειρά προβλημάτων εντοπίστηκαν στις αγορές ενυπόθηκης πίστης εντός της Ένωσης τα οποία οφείλονται στις ανεύθυνες πρακτικές χορήγησης και λήψης δανείων και στα περιθώρια ανεύθυνης συμπεριφοράς εκ μέρους συμμετεχόντων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των μεσιτών πιστώσεων και των μη πιστωτικών ιδρυμάτων. Ορισμένα προβλήματα αφορούσαν πιστώσεις εκφρασμένες σε ξένο νόμισμα, τις οποίες είχαν συνάψει οι καταναλωτές στο υπόψη νόμισμα, προκειμένου να επωφεληθούν από το χρεωστικό επιτόκιο που προσφερόταν, αλλά χωρίς να έχουν επαρκή ενημέρωση σχετικά ή επίγνωση του συναλλαγματικού κινδύνου που διέτρεχαν..........», προκειμένου να προστατευθεί ο  καταναλωτής  , προβλέφθηκαν, ότι  σχετικές  υποχρεώσεις  των  κρατών  μελών  ως  προς  την  εναρμόνιση  της  νομοθεσίας  τους,  όπου  μεταξύ άλλων  προβλέπεται ότι  «.........  Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όταν μια σύμβαση πίστωσης αφορά δάνειο σε ξένο νόμισμα, τη στιγμή που συνάπτεται η σύμβαση να υπάρχει το κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο ώστε να διασφαλίζεται τουλάχιστον ότι:  α. .......... β. υπάρχουν άλλες ρυθμίσεις που περιορίζουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο είναι εκτεθειμένος ο καταναλωτής βάσει της σύμβασης πίστωσης . Ηδη την 24 – 5- 2016 ολοκληρώθηκε η διαδικασία  διαβούλευσης για την ενσωμάτωση της εν λόγω οδηγίας στο Εθνικό μας Δίκαιο και αναμένεται το νομοθέτημα.

Επιπρόσθετα,  την  30-4-2014  το  Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής  Ένωσης (Λουξεμβούργο, 30 Απριλίου 2014), αποφάνθηκε, τελικά, για την υπόθεση  C-26/13 Árpád Kásler  και  Hanjanlka  Káslerné Rábai κατά ΟΤΡ  Jelzálogbank Zrt, που  αφορούσε  (Ούγγρους) δανειολήπτες, οι οποίοι στα  εθνικά  Δικαστήρια της Ουγγαρίας  είχαν  δικαιωθεί  και  αναγνωρίστηκε  να αποπληρώνουν το στεγαστικό δάνειο που είχαν λάβει σε ελβετικό φράγκο, με βάση την ισοτιμία εκταμίευσης και όχι την τρέχουσα της καταβολής των δόσεων.

Ειδικότερα, το  Δικαστήριο  ερμηνεύοντας το άρθρο 4 παρ.2 και  το άρθρο 6 παρ. 1 , της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου , της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έκρινε ότι:

1)    Η συμβατική ρήτρα που προέβλεπε, προς το σκοπό αποδόσεως του δανείου, την εφαρμογή συναλλαγματικής ισοτιμίας διαφορετικής από εκείνη που εφαρμόσθηκε κατά το χρόνο χορηγήσεως του δανείου και η οικονομική επιβάρυνση  με τον τρόπο αυτό του οφειλέτη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αμοιβή οφειλόμενη ως αντάλλαγμα υπηρεσίας από το δανειστή. Για το λόγο αυτό η εξέταση του καταχρηστικού χαρακτήρα της επίδικης συμβάσεως επιτρέπεται , λαμβανομένης υπόψη της φύσεως, της όλης οικονομίας και των ρητρών της συμβάσεως, καθώς και του νομικού και πραγματικού πλαισίου της. Κατ αυτό τον τρόπο το ΔΕΕ αποφαίνεται ότι η ρήτρα που καθορίζει απλώς την τιμή μετατροπής του ξένου νομίσματος προς το σκοπό υπολογισμού των δόσεων αποπληρωμής του δανείου μπορεί να ελεγχθεί , ως προς την καταχρηστικότητα του διότι δεν ανήκει  στην κατηγορία των όρων που εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 4 §2 της ως άνω οδηγίας, διότι  δεν προσδιορίζει  την σχέση ποιότητας / τιμής  του προμηθευόμενου αγαθού . 

2)    Η ρήτρα που ορίζει το «κύριο αντικείμενο» της   σύμβασης  δεν ελέγχεται ως προς την καταχρηστικότητά της, μόνο αν είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη,  διευκρινίζοντας  ότι  αυτό  σημαίνει ότι  όχι μόνο ότι οι ρήτρες πρέπει να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική άποψη, αλλά επιπλέον ότι πρέπει να είναι σαφείς και κατανοητοί για τον εν λόγω καταναλωτή οι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην εισαγωγή της συμβατικής ρήτρας στη σύμβαση καθώς και η σχέση της με τις υπόλοιπες συμβατικές ρήτρες. Τονίζεται ότι η απαίτηση περί διαφάνειας των συμβατικών ρητρών που επιβάλλει η οδηγία 93/13 δεν μπορεί να αφορά απλώς και μόνον τον κατανοητό τους χαρακτήρα από τυπική και γραμματική άποψη. Αντιθέτως, δεδομένου ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε υποδεέστερη κατάσταση έναντι του επαγγελματία, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το επίπεδο πληροφορήσεως, η απαίτηση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς και ως  εκ  τούτων  καταλήγει  ότι  η σύμβαση πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο διαφανή την ακριβή λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος που προβλέπει η σχετική αυτή ρήτρα καθώς και τη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μηχανισμού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει  βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται γι αυτόν, δηλαδή να έχει πληροφορηθεί πλήρως για τον συναλλαγματικό κίνδυνο, τον οποίο αναλάμβανε με τη σύμβαση δανειοδότησης, το ύψος των δόσεων, την  επιβάρυνση  του  από την μετατροπή  του  ποσού  της  δόσης,  κ.λ.π. Επιπρόσθετα  τονίζεται  και  ότι  η  πληροφόρηση, πριν τη σύναψη της συμβάσεως, σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειες της εν λόγω συνάψεως, είναι ουσιώδους σημασίας για τους καταναλωτές. Βάσει ιδίως της πληροφορήσεως αυτής ο καταναλωτής αποφασίζει αν επιθυμεί να δεσμεύεται από τους όρους που έχει διατυπώσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας. Τονίζεται ότι λόγω  των ιδιαιτεροτήτων του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η διαφήμιση και η πληροφόρηση που παρέχει ο δανειστής στο πλαίσιο της διαπραγματεύσεως συμβάσεως δανείου, η  πληροφόρηση  θα  πρέπει  να  είναι  ενδελεχής,  επαρκής  και  εξειδικευμένη  ώστε  ο μέσος καταναλωτής, να  μπορούσε όχι μόνο να πληροφορηθεί την ύπαρξη της διαφοράς, η οποία παρατηρείται γενικώς στην αγορά των κινητών αξιών, αλλά και να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες, εν δυνάμει σημαντικές, που θα συνεπαγόταν γι’ αυτόν η εφαρμογή της συναλλαγματικής ισοτιμίας πώλησης για τον υπολογισμό των δόσεων των οποίων θα είναι ο τελικός υπόχρεος και, ως εκ τούτου, το συνολικό ύψους του δανείου του.

3)Σε περίπτωση, τέλος, κατά την οποία σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ επαγγελματία (τράπεζας, κ.λ.π.) και καταναλωτή, δεν μπορεί να εξακολουθήσει να υπάρχει μετά την κατάργηση της καταχρηστικής ρήτρας, η κοινοτική οδηγία επιτρέπει την αντικατάσταση της  καταχρηστικής ρήτρας εφόσον εθνική διάταξη ενδοτικού δικαίου  το  επιτρέπει,  διότι  κατ  αυτό  τον  τρόπο  οι καταναλωτές προστατεύονται, μέσω εθνικών διατάξεων (αυστηρότερων, ενδεχομένως,  από τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ,) επέρχεται ισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση και το σημαντικότερο όλων δεν επέρχεται ακυρότητα στο σύνολο αυτής και ο καταναλωτής δεν καλείται να καταβάλει το σύνολο του οφειλόμενου  ποσού   του δανείου, το οποίο έτσι θα ήταν απαιτητό, με επαχθέστατες συνέπειες, γι’ αυτόν.

Με λίγα λόγια το Ευρωπαικό Δικαστηριο αποφάνθη ότι, η  ρήτρα της συναλλαγματικής  ισοτιμίας  στις εν λόγω δανειακές συμβάσεις μπορεί  να  ελεγχθεί  ως  προς  την  καταχρηστικότητα  της,  όταν καταλύεται η αρχή της διαφάνειας, ήτοι όταν η ρήτρα είναι διατυπωμένη  κατά  τρόπο  που δεν  γίνονται  σαφείς και κατανοητοί για τον καταναλωτή οι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην εισαγωγή της στην σύμβαση καθώς  και  οι  οικονομικές  της συνέπειες.  

Στην πλέον σχετικά πρόσφατη EL E-006878/2014 απάντηση της Επιτρόπου Δικαιοσύνης, Καταναλωτών και Ισότητας Φύλων, Vera Jourova  εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  που δημοσιοποιήθηκε στις Βρυξέλλες την 13-2-2015  αφού γίνεται αναφορά για το νομοθετικό πλαίσιο , είναι ξεκάθαρη η τοποθέτηση της Επιτροπής, για το περιεχόμενο της πληροφόρησης που έπρεπε να τηρήσουν οι Τράπεζες, όπου ειδικότερα αναφέρεται ότι «Όσον αφορά τον ισχύοντα νόμο προστασίας των καταναλωτών, σύμφωνα με την οδηγία 2005/29/ΕΚ, οι πάροχοι υποχρεούνται να προσφέρουν στους καταναλωτές επαρκείς και σαφείς πληροφορίες για βασικά στοιχεία, όπως είναι τα χαρακτηριστικά και η τιμή κάποιου ενυπόθηκου δανείου, συμπεριλαμβανομένης της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Επιπλέον, σύμφωνα με την οδηγία 93/13/ΕΟΚ , ρήτρα σύμβασης που δημιουργεί σημαντική ανισορροπία μεταξύ των μερών εις βάρος του καταναλωτή θεωρείται καταχρηστική και ως εκ τούτου δεν είναι δεσμευτική ».

Στην συνέχεια στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται, ότι λόγω της εκτεταμένης επιβάρυνσης των καταναλωτών συμφωνήθηκε ειδική νομοθεσία, ήτοι η οδηγία 2014/17/ΕΚ , όπου συγκεκριμενοποιείται πλέον και νομοθετικά, η υποχρέωση πληροφόρησης και το περιεχόμενο αυτής, ήτοι λεπτομερή ενημέρωση του καταναλωτή σχετικά με το νόμισμα του δανείου, το εφαρμοζόμενο επιτόκιο και το κόστος, τις πιθανές επιπτώσεις μίας διακύμανσης των συναλλαγματικών ισοτιμιών ή/και του επιτοκίου. Στην χώρα μας βέβαια, σύμφωνα με την τραπεζική νομοθεσία και ειδικότερα το κεφάλαιο Β’ της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 (ΦΕΚ Α ́277/18.11.2002), προβλέπεται ήδη ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, και ειδικότερα σχετικά με ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΑΠΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΗ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΙΣΟΤΙΜΙΑΣ στην περίπτωση δανείων σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος και  ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή και των επιτοκίων.

Τέλος  είναι  άξιο  μνείας  να  αναφερθεί  πως  αντιμετωπίστηκαν  παρόμοιες  καταστάσεις  σε  λοιπές  χώρες  της  Ευρωπαϊκής  Ένωσης και  μάλιστα  σε  χρόνο  πριν  την  έκδοση  της  ανωτέρω  απόφασης  του  Ευρωπαϊκού  Δικαστηρίου.

Α.  Ισπανία Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστηριο της Ισπανίας με την πρόσφατη απόφαση με αριθμό 323/30-6-2015 έκρινε ότι τα δάνεια είναι επενδυτικά προϊόντα και ως εκ τούτου υπάρχει αυξημένη υποχρέωση προς ενημέρωση.

Β. Ρουμανία  Εφετείο της Ρουμανίας με την υπ΄αριθμόν 209/19-6-2015 απόφαση  αναγνώρισε τελεσίδικα την ακυρότητα του  όρου που προέβλεπε την αποπληρωμή των δανείων με την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου και αναγνώρισε ως νόμιμη ρήτρα αποπληρωμής την ισοτιμία εκταμίευσης .

Γ. Κροατία  Το καλοκαίρι του 2013 δικαστήριο στην Κροατία αποφάσισε, κατόπιν άσκησης ομαδικής αγωγής 75.000 δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο, υπέρ της μεταβολής του ύψους της οφειλής στο τοπικό νόμισμα με τη σχέση συναλλαγματικής ισοτιμίας της ημέρας εκταμίευσης του δανείου, λόγω της ελλιπούς πληροφόρησης των δανειοληπτών εκ μέρους των οκτώ εναγόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων σχετικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Ήδη , την 10-9-2015 η βουλή της Κροατίας ψήφισε νόμο με τον οποίο επέβαλε ως εφαρμοσθείσα ρήτρα μετατροπής την ισοτιμία εκταμίευσης , δίδοντας και αναδρομική εφαρμογή στο νομοθέτημα .  

Δ. Ουγγαρία  Στα μέσα Δεκεμβρίου 2013, το ανώτατο δικαστήριο αποφάνθηκε περί της εγκυρότητας των συναπτόμενων σε ελβετικό φράγκο δανειακών συμβάσεων καλώντας τα κατώτερα δικαστήρια ναι μεν να δέχονται την εγκυρότητα των εν λόγω δανείων, αλλά να μεταβάλλουν τους όρους λειτουργίας τους, όπου αρμόζει, επί τη βάσει τυχόν πλημμελούς πληροφόρησης των δανειοληπτών από τα πιστωτικά ιδρύματα.

Ε. Ισλανδία  Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας έκρινε παράνομα τα δάνεια που είναι συνδεδεμένα με ξένα νομίσματα, με αποτέλεσμα να μη χρειάζεται πλέον τα νοικοκυριά να καλύπτουν τις απώλειες (από την υποτίμηση) της ισλανδικής κορώνας.

ΣΤ. Βοσνία   Τα Πρωτόδικα Δικαστήρια της χώρας σε 130 περιπτώσεις ακύρωσαν την ρήτρα συναλλάγματος και 100 δικαστικές αποφάσεις ακύρωσαν ολόκληρη την σύμβαση, με αποτέλεσμα οι δανειολήπτες να μην επωμίζονται τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Αναμένεται η εκδίκαση των εφέσεων που άσκησαν οι τράπεζες.

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

Subscribe to our Newsletter and get the best news every day in your mail!

* Your Email Address:
* Preferred Format:
* Enter the security code shown: