Log in

ΕΛΣΤΑΤ: χώρα φτώχειας και ανισότητας η Ελλάδα, λίγοι είναι ικανοποιημένοι από τη ζωή τους

ΕΛΣΤΑΤ: χώρα φτώχειας και ανισότητας η Ελλάδα, λίγοι είναι ικανοποιημένοι από τη ζωή τους

Σχεδόν 3,35 εκατομμύρια άνθρωποι – το 31,8% του πληθυσμού – απειλούνταν πέρυσι από την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του skai.gr, ο αριθμός των επαπειλούμενων ανθρώπων μειώθηκε κατά 350.000 μεταξύ του 2017 και του 2018, συνεχίζοντας την σταθερά πτωτική πορεία που παρατηρείται την τελευταία τετραετία, όμως παραμένει αισθητά υψηλότερος από τα προ κρίσης επίπεδα και τοποθετεί την χώρα μας στις χειρότερες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το 2009 το μερίδιο του πληθυσμού που κινδύνευε ήταν 27,6% ενώ για το 2018 μόνον η Βουλγαρία και η Ρουμανία είχαν χειρότερο ποσοστό απειλούμενων από την χώρα μας ανάμεσα στα εννέα κράτη-μέλη που έχουν υποβάλει δεδομένα.

Αίσθηση προκαλεί ότι το 18,5% του πληθυσμού κινδυνεύει να βιώσει ένδεια ακόμα και μετά την καταβολή επιδομάτων, γεγονός που αντανακλά την ανεπάρκεια του κράτους πρόνοιας, ενώ στο 16,7% μετρήθηκε το μερίδιο των πολιτών που αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο υλικής στέρησης.

Η παιδική φτώχεια αγγίζει στο 22,7% των ανηλίκων, αν και περιορίστηκε κατά 1,8 μονάδες σε σχέση με το 2017.

Οι άνεργοι είναι η πιο ευάλωτη κατηγορία, καθώς περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν φτώχεια. Ανάλογη απειλή ωστόσο βιώνει και το 11% των εργαζόμενων.

Κρίσιμος παράγοντας είναι το είδος της σύμβασης εργασίας: Ανάμεσα στους πλήρως απασχολούμενους το επαπειλούμενο τμήμα ανέρχεται στο 9,5% όμως για τους μερικώς απασχολούμενους το ποσοστό είναι υπερδιπλάσιο και αγγίζει το 25%.

Η πιο ασφαλής κατηγορία φαίνεται πως είναι οι συνταξιούχοι, καθότι μόνον το 8,7% απειλείται να διολισθήσει στην φτώχεια.

Τα στοιχεία προδίδουν συνάμα πως η συντριπτική πλειονότητα των ηλικιωμένων εξαρτάται από τις ασφαλιστικές καταβολές, καθώς σχεδόν εννέα στους δέκα πολίτες άνω των 65 ετών διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας εάν αφαιρεθεί η πληρωμή των συντάξεων.

5,5 φορές μεγαλύτερο το μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού από το αντίστοιχο φτωχότερο

Το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού της χώρας ήταν πέρυσι (εισοδήματα 2017) κατά 5,5 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ. Σύμφωνα επίσης, μεταξύ άλλων, με την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για την οικονομική ανισότητα, η οικονομική ανισότητα μεταξύ των ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω μειώθηκε κατά 0,3 μονάδες και διαμορφώνεται στο 3,9 έναντι 4,2 το 2017 (εισοδήματα 2016). Αντίστοιχα, η οικονομική ανισότητα μεταξύ των ατόμων κάτω των 65 ετών διαμορφώνεται στο 6,1, παρουσιάζοντας μείωση κατά 0,6 μονάδες σε σχέση με το 2017, που ήταν στο 6,7.

Μικρή ετήσια μείωση του ποσοστού του πληθυσμού που κινδυνεύει από φτώχια

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του ΑΠΕ-ΜΠΕ, κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες (στο 31,8% από 34,8%) μειώθηκε το 2018 (εισοδήματα 2017) σε σχέση με το προηγούμενο έτος το ποσοστό του πληθυσμού της χώρας που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται (3.348.500 άτομα από 3.701.800 άτομα). Αυτό προκύπτει από την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τον κίνδυνο φτώχειας, και ειδικότερα:

-Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 763.174 σε σύνολο 4.125.263 νοικοκυριών και τα μέλη τους σε 1.954.400 στο σύνολο των 10.542.856 ατόμων του πληθυσμού της χώρας.

-Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0- 17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 22,7%, σημειώνοντας μείωση κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2017, ενώ για τις ομάδες ηλικιών 18- 64 ετών και 65 ετών και άνω ανέρχεται σε 19,8% και 11,6%, αντίστοιχα.

Γενικά, το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας σημείωσε μείωση το 2018 σε σχέση με το 2017 για διάφορες υποκατηγορίες του πληθυσμού, τόσο ως προς τους τύπους νοικοκυριών όσο και ως προς την κατηγοριοποίηση κατά φύλο και κατάσταση απασχόλησης, καθώς και την κατηγοριοποίηση κατά φύλο, ομάδες ηλικιών και ιδιοκτησιακό καθεστώς της κύριας κατοικίας, με τις σημαντικότερες διαφορές (μείωση) να σημειώνονται ως εξής:

-Κατά 4,1 ποσοστιαίες μονάδες (15,3%) για το ποσοστό του πληθυσμού με τρεις ή περισσότερους ενήλικες χωρίς εξαρτώμενα παιδιά.

-Κατά 2,8 ποσοστιαίες μονάδες (20,4%) για το ποσοστό πληθυσμού ανδρών ηλικίας 18- 64 ετών που διαβιούν σε νοικοκυριά όπου ενοικιάζουν την κύρια κατοικία τους.

-Κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες (12,5%) για το ποσοστό των εργαζόμενων ανδρών.

Αναφορικά με την κατηγοριοποίηση του πληθυσμού ως προς το φύλο και την κατάσταση απασχόλησης, σημειώθηκε μείωση:

-κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες (24,6%) για τις μη οικονομικά ενεργές (εκτός συνταξιούχων) γυναίκες και

-κατά 1 ποσοστιαία μονάδα (24,7%) για τον λοιπό μη οικονομικά ενεργό (εκτός των συνταξιούχων) πληθυσμό.

Αναφορικά με την κατηγοριοποίηση του πληθυσμού ως προς το φύλο, τις ομάδες ηλικιών και το ιδιοκτησιακό καθεστώς κύριας κατοικίας καταγράφηκε μείωση του ποσοστού κινδύνου φτώχειας από 0,7 έως 1,2 ποσοστιαίες μονάδες, σε αρκετές περιπτώσεις και συγκεκριμένα για το σύνολο των ιδιοκτητών στις ηλικιακές ομάδες 60+ετών, 65+ετών, 75+ετών.

Τέλος, μείωση κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες (21,5%) παρουσιάζεται για την ομάδα ηλικιών 18- 64 ετών των ενοικιαστών και κατά 2,8 ποσοστιαίες μονάδες (20,4%) για τους άνδρες ενοικιαστές της ίδιας ομάδας ηλικιών.

Μόλις 5,6% του πληθυσμού είναι ευτυχισμένο στην Ελλάδα

Πλήρως ικανοποιημένο από τη ζωή του ήταν πέρυσι (εισοδήματα 2017) το 5,6% του πληθυσμού της χώρας 16 ετών και άνω, ενώ καθόλου ικανοποιημένο δηλώνει το 2,1%, όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ. Παράλληλα, πλήρως ικανοποιημένο από την εργασία του δηλώνει το 4,8% των εργαζομένων, ενώ καθόλου ικανοποιημένο από την εργασία του δηλώνει το 1,6%.

Αυτό προκύπτει από την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για την ευημερία και τις δυσκολίες στέγασης του πληθυσμού. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα:

Το ποσοστό των ατόμων 16 ετών και άνω που δηλώνει ότι δεν είναι καθόλου ικανοποιημένο από την οικονομική του κατάσταση ανέρχεται σε 6,6% , ενώ πλήρως ικανοποιημένο δηλώνει το 2%.

Το 2,7% του πληθυσμού 16 ετών και άνω δηλώνει ότι, κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων εβδομάδων (που προηγήθηκαν της συνέντευξης), αισθανόταν πολύ νευρικό ή ανήσυχο συνεχώς, ενώ για τον φτωχό και το μη φτωχό πληθυσμό τα ποσοστά ανέρχονται αντίστοιχα σε 4% και 2,4%.

Το 2,1% του πληθυσμού 16 ετών και άνω δηλώνει ότι αισθανόταν μοναξιά συνεχώς, ενώ για τον φτωχό και το μη φτωχό πληθυσμό τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 3% και 1,9%.

Το 9,5% του πληθυσμού 16 ετών και άνω δηλώνει ότι αισθανόταν ήρεμο και γαλήνιο συνεχώς, ενώ για τον φτωχό και τον μη φτωχό πληθυσμό τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 8,1% και 9,8%.

Το 1,5% του πληθυσμού 16 ετών και άνω δηλώνει ότι αισθανόταν απογοητευμένο ή μελαγχολικό ή ένιωθε κατάθλιψη συνεχώς, ενώ για τον φτωχό και το μη φτωχό πληθυσμό τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 2,5 % και 1,3%.

Το 5% του πληθυσμού 16 ετών και άνω δηλώνει ότι δεν αισθανόταν καθόλου ευτυχισμένο, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τον φτωχό και το μη φτωχό πληθυσμό ανέρχονται 8,5% και 4,2%.

Το 85,3 % του πληθυσμού 16 ετών και άνω δηλώνει ότι έχει κάποιον άνθρωπο από τον οποίο μπορεί να ζητήσει υλική βοήθεια. Αντίστοιχα, το 74,2% του πληθυσμού 16 ετών και άνω δηλώνει ότι υπάρχει κάποιος συγγενής, φίλος ή γείτονας από τον οποίο μπορεί να ζητήσει μη υλική βοήθεια, όπως για παράδειγμα κάποιος για να μιλήσει.

Το 20,1% του πληθυσμού 16 ετών και άνω δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται καθόλου τους ανθρώπους που δεν γνωρίζει καλά, ενώ το 0,8% δηλώνει ότι τους εμπιστεύεται πλήρως.

Το 45,7% του πληθυσμού 16 ετών και άνω δηλώνει ότι δεν αισθάνεται καθόλου αποκλεισμένο από την κοινωνία, ενώ αντίθετα πλήρως αποκλεισμένο δηλώνει ότι αισθάνεται το 1,2%.

Σχετικά με τις δυσκολίες στέγασης, το 98,3% του πληθυσμού 16 ετών και άνω δηλώνει ότι δεν έχει βιώσει δυσκολίες στέγασης, ενώ το ποσοστό που δηλώνει ότι έχει βιώσει, χωρίς να το θέλει, δυσκολίες στέγασης ανέρχεται στο 1,7%. Από αυτούς το 1,3% φιλοξενήθηκε σε συγγενείς και φίλους, το 0,1% διέμεινε σε καταλύματα έκτακτης ανάγκης ή σε προσωρινά καταλύματα, το 0,2% διέμεινε σε μέρος (καλύβα, παράγκα κ.ά.) που δεν προορίζεται για μόνιμη κατοικία και το 0,04% κοιμήθηκε στον δρόμο ή σε δημόσιο χώρο (Πίνακας 7).

Οι οικονομικές δυσκολίες αναφέρονται ως κυριότερος λόγος από το 51,9% πληθυσμού 16 ετών και άνω που έχει βιώσει, χωρίς να το θέλει, δυσκολίες στέγασης και ακολουθεί η ανεργία (18,1%). Η εύρεση εργασίας επέτρεψε/βοήθησε το 45,9% του πληθυσμού 16 ετών και άνω που έχει βιώσει, χωρίς να το θέλει, δυσκολίες στέγασης να μετακομίσει σε μόνιμη κατοικία.

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ