Logo
Print this page

Σε νέες περιπέτειες η κλωστοϋφαντουργία

Με το… αριστερό φαίνεται να ξεκινά το 2019 για τη νηματουργία, καθώς μια σειρά παραγόντων σε Ελλάδα και εξωτερικό προβληματίζει ακόμη περισσότερο σχετικά με τις προοπτικές του πολύπαθου κλάδου.

Χαρακτηριστικά είναι τα όσα δηλώνουν παράγοντες της εγχώριας αγοράς: «Οι παραγγελίες των πελατών μας από το εξωτερικό είναι μουδιασμένες και αυτό αποδίδεται σε αρκετούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα, έχουν πυκνώσει οι εκτιμήσεις για μειωμένο φετινό ρυθμό ανάπτυξης στην Ευρώπη. Οι εξελίξεις με τα “κίτρινα γιλέκα” στη Γαλλία, ή οι αβεβαιότητες γύρω από τον τρόπο εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση εντείνουν το κλίμα ανησυχίας και συγκρατούν το αγοραστικό ενδιαφέρον των πελατών μας.

Επιπλέον, ορισμένοι από αυτούς φοβούνται μια συνέχιση της πτώσης στη διεθνή τιμή του βάμβακος (πρώτη ύλη), η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει προς την ίδια κατεύθυνση και τη φετινή πορεία του νήματος (τελικό προϊόν). Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το περιβάλλον, επιλέγουν να χρησιμοποιούν επί του παρόντος τα όποια αποθέματα διαθέτουν, ελπίζοντας ότι θα αγοράσουν μελλοντικά νήμα σε χαμηλότερες τιμές. Όλα αυτά βέβαια θα πρέπει να επιβεβαιωθούν στην πράξη, καθώς το βαμβάκι έχει δείξει το τελευταίο χρονικό διάστημα κάποια σημεία αντίδρασης.

Άρα λοιπόν, κάτι η μειωμένη ζήτηση από τους πελάτες τους, κάτι η χρησιμοποίηση των αποθεμάτων τους, έχουν περιορίσει μέχρι σήμερα τις παραγγελίες τους από τις ελληνικές εξαγωγικές εταιρείες».

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών του νήματος στην ευρωπαϊκή αγορά, αναμένεται να παίξουν και οι εξελίξεις στη Τουρκία, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο προμηθευτή νημάτων για τους Ευρωπαίους.

Σύμφωνα με τα ίδια στελέχη της αγοράς, «η κατάσταση στη γειτονική χώρα είναι ιδιαίτερα σύνθετη και οι προβλέψεις για το μέλλον ιδιαίτερα αβέβαιες. Σε μεσομακροπρόθεσμη βάση, εκτιμάται πως το τουρκικό κράτος δεν θα μπορεί να συνεχίσει να επιδοτεί τις τοπικές νηματουργίες με τον έναν, ή τον άλλο τρόπο.

Όσες εταιρείες βάσισαν την ανταγωνιστικότητά τους μόνο στο καθεστώς, δεν αναμένεται να έχουν μέλλον. Έτσι, βλέπουμε σήμερα παραγωγικές μονάδες της τελευταίας πενταετίας να κλείνουν, ενώ αντίθετα άλλα καινούρια εργοστάσια παραγωγής νήματος να εγκαινιάζονται.

Τώρα, για το πώς θα εξελιχθούν φέτος τα πράγματα, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Οι τουρκικές εταιρείες βλέπουν την εγχώρια ζήτηση να υποχωρεί και προσπαθούν να υποκαταστήσουν τις χαμένες πωλήσεις τους με εξαγωγές. Επιπλέον, οι εξαγωγές έχουν ως αποτέλεσμα την είσπραξη συναλλάγματος και γι’ αυτό και βλέπουμε τον ανταγωνισμό τιμών στην Ευρώπη να οξύνεται. Μάλιστα, επί του παρόντος, οι Τούρκοι χρησιμοποιούν κατά κύριο λόγο το εγχώριο βαμβάκι τους, εκμηδενίζοντας σχεδόν τις εισαγωγές από Ελλάδα και ΗΠΑ. Ωστόσο, είναι θέμα χρόνου το εγχώριο βαμβάκι τους να εξαντληθεί, οπότε θα χρειαστούν εισαγωγές από τη Δύση.

Το συγκεκριμένο χρονικό σημείο θα είναι το κρισιμότερο, γιατί ουσιαστικά οι τουρκικές εταιρείες δεν θα έχουν συνάλλαγμα και θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τοπικές λίρες, στην τότε ισοτιμία.

Ειδικότερα, η κυβέρνηση Ερντογάν επιβάλλει στις εξαγωγικές εταιρείες της χώρας να μετατρέπουν άμεσα το μεγαλύτερο τμήμα των εσόδων τους σε τουρκικές λίρες, οπότε όταν θα θελήσουν να πραγματοποιήσουν εισαγωγές, θα το πράξουν με την τότε ισοτιμία λίρας-δολαρίου, η οποία δεν μπορεί να προβλεφθεί με ασφάλεια. Τι θα γίνει για παράδειγμα, αν δούμε και πάλι το νόμισμα της γειτονικής χώρας να κατρακυλάει;

Σε μια τέτοια περίπτωση, οι εταιρείες θα χρειαστούν πολύ περισσότερες λίρες για να αποκτήσουν πρώτη ύλη. Θα μπορέσουν να ανταποκριθούν, έστω και αν χρειαστεί να καταγράψουν συναλλαγματική ζημία;».

Από ελληνικής πλευράς πάντως, τα στελέχη τόσο της Επίλεκτος, όσο και της Κλωστοϋφαντουργίας Ναυπάκτου συμφωνούν πως η φετινή χρονιά ξεκίνησε με χειρότερες προοπτικές από την προηγούμενη, επισημαίνοντας παράλληλα την αύξηση του ενεργειακού κόστους και την επικείμενη ανοδική αναπροσαρμογή των βασικών μισθών.

«Είναι πολύ λογικό να αυξηθεί ο βασικός μισθός, το υποστηρίζουμε, αλλά θα πρέπει να υπάρξει ένα αντιστάθμισμα μέσα από μειώσεις στο μη μισθολογικό κόστος και στην ενέργεια» υποστηρίζει στέλεχος της αγοράς, ο οποίος συμπληρώνει: «Έχουμε κουραστεί να τονίζουμε πως η ελληνική κλωστοϋφαντουργία, ή έστω πολλές μονάδες της, είναι βιώσιμες και ανταγωνιστικές σε διεθνές επίπεδο, αρκεί να αρθούν τα υπάρχοντα αντικίνητρα στην Ελλάδα: Η τιμή της ενέργειας, το μη μισθολογικό κόστος και τα υπερδιπλάσια επιτόκια χορηγήσεων».

Αναφέρουν επίσης το θετικό EBITDA των ελληνικών εταιρειών καθώς και την ύπαρξη κερδοφόρων εταιρειών του κλάδου (πχ Κλωστοϋφαντουργία Ναυπάκτου) όταν αυτές έχουν χαμηλό κόστος χρηματοδότησης.

EDITOR IN CHIEF:Ι.Α.ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ