Log in

Γραφείο Προϋπολογισμού: «Ανησυχία προκαλούν τα έσοδα από τη φορολογία

Θα μπορούσαμε επομένως να χαρακτηρίσουμε τους μήνες που πέρασαν ως το «τρίμηνο της εξομάλυνσης» των σχέσεων μας με τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς θεσμούς. Ένα νέο στοιχείο τους είναι η προσέγγιση με τις ΗΠΑ που είναι σημαντική για λόγους οικονομίας και ασφαλείας. Όμως, η εξομάλυνση αυτή μπορεί να αποδειχθεί πρόσκαιρη αν υπάρξουν δυσκολίες στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων.

Το τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής («μνημόνιο») τελειώνει τον Αύγουστο 2018. Ο γενικός στόχος της κυβέρνησης είναι να πετύχει «καθαρή έξοδο στις αγορές», δηλαδή να εξυπηρετεί τα δάνεια της χώρας χωρίς τη διακρατική βοήθεια του ΕΜΣ (και οριακά του ΔΝΤ). Πρόκειται για ένα θεμιτό στόχο γιατί, αν επιτευχθεί, θα έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, το τέλος της αυστηρής και σε βάθος εποπτείας που συνοδεύει τα μνημόνια, ενώ θα ανοίξει και τον δρόμο για ελάφρυνση του χρέους.

Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι θέλει να ολοκληρώσει την τρίτη αξιολόγηση το αργότερο ως το τέλος του έτους ώστε να προχωρήσει ομαλά η εφαρμογή του τρίτου προγράμματος προσαρμογής (μνημονίου). Στο μεταξύ, η χώρα βγήκε και από τη λεγόμενη «διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος» - στην οποία υπόκειτο σχεδόν εκ του περισσού λόγω των υπολοίπων δεσμεύσεων. Επίσης, η απόδοση από το δεκαετές ομόλογο του ελληνικού δημοσίου κατά το τρίτο τρίμηνο του 2017, βάσει στοιχείων της Τράπεζας της Ελλάδος, κινήθηκε καθοδικά σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Μάλιστα, τον Ιούλιο όπου η Ελλάδα προχώρησε στην έκδοση ομολόγου, η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών (5,33%), ευνοούμενη προφανώς και από την ευρωπαϊκή και διεθνή συγκυρία. Ανησυχία προκαλεί όμως η παραμονή της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου σε αισθητά μεγαλύτερα επίπεδα σε σχέση με άλλες χώρες του Νότου (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία).

Επισημαίνουμε όμως ότι η έξοδος στις αγορές δεν σημαίνει είσοδο σε μια κατάσταση χωρίς δημοσιονομικούς (και άλλους) περιορισμούς. Η Ελλάδα, ακόμα και αν όλα πάνε καλά, θα υπάγεται στους ισχύοντες για τα κράτη μέλη περιορισμούς της δημοσιονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ και ειδικά της Ευρωζώνης.1

Η οικονομική διακυβέρνηση της Ε.Ε. και ακόμη περισσότερο της Ευρωζώνης (Δημοσιονομικό Σύμφωνο) περιορίζουν γενικά και σημαντικά τη δημοσιονομική κυριαρχία των κρατών-μελών της. Συγκροτούν ένα περιβάλλον αυξημένης αμοιβαίας εποπτείας που δεν επιτρέπει εξαιρέσεις. Εκτός τούτου οι χώρες που ολοκλήρωσαν αντίστοιχα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής συνέχισαν να αποτελούν αντικείμενο οικονομικής παρακολούθησης (βλέπε ενδεικτικά τις τακτικές Post-Programme Surveillance Reports της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πορτογαλία). Ακόμα και μια «καθαρή» έξοδος στις αγορές δεν συνεπάγεται και έξοδο από κάθε επιτήρηση! Επίσης, η πιθανόν αναγκαία προληπτική γραμμή στήριξης και ακόμη περισσότερο τα μέτρα ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους θα συνοδεύονται από οικονομική εποπτεία.

Επιπροσθέτως, έχουμε δεσμευθεί σε σειρά συγκεκριμένων δημοσιονομικών στόχων για τα χρόνια μετά το 2018 (πρωτογενή πλεονάσματα και μέτρα στο ασφαλιστικό σύστημα το 2019 και στη φορολογία το 2020 συνολικά της τάξης του 2% ΑΕΠ προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% ΑΕΠ!). Στη συνέχεια, η χώρα θα πρέπει να διατηρήσει υψηλά (και μάλλον ανέφικτα) πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2% μέχρι το 2060! Βέβαια μπορεί να διευρυνθεί ο λεγόμενος «δημοσιονομικός χώρος», ουσιαστικά δηλαδή να χαλαρώσει η περιοριστική πολιτική προσαρμογής, αν αναθεωρηθούν οι δεσμεύσεις για πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά αυτό δεν είναι διόλου βέβαιο (βλ. πιο κάτω).

Σημειώνουμε τέλος ότι η πλήρης έξοδος στις αγορές, αν επιτευχθεί, θα έχει κόστος, το ύψος του οποίου θα εξαρτηθεί από τη στάση του ΔΝΤ (αν δηλαδή θα συμμετάσχει ως τότε στο ελληνικό πρόγραμμα ή αν θα αποχωρήσει χωρίς θόρυβο) και των ευρωπαϊκών θεσμών (μέσω κυρίως της ελάφρυνσης στην εξυπηρέτηση του χρέους).

1 Βλ. Π. Καζάκος, «Χωρίς ψευδαισθήσεις», το Βήμα, 22.10.2017.

Οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης βελτιώθηκαν. Η Ελλάδα φαίνεται ότι βγαίνει από την κρίση. Για το 2017 αναμένεται σύμφωνα με τις κυβερνητικές προβλέψεις ότι η οικονομία θα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης 1,8%. Το Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2018 προβλέπει ρυθμό μεγέθυνσης 2,4%.

Είχε προηγηθεί διετία ύφεσης που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Το 2015 και το 2016 η ΕΛΣΤΑΤ2 κατέγραψε ύφεση της τάξης του -0,3% και -0,2%, ενώ το 2014 είχε σημειωθεί αύξηση κατά 0,7%. Αυτή η ενδιάμεση κάμψη, που είχε τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, θα πρέπει να είναι διδακτική: Η οικονομία χρειάζεται ένα ελάχιστο συνέχειας στην πολιτική!

2 ΕΛΣΤΑΤ, ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΕΤΗΣΙΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ Έτος 2016 (2η εκτίμηση) & αναθεώρηση ετών 2014-2015, 17/10/2017.

Η αναμενόμενη και έστω ασθενής ανάκαμψη οφείλεται εν μέρει στην εντυπωσιακή άνοδο του ελληνικού τουρισμού και εν μέρει στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και στη συμφωνία για το «συμπληρωματικό μνημόνιο». Σημειώνουμε πάντως ότι οι προβλέψεις για το τελικό αποτέλεσμα το 2017 διαφέρουν. Ενδεικτικά: ΟΟΣΑ 2017: +1,1%, InDeep Analysis ΕΚΠΑ 2017: +1,05%, DIW Berlin, ifo, ifW, IWH, rwi: +0.9%, Ευρωπαϊκή Επιτροπή (spring forecast) +2.1% και το ΙΟΒΕ 1,3%. Διαφορές προβλέψεων υπάρχουν και για το 2018.

Στη γενικά θετική μακρο-εικόνα συμβάλλει φυσικά και η εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής. Ενδεικτικά μόνο καταγράφουμε την βαθμιαία αποπληρωμή των οφειλών του κράτους στον ιδιωτικό τομέα (βλ. πιο κάτω), την προσπάθεια απεμπλοκής συμβολικά και υλικά σημαντικών ιδιωτικοποιήσεων (Ελληνικό) κ.α.

Στον μεταποιητικό τομέα παρατηρήθηκε το Σεπτέμβριο η εντονότερη άνοδος της παραγωγής από τον Ιούνιο του 2008. Επίσης, σε άνοδο βρίσκεται και ο Δείκτης Κύκλου Εργασιών στη Βιομηχανία, ενώ και το ισοζύγιο των επιχειρήσεων κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2017 είναι θετικό.

Ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος (ΔΟΚ), βάσει των στοιχείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Σεπτέμβριο 2017 διαμορφώθηκε στις 100,6 μονάδες, από 99 μονάδες τον Αύγουστο και 98,2 μονάδες τον Ιούλιο του 2017.

Στην κατ’ αρχάς θετική όψη των πραγμάτων ανήκει και η διαγραφόμενη μείωση της ανεργίας. Η ανεργία υποχωρεί φέτος ραγδαία και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2017, η κυβέρνηση εκτιμά ότι θα προσεγγίσει το 20%, για την ακρίβεια θα διαμορφωθεί στο 20,2%. Τον περασμένο Ιούνιο διαμορφώθηκε στο 21,2%, από 23,5% που ήταν ο μέσος όρος το 2016, 25% το 2015, 26,5% το 2014 και 27,5% το 2013. Για το 2018 εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 19%. Ωστόσο, όπως δείχνουν τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, είναι υψηλό το ποσοστό των απασχολούμενων μερικής απασχόλησης και οι μέσες μεικτές αποδοχές τους ανέρχονται σε 394,13 ευρώ! Συναφώς, στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από τη συγκέντρωση σε θέσεις χαμηλής ειδίκευσης!

Κάτωθεν του μακρο-επιπέδου είναι εμφανή τα σημάδια κρίσης: Πολλές ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να «φεύγουν» προς Βουλγαρία και Κύπρο, όπου την ανάπτυξή τους ευνοούν οι χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές και ασφαλιστικές εισφορές, ο ευκολότερος τραπεζικός δανεισμός και γενικά μια λογική καλωσορίσματος επενδύσεων. Επίσης, το κλείσιμο της ΠΙΤΣΟΣ και η κατάσταση στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, τη ΔΕΗ, την ΕΑΣ και ΕΛΒΟ δείχνουν ότι δεν έχει τελειωμό το δράμα της μεγάλης ελληνικής βιομηχανίας. Πάντως, δεν λείπουν και μερικές βιομηχανικές επιτυχίες κυρίως σε εξαγωγικά προσανατολισμένες μονάδες.

Είναι πλέον κοινός τόπος ότι αν δεν βαδίσουμε σταθερά στο μονοπάτι της εξωστρέφειας και της ανάπτυξης, ο οικονομικός μαρασμός θα προκαλεί περαιτέρω εξασθένιση των θεσμών, ανομία και κοινωνικές εντάσεις που με τη σειρά τους θα καθηλώνουν τη χώρα στη στασιμότητα ή και στην παρακμή.

Εν τούτοις διαπιστώνουμε πολλές εκκρεμότητες σε θέματα που θα καθορίσουν τελικά τις επιδόσεις ανεξαρτήτως στόχων και προσδοκιών. Κατά την εκτίμησή μας δεν έχει αποκατασταθεί εκείνη η εμπιστοσύνη της οικονομίας από την οποία εξαρτώνται οι πραγματικά παραγωγικές επενδύσεις. Ο κρατικός μηχανισμός με το τωρινό νομικό σύστημα εξακολουθεί να φέρνει εμπόδια σε μεγάλα επενδυτικά σχέδια. Η ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτεί παραγωγικές επενδύσεις στην οικονομία εξακολουθεί να περιορίζεται από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια («κόκκινα δάνεια»). Ορισμένες μεταρρυθμίσεις υλοποιούνται, αλλά γενικά διαπιστώνουμε βραδύτητα.

Συναφώς, κρίσιμες αποφάσεις έχουν μετατεθεί για το 2018. Από τις δημοσιονομικές επιδόσεις ως τότε θα εξαρτηθεί αν θα χρειασθούν νέα μέτρα το 2018 και αν θα ενεργοποιηθούν νωρίτερα τα προβλεπόμενα για το 2019 -2020 μέτρα (περικοπές στις συντάξεις και μείωση του αφορολόγητου). Ανησυχία, ωστόσο, προκαλούν τα έσοδα από τη φορολογία.

Επίσης, η χώρα παραμένει τρωτή έναντι απρόοπτων και απότομων εξωτερικών διαταραχών («σοκ») κυρίως λόγω του υπέρογκου χρέους. Το ΓΠΚΒ υποστήριξε εξ αρχής ότι χρειάζεται να εξαλειφθεί ιδίως αυτή η πηγή κινδύνων.

 

 

 
Last modified onMonday, 06 November 2017 16:50

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

Subscribe to our Newsletter and get the best news every day in your mail!

* Your Email Address:
* Preferred Format:
* Enter the security code shown: