Log in

H Eurobank και τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο (Ι)

H Eurobank και τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο (Ι)

Κατά  την  διάρκεια  των  ετών  κυρίως 2007 – 2009 ,  οι τράπεζες  (όχι στο σύνολο τους)  μεταξύ  των  οποίων και η Eurobank προώθησαν τα «δάνεια σε Ελβετικό φράγκο»  σε  μία  περίοδο υψηλής συναλλαγματικής ισοτιμίας Ευρώ/Ελβετικού Φράγκου. 

Για  την  προώθηση  τους  έλαβαν  χώρα  εκτεταμένες  διαφημιστικές  καμπάνιες  τόσο  με  διαφημιστικά  φυλλάδια στα  καταστήματα  των  εν  λόγω  τραπεζών,  όπου  αναγράφονταν  τα  πλεονεκτήματα  των  εν  λόγω  δανείων,  όσο  και  με  πλήθος διαφημιστικών  σποτ . Η  διαφημιστική  τους  προώθηση στηρίχθηκε  αποκλειστικά στην χαμηλή δόση  και  στο  χαμηλό  επιτόκιο λόγω  libor.

Κατά την ενημέρωση  των  υποψηφίων δανειοληπτών (κυρίως  στεγαστικών  και καταναλωτικών δανείων), τα  στοιχεία  που  προάγονταν  από  τους  τραπεζικούς υπαλλήλους, εκτός  την  χαμηλή  δόση  και  το  χαμηλό  επιτόκιο  ήταν  η σταθερότητα του CHF , το διεθνές νομισματικό κύρος του ΕΥΡΩ,  η  διαβεβαίωση  ότι  η  ισοτιμία Ευρώ–Ελβετικού Φράγκου ( 1.64), θα εξακολουθούσε  να κυμαίνεται σε σταθερά υψηλά επίπεδα, όπως έδειχνε η μικρή διακύμανση της ισοτιμίας  περί  του  5%, μεταξύ ευρώ και ελβετικού  φράγκου, την τελευταία τότε 5ετία .

Σημειωτέον  ότι  , τα  εν  λόγω  δάνεια  (κυρίως στεγαστικά ή καταναλωτικά) σε  συνάλλαγμα  CHF,  ουδεμία  απολύτως  σχέση  είχαν  με  τα  κοινά  (στεγαστικά  ή καταναλωτικά) δάνεια  σε  ευρώ , όπως  αυτά  προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία,  διότι   ήταν συνδεδεμένα με την ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου. Η απευθείας σύνδεση της οφειλής με την αγορά συναλλάγματος και η επίρριψη του συναλλαγματικού κίνδυνου στους δανειολήπτες μετέβαλαν την πρωτογενή συμβατική υποχρέωση των  δανειοληπτών, σε μία  παροχή ουσιωδώς διάφορη από την πρωτογενή υποχρέωση για επιστροφή του δανείσματος εντόκως  που βαραίνει τον οφειλέτη ενός απλού έντοκου δανείου κατά την 806ΑΚ. Είναι σαφές ότι οι δανειολήπτες  στην  πραγματικότητα ανέλαβαν και  μία επιπρόσθετη  υποχρέωση,  την υποχρέωση  για αγορά συναλλάγματος, προκειμένου να εκπληρώσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις με σημαντικό κίνδυνο για τους ίδιους, τον κίνδυνο της συναλλαγματικής ισοτιμίας , που μεταβάλλει το κύριο σταθερό στοιχείο της συμβάσεως ήτοι το ίδιο το κεφάλαιο. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν πρόκειται για αμιγή σύμβαση δανείου, αλλά για μικτή σύμβαση, όπου συνδυάζεται το δάνειο με επένδυση και ως  εκ  τούτου  τα εν λόγω δάνεια προσομοίαζαν  στην  πραγματικότητα με  προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου,  διότι  ακριβώς  ήταν  συνδεδεμένα ευθέως με την αγορά συναλλάγματος, αγορά, όπου καθορίζονται οι συναλλαγματικές ισοτιμίες,  ήτοι  οι  μηχανισμοί μέσω των οποίων τα διάφορα νομίσματα συσχετίζονται μεταξύ τους στην παγκόσμια αγορά, παρέχοντας την τιμή του ενός ως προς το άλλο .

Στην  περίπτωση  των  δανείων  αυτών  βάση της  κοινοτικής  και  εθνικής  νομοθεσίας  οι  τράπεζες  δια  των  εξειδικευμένων  υπαλλήλων  τους  ,  είχαν  σαφώς  αυξημένη  υποχρέωση  να  παρέχουν  επαρκή , ειδική  και  εξειδικευμένη  ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ , η  οποία κατ’ ελάχιστον   περιλαμβάνει, αφενός τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις και το κεφάλαιο του δανείου, μια ΣΟΒΑΡΗ υποτίμηση του ευρώ  ή αντίστοιχα ανατίμηση του ελβετικού φράγκου και τυχόν αύξηση του επιτοκίου του Ελβετικού φράγκου και αφετέρου  τις μεθόδους ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗΣ του συναλλαγματικού αυτού κινδύνου, για να επιτευχθεί ο  μεγαλύτερος δυνατός  μετριασμός των κινδύνων, προκειμένου οι εκάστοτε δανειολήπτες να είναι σε θέση να λαμβάνουν εμπεριστατωμένες και συνετές αποφάσεις σ΄ ένα τόσο  σοβαρό  ζήτημα,  όπως  ο  δανεισμός  τους .

Λόγω  της  ελλιπούς  ενημέρωσης  εκ  μέρους  των  τραπεζών  καθώς  και  των  αδιαφανών  όρων  που περιλαμβάνονταν  στις  συμβάσεις  στην  πλειονότητα  τους  οι  δανειολήπτες,  είτε το πρώτον σύναπταν δανειακές  συμβάσεις σε  ελβετικό  φράγκο  κυρίως  για  την  απόκτηση  κατοικίας,  είτε  αντικαταστούσαν συμβάσεις  κυρίως  στεγαστικής  πίστης  σε  ευρώ  με  αυτές  του  ελβετικού  φράγκου.  Οι  ίδιοι  ουδόλως είχαν  επίγνωση κατά τη λήψη του εν λόγω δανείου, τον  μεγάλο κίνδυνο που αναλάμβαναν έναντι μιας σοβαρής μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικού φράγκου και τον τρόπο που ένα  τέτοιο  γεγονός, θα μπορούσε να επιδράσει στην αποπληρωμή των δανείων τους και  ως  εκ  τούτου  ουδόλως  ζητήθηκαν  εκ  μέρους τους ή προτάθηκαν από τα τραπεζικά ιδρύματα, τρόποι αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου,  ήτοι  τρόποι ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ τους έναντι της μεταβλητότητας του ξένου νομίσματος , προκειμένου  να  αιτηθούν  και  να  συνάψουν  ένα  πρόγραμμα   ασφάλειας συναλλαγματικού ρίσκου, ώστε να ελαττώσουν ή να εξουδετερώσουν τον κίνδυνο που προκύπτει από μια θέση εκπεφρασμένη σε ξένο νόμισμα.

Αντιθέτως, η  πλειονότητα  των  τραπεζών, (συμπεριλαμβανομένης  και  της  εναγόμενης)  στις  οποίες  χορηγήθηκε  το εν  λόγω  συνάλλαγμα, είχαν  αντισταθμίσει οι ίδιες τον  συναλλαγμακτικό κίνδυνο, τον οποίο διεθνώς και εγχωρίως οι ίδιες είχαν αναλάβει  και  είχαν  προχωρήσει  ουσιαστικά  σε  ασφάλεια συναλλαγματικού ρίσκου, εξασφαλίζοντας  κατ  αυτό  τον  τρόπο την ισοτιμία στο ύψος εκταμίευσης, κι επομένως την αποπληρωμή τους στο ύψος του συναλλάγματος της αρχικής χορήγησης, διότι ΕΙΧΑΝ ΠΛΗΡΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ της πορείας του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου και του συναλλαγματικού κινδύνου από την εξέλιξη αυτή.

Ακόμη  όμως ,  και  στην  απίθανη  περίπτωση  που δεν  είχαν οι ίδιες προχωρήσει  σε  ασφάλεια  του  συναλλακτικού  τους  ρίσκου,  μετέθεσαν  αυτόν  με  αδιαφανείς  σχετικές  συμβατικές  ρήτρες  των  δανειακών  συμβάσεων  στους δανειολήπτες .

Η  γνώση  εκ  μέρους  των  τραπεζών  είναι αδιαμφισβήτητη,  διότι  είχαν  εμφυλοχωρήσει  υποδείξεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ)  περί  ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩ ΚΑΤΑ 30%  ,  υποδείξεις  οι  οποίες  και  αναφέρεται  σαφώς  στην οικονομική έκθεση χρήσης του έτους 2007 της ΕΤΕ βάση  της  οποίας μεταξύ  άλλων  αναφέρεται  ότι:

α) η ΕΤΕ για τον έλεγχο και τη διαχείριση των αναλαμβανομένων κινδύνων είχε ήδη από το 2007 καθορίσει πλαίσιο ορίων ΜΔΖ ( Μέγιστη Δυνατή Ζημία ), το οποίο κάλυπτε τόσο τον συναλλαγματικό κίνδυνο, όσο και το συνολικό κίνδυνο αγοράς.

β) η έγκαιρη εφαρμογή του συστήματος αντιμετώπισης του ως άνω κινδύνου που αποδεικνύεται από τον αριθμό υπερβάσεων της υπολογιζόμενης ΜΔΖ  σε τρεις ( 3 ) μόνον ημέρες , δηλαδή σε ποσοστό μόλις 1,25%.

γ) ότι μεταξύ των σημαντικότερων κινδύνων (επιτοκιακός, μετοχικός, συναλλαγματικός) που ανέλαβε η ΕΤΕ το 2007, τη μεγαλύτερη συνεισφορά  στη διαμόρφωση της ΜΔΖ την είχε ο επιτοκιακός και ο μετοχικός  κίνδυνος, γεγονός που αποδεικνύει περίτρανα ότι τρίτος κίνδυνος ( δηλαδή ο συναλλαγματικός κίνδυνος) στον οποίο η ΕΤΕ είχε εκτεθεί, ήταν αποτελεσματικά αντισταθμισμένος.

δ) ότι στην εκτίμηση της ζημίας, αναφορικά με τους τρεις ως άνω κινδύνους,  που ενδέχεται να υποστεί η τράπεζα σε ακραίες καταστάσεις, έλαβε υπόψη της τις υποδείξεις του ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ που τότε υποδείχθηκε από αυτό η  ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ ΚΑΤΑ 30%.

Επιπλέον το έτος 2008 ο διεθνής  οίκος  πιστοληπτικής  αξιολόγησης   FITCH RATINGS  με  την  από  2-4-2008  έκθεση του  επεσήμανε  το  σχετικό  κίνδυνο  για  τα  δάνεια  σε  ελβετικό  φράγκο  ειδικά  για  την Ελλάδα (GREEK RMBS PERFOMANCE BULLETIN 2008). 

Στην πορεία  άρχισε  να  μεταβάλλεται  σοβαρότατα  η  ισοτιμία του  ελβετικού  φράγκου  εις βάρος του ευρώ.  Η Ευρώπη βυθίζονταν στην «ελληνική κρίση», που στην πραγματικότητα ήταν ευρωπαϊκή κρίση, το Ευρώ βυθίζονταν έναντι των άλλων νομισμάτων και ιδιαίτερα του ελβετικού φράγκου και οι δόσεις των δανειοληπτών σε συνάλλαγμα και ελβετικό φράγκο αυξάνονταν υπέρογκα  (αύξηση  κατά μέσο  όρο  σήμερα 65% περίπου). Το  γεγονός  αυτό  προκάλεσε  την  παρέμβαση  της  Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2011, η  οποία  προκειμένου  να  αναχαιτίσει  την  δραματική  ανατίμηση  του  ελβετικού  φράγκου  έθεσε   ανώτατη τιμή στην ισοτιμία του νομίσματός τους στο 1,20  έναντι του ευρώ. Ήδη δε, την 15 Ιανουαρίου 2015 άρθηκε ο ως άνω περιορισμός της ισοτιμίας με αποτέλεσμα την πρώτη κιόλας ημέρα η ισοτιμία ελβετικού φράγκου να κατακρημνησθεί στο 0,805 έναντι του ευρώ και έκτοτε η διακύμανση της είναι ελεύθερη .  

Απόρροια  όλων  των  ανωτέρω,  ήταν  και  εξακολουθεί  να  είναι,  οι  δανειολήπτες  να  επιβαρυνθούν  σημαντικά , διότι ενώ κατά τον χρόνο υπογραφής των σχετικών συμβάσεων  2006 (όταν  ξεκίνησε να διατίθεται στους καταναλωτές αυτό το προϊόν)  και εκταμίευσης των σχετικών δανείων η ισοτιμία Ευρώ/CHF ανέρχονταν σε ποσοστό περίπου 1,60 κατα μέσο όρο (υπάρχουν δανεια και με 1,69)  (ή ελαφρώς μικρότερο ανάλογα το έτος που συνάφθηκε η σύμβαση), στη συνέχεια και με την αλλαγή της ισοτιμίας Ευρώ προς ελβετικό φράγκο ( περί του 65% ), οι ανωτέρω δανειολήπτες κλήθηκαν  και  καλούνται να πληρώσουν πλέον και μία πολύ αυξημένη μηνιαία δόση αλλά και να αποπληρώσουν συνολικό ποσό δανείων κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που πράγματι δανείστηκαν και εκταμιεύτηκε, δεδομένου ότι η σημερινή συνολική απαίτηση των τραπεζικών ιδρυμάτων κατ’ αυτών σε CHF με χρέωση του αντίστοιχου λογαριασμού με το ισότιμό τους σε Ευρώ, θα πρέπει να υπολογισθεί με την τιμή πώλησης των ελβετικών φράγκων που ισχύει κατά την ημερομηνία καταβολής της σχετικής οφειλής, σύμφωνα με το ημερήσιο δελτίο συναλλάγματος της τράπεζας, η σχετική ισοτιμία του οποίου ανέρχονταν την 19/1/2015  περίπου στο 0,97 ή και μικρότερη.

Αν θα θέλαμε να δώσουμε ένα αριθμητικό παράδειγμα, δανειολήπτης που η δόση του ανερχόταν στα 1000 ελβετικά φραγκα κατεβαλε ως δόση 606 ευρώ σήμερα καταβάλει περίπου 1.000 ευρώ , ενώ δανειολήπτης που δανείστηκε 125.000 ευρώ το 2008 και έχει καταβάλει 40.000 ευρώ μέχρι σήμερα, οφείλει άληκτο κεφάλαιο 170.000 ευρώ, δηλαδή επιβάρυνση κεφαλαίου κατά 55.000 ευρώ  και συνολική 55.000 επιβαρθνση κεφαλαίου +40.000 που έχει καταβαλλει  = 95.000 ευρώ !!!!!!! σε ένα δάνειο 125.000 ευρώ . (το παραδειγμα είναι παραγματικό και όχι υποθετικό)   

Είναι  καταφανές, ότι, λόγω του  ότι  τα τραπεζικά ιδρύματα απέφυγαν  ενσυνείδητα ή από βαριά αμέλειά τους να ενημερώσουν τους καταναλωτές - δανειολήπτες για τις ανωτέρω μεθόδους διαχείρισης που θα μπορούσαν να τους θωρακίσουν πλήρως από τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ενώ ταυτόχρονα και προφανώς είχαν τα ίδια εκ των προτέρων αντισταθμίσει το δικό τους συναλλαγματικό κίνδυνο κατά την εκταμίευση του ποσού του δανείου από την διατραπεζική αγορά με πιστωτικά παράγωγα ή αντίστοιχες ασφάλειες  (όπως για παράδειγμα με τη μέθοδο προστασίας τύπου HEDGE, συμφωνίες ανταλλαγής συναλλάγματος ( Cross - currency Swaps ), δικαιώματα πάνω σε συνάλλαγμα ( FXCalls, Puts ), CurrencyCollars, προθεσμιακά συμβόλαια ( FORWARDS ), είτε με συνδυασμό αυτών και  της αθρόας χορήγησης δανείων σε CHF, διασπάρθηκε ο συναλλαγματικός κίνδυνος περαιτέρω αδικαιολόγητα και υπέρμετρα   μόνο στους δανειoλήπτες με άμεσο αποτέλεσμα τα τραπεζικά ιδρύματα  να καρπώνονται  προφανέστατα τη διαφορά μεταξύ της ισοτιμίας που οι δανειολήπτες υποχρεώνονται να αποπληρώνουν το επίδικο δάνειο και της ισοτιμίας που η τράπεζα «κλείδωσε» με πιστωτικά παράγωγα ή ασφάλιση κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου.

Πέραν τούτων, είναι άξιο επισημάνσεως και το γεγονός, ότι, οι δανειολήπτες κατά  την  καταβολή  των  μηνιαίων  δόσεων  τους κάθε μήνα επιβαρύνονται επιπρόσθετα και με το κόστος μετατροπής, διότι καταβάλλουν το αντίστοιχο χρηματικό ποσό σε ευρώ  και η τράπεζα μετατρέπει το ποσό αυτό σε αντίστοιχα ελβετικά φράγκα (συνάλλαγμα).

Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημανθεί και ένα έτερο στοιχείο . Το τραπεζικό προϊόν «δάνεια σε ελβετικό φράγκο» είναι εμπορεύσιμο, αφού η  τράπεζα διατηρεί την ευχέρεια εκχώρησης της όλης σύμβασης σε τρίτους χωρίς την συναίνεση του δανειολήπτη, και συνεπώς εκείνη μπορεί να το χρησιμοποιήσει για περαιτέρω μόχλευση. Ανάλογα με την πορεία του ξένου συναλλάγματος η Τράπεζα εμπορεύεται το όλο πακέτο – σύμβαση με τρίτους, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, άλλες Τράπεζες κ.λ.π.. Αντίστροφα μια τέτοια σύμβαση, συνιστά ουσιαστικά μια επένδυση εκ μέρους της Τράπεζας σε χρηματοπιστωτικό προϊόν, με απολύτως άνισους όρους. Η Τράπεζα επενδύει συγκεκριμένο ποσό σε ευρώ, (ΔΙΟΤΙ  ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΕΥΡΩ  ΕΛΑΒΕ  ΚΑΙ  ΟΧΙ ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ) που διαθέτει, σε δανειολήπτη, του οποίου έχει ελέγξει την φερεγγυότητα, τις ασφάλειες κ.λ.π. και αναμένει να λάβει ξένο συνάλλαγμα, που εκείνη έχει επιλέξει ως κατάλληλο στόχο επένδυσης.  Σε περίπτωση δυσμενούς μεταβολής της ισοτιμίας σε βάρος του δανειολήπτη, η Τράπεζα αποκτά κέρδος, που ισούται με την διαφορά σε ευρώ, μεταξύ του κεφαλαίου της δανειακής σύμβασης (που είχε δανείσει σε ευρώ) υπολογισμένου με την ισοτιμία του χρόνου δανεισμού σε ξένο συνάλλαγμα, έναντι του κεφαλαίου αποπληρωμής, που υπολογίζεται σε ξένο συνάλλαγμα με την ισοτιμία κατά τον χρόνο αποπληρωμής. Στην περίπτωση αυτή, ο δανειολήπτης υφίσταται ζημία. Άρα, τα συμφέροντα της Τράπεζας, όταν δημιουργεί ένα τέτοιο προϊόν είναι τελείως διαφορετικά συμφέροντα από εκείνα του δανειολήπτη, δηλαδή η Τράπεζα κερδίζει, όταν χάνει ο δανειολήπτης!!! .

Η Τράπεζα, όταν διαθέτει ένα τέτοιο προϊόν στην αγορά, έχοντας την τεχνογνωσία, και το σύνολο των διαθέσιμων πληροφοριών που μπορούν να καθορίσουν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και την διακύμανση των επιτοκίων LIBOR και EURIBOR, βρίσκεται σε απολύτως πλεονεκτική θέση έναντι του δανειολήπτη – πελάτη, ο οποίος διαθέτει στην καλύτερη περίπτωση, δημοσιογραφικού χαρακτήρα πληροφορίες, οι οποίες μάλιστα επισκιάζονται από την έντονη διαφήμιση και προβολή των προϊόντων αυτών, άλλα και από την έντονη δυναμική και οργανωμένη εκστρατεία πώλησης τους από εξειδικευμένους «επενδυτικούς» ή «στεγαστικούς» συμβούλους, που έχουν πλήρως εκπαιδευθεί, ως προς το τι ακριβώς θα υποστηρίξουν, τι θα τονίσουν, τι θα αποκρύψουν στον πελάτη-δανειολήπτη (επιθετικό marketing).

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

Subscribe to our Newsletter and get the best news every day in your mail!

* Your Email Address:
* Preferred Format:
* Enter the security code shown: